Ο όρος «κύκλος» χρησιμοποιείται κατ’ευφημισμό, καθώς, όπως και σχηματικά αναπαρίσταται, πρόκειται για μια ημιτονοειδή ατέρμονα διαδικασία με την οποία, συνειδητά ή ασυνείδητα, αντιμετωπίζουμε έντονες συναισθηματικές φορτίσεις (αρνητικές). Είναι ο μηχανισμός που αντιδρούμε στις αλλαγές, πολύ καλά μελετημένος και περίτρανα αποδεδειγμένος.
Και εκεί που ζούσες στον προσωπικό σου «παράδεισο» με την ατομική σου ευδαιμονία, αδιαφορώντας για το τι γίνεται τριγύρω σου, εκτός αν επρόκειτο για το σπίτι του γείτονα ή για το αυτοκίνητο του συναδέλφου, και εκεί που το μόνο που σε εκνεύριζε ήταν ο υπάλληλος που δε σου χαμογελούσε στα ΕΛΤΑ ή τα πάντα καθυστερημένα τρόλευ, που στο τέλος ερχόταν το ένα πίσω από το άλλο, ή έστω η φθίνουσα απόδοση του Ρεχάγκελ, ΤΣΑΦ! Ξαφνικά, συνειδητοποιείς ότι όλα γύρω σου σιγά-σιγά, μεθοδικά θα μπορούσε να πει κανείς, αρχίζουν να καταρρέουν, σαν χάρτινοι πύργοι, και εσύ στη μέση-πάντα-όλου του κόσμου και πουθενά να κρατηθείς. Σου είπαν ότι ζούσες με δανεικά-ναι είναι αλήθεια, αλλά όχι αυτά του δανείου που τα κουτσοβόλευες, που τα ζήτησες για να ικανοποιήσεις λίγο παραπάνω τη ματαιοδοξία σου, που τα πήρες χωρίς να ρίξεις καν τα μούτρα σου γιατί στα έδιναν απλόχερα, με τα οποία πήγες διακοπές, έριξες πλάκα στο οικοπεδάκι, αγόρασες τζιπ με μαύρα φυμέ τζάμια, μη σε βλέπουν και σε ματιάσουν κιόλας, δεν είναι αυτά μόνο που χρωστάς είναι και αυτά που χρωστάτε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ, με τον γείτονα που μισούσες/αγαπούσες και που ψήνατε μπάρμπεκιου τις Κυριακές, με τον υπάλληλο που τα πήρε κάτω από το γραφείο για να σου βγάλει γρήγορα την άδεια, με τον συνταξιούχο που βγήκε προώρως και τώρα γκρινιάζει στην εφορία, όταν οι υπάλληλοι παίρνουν άδειες και μένουν πίσω λίγοι για να εξυπηρετήσουν τον κόσμο, με τον ψιλικατζή που έχει κάνει περιούσια, δουλεύοντας μέρα-νύχτα, και πληρώνοντας ψίχουλα στο κράτος, με τον ταξιτζή με τη φτιαγμένη ταρίφα, τον βενζινά με το φτιαγμένη αντλία, με την ασφαλιστική που άλλα χρεώνει (στο κράτος) και άλλα δίνει (σε σένα)…
Και εκεί που ζούσες στον προσωπικό σου «παράδεισο» με την ατομική σου ευδαιμονία, αδιαφορώντας για το τι γίνεται τριγύρω σου, εκτός αν επρόκειτο για το σπίτι του γείτονα ή για το αυτοκίνητο του συναδέλφου, και εκεί που το μόνο που σε εκνεύριζε ήταν ο υπάλληλος που δε σου χαμογελούσε στα ΕΛΤΑ ή τα πάντα καθυστερημένα τρόλευ, που στο τέλος ερχόταν το ένα πίσω από το άλλο, ή έστω η φθίνουσα απόδοση του Ρεχάγκελ, ΤΣΑΦ! Ξαφνικά, συνειδητοποιείς ότι όλα γύρω σου σιγά-σιγά, μεθοδικά θα μπορούσε να πει κανείς, αρχίζουν να καταρρέουν, σαν χάρτινοι πύργοι, και εσύ στη μέση-πάντα-όλου του κόσμου και πουθενά να κρατηθείς. Σου είπαν ότι ζούσες με δανεικά-ναι είναι αλήθεια, αλλά όχι αυτά του δανείου που τα κουτσοβόλευες, που τα ζήτησες για να ικανοποιήσεις λίγο παραπάνω τη ματαιοδοξία σου, που τα πήρες χωρίς να ρίξεις καν τα μούτρα σου γιατί στα έδιναν απλόχερα, με τα οποία πήγες διακοπές, έριξες πλάκα στο οικοπεδάκι, αγόρασες τζιπ με μαύρα φυμέ τζάμια, μη σε βλέπουν και σε ματιάσουν κιόλας, δεν είναι αυτά μόνο που χρωστάς είναι και αυτά που χρωστάτε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ, με τον γείτονα που μισούσες/αγαπούσες και που ψήνατε μπάρμπεκιου τις Κυριακές, με τον υπάλληλο που τα πήρε κάτω από το γραφείο για να σου βγάλει γρήγορα την άδεια, με τον συνταξιούχο που βγήκε προώρως και τώρα γκρινιάζει στην εφορία, όταν οι υπάλληλοι παίρνουν άδειες και μένουν πίσω λίγοι για να εξυπηρετήσουν τον κόσμο, με τον ψιλικατζή που έχει κάνει περιούσια, δουλεύοντας μέρα-νύχτα, και πληρώνοντας ψίχουλα στο κράτος, με τον ταξιτζή με τη φτιαγμένη ταρίφα, τον βενζινά με το φτιαγμένη αντλία, με την ασφαλιστική που άλλα χρεώνει (στο κράτος) και άλλα δίνει (σε σένα)…






