Η αρχή μιας νέας χρονιάς είναι η συνηθισμένη εποχή απολογισμών. Βαρετών απολογισμών. Ομολογώ πως η χρονιά που πέρασε, όπως και οι περισσότερες από τις προηγούμενες δεν θα μπορούσαν να γεμίσουν ούτε τις μεσαίες νυσταγμένες σελίδες ανέμπνευστου μυθιστορήματος. Το πρίκουελ όμως αυτής της όλως τυχαίας και ασήμαντης ζωής, αυτό έχει πραγματικά κάποιο ενδιαφέρον. Μια και η αρχή της κάθε χρονιάς συμπίπτει με τα γενέθλιά μου, μου δίνεται πάντα μια ευκαιρία όχι για ν' απολογηθώ, αλλά για ν' απορήσω. Αν δεν βαριέστε, απορήστε μαζί μου.
Έτσι στις αρχές του 1917 έχτιζε ήδη τη μικρή αλλά φιλόδοξη βιοτεχνία παρασκευής ζαχαρωτών, καραμέλας και άλλων γλυκά υποσχόμενων προϊόντων, στην Αγία Πετρούπολη που δεν άργησε ν’ αλλάξει όνομα και όχι μόνο. Άλλαξε όμως με ρυθμούς πολύ ηπιότερους των σημερινών νεοφιλερεύθερων τυφώνων. Η κατάργηση της ιδιοκτησίας ξεκίνησε από πολύ ψηλά και καθυστέρησε πάνω από μια δεκαετία ν’ αγγίξει την όποια μεσαία - όπως θα λέγαμε σήμερα -τάξη. Στο διάστημα αυτό, ο παππούς Νο1 θα την είχε κοπανήσει από τη γη της επαγγελίας, αν δεν ερωτευόταν, ως φυσιολογικός νέος, μια ντόπια νεαρότατη και φλογερότατη κοκκινομάλλα. Η εν λόγω κοκκινομάλλα ήταν η συνωνόματη γιαγιά, την οποία γνώρισα ασπρομάλλα φέρουσα μοναδικό κειμήλιο μια εντυπωσιακή πορφυρή κοτσίδα, λάφυρο της νιότης της.
Σύντομα γεννήθηκε ο μπαμπάς. Μίλαγε μόνο τη μητρική του γλώσσα κι έμαθε να πατινάρει στον πάγο πριν ακόμα περπατήσει, όπως όλα τα παιδιά του Λένινγκραντ. Πήγαινε στο σχολείο με τα παγοπέδιλα και πέρναγε καταπληκτικά όταν οι γονείς του αποφάσισαν να φύγουν για μια άγνωστη μικρή χώρα του Νότου. Οι τρεις δραπέτες έφθασαν στην Οδησσό όπου μπάρκαραν κουβαλώντας –μεταξύ άλλων αποσκευών- και ένα μπαούλο γεμάτο ρούβλια. Χρόνια μετά, η γιαγιά θυμόταν πως ακόμα κι οι αφροί των κυμάτων της Μαύρης Θάλασσας ήταν σκοτεινότεροι της κόλασης στη γνωστή παγωμένη της έκδοση. Ένα μήνα κράτησε το ταξίδι και στη διάρκειά του, το ρωσικό νόμισμα υποτιμήθηκε τόσο, ώστε τα ρούβλια να γίνουν συνώνυμα των κουρελόχαρτων.
Όταν ο παππούς Νο1 με τη γυναίκα και το μικρό γιο αποβιβάστηκαν στον Πειραιά, ξεφόρτωσαν τα προσωπικά τους αντικείμενα, λίγες χρυσές λίρες και ένα μπαούλο με παλιόχαρτα που άξιζε όσο το απόβαρό του.
Στα μέσα του 1916, ο τότε νεαρός παππούς Νο1, αγνάντευε με ανησυχία τα
κτήματά του στα μικρασιατικά παράλια. Ο Δωδεκανήσιος πατέρας του ήταν ο μοναδικός νησιώτης που αγνοώντας τις θαλασσινές δραστηριότητες, επένδυσε την οικογενειακή
περιουσία σε γη. Γη στο νησί δεν υπήρχε, μόνο πέτρες και βουνά. Έτσι αγόρασε
χωράφια στην απέναντι ακτή. Κοντά ήταν. Πήγαινες κολυμπώντας αν χρειαζόταν κι
οι άνθρωποι τακίμιαζαν εύκολα στο χώρο και στο χρόνο, λίγο πριν ανακατέψουν τον κόσμο διαφόρων μεγεθών ιδέες.
Ο παππούς Νο1 ήταν δαιμόνιος. Ψυχανεμίστηκε την επερχόμενη θύελλα και ως σωστός επιχειρηματίας αποφάσισε στα γρήγορα να ρευστοποιήσει την
περιουσία και να τη μεταφέρει στο εξωτερικό σε σταθερό πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον. Επέλεξε λοιπόν να επενδύσει στη μία από τις δύο
υπερδυνάμεις της εποχής, τη Ρωσία -η Αμερική του έπεφτε πολύ μακριά. Έτσι στις αρχές του 1917 έχτιζε ήδη τη μικρή αλλά φιλόδοξη βιοτεχνία παρασκευής ζαχαρωτών, καραμέλας και άλλων γλυκά υποσχόμενων προϊόντων, στην Αγία Πετρούπολη που δεν άργησε ν’ αλλάξει όνομα και όχι μόνο. Άλλαξε όμως με ρυθμούς πολύ ηπιότερους των σημερινών νεοφιλερεύθερων τυφώνων. Η κατάργηση της ιδιοκτησίας ξεκίνησε από πολύ ψηλά και καθυστέρησε πάνω από μια δεκαετία ν’ αγγίξει την όποια μεσαία - όπως θα λέγαμε σήμερα -τάξη. Στο διάστημα αυτό, ο παππούς Νο1 θα την είχε κοπανήσει από τη γη της επαγγελίας, αν δεν ερωτευόταν, ως φυσιολογικός νέος, μια ντόπια νεαρότατη και φλογερότατη κοκκινομάλλα. Η εν λόγω κοκκινομάλλα ήταν η συνωνόματη γιαγιά, την οποία γνώρισα ασπρομάλλα φέρουσα μοναδικό κειμήλιο μια εντυπωσιακή πορφυρή κοτσίδα, λάφυρο της νιότης της.
Σύντομα γεννήθηκε ο μπαμπάς. Μίλαγε μόνο τη μητρική του γλώσσα κι έμαθε να πατινάρει στον πάγο πριν ακόμα περπατήσει, όπως όλα τα παιδιά του Λένινγκραντ. Πήγαινε στο σχολείο με τα παγοπέδιλα και πέρναγε καταπληκτικά όταν οι γονείς του αποφάσισαν να φύγουν για μια άγνωστη μικρή χώρα του Νότου. Οι τρεις δραπέτες έφθασαν στην Οδησσό όπου μπάρκαραν κουβαλώντας –μεταξύ άλλων αποσκευών- και ένα μπαούλο γεμάτο ρούβλια. Χρόνια μετά, η γιαγιά θυμόταν πως ακόμα κι οι αφροί των κυμάτων της Μαύρης Θάλασσας ήταν σκοτεινότεροι της κόλασης στη γνωστή παγωμένη της έκδοση. Ένα μήνα κράτησε το ταξίδι και στη διάρκειά του, το ρωσικό νόμισμα υποτιμήθηκε τόσο, ώστε τα ρούβλια να γίνουν συνώνυμα των κουρελόχαρτων.
Όταν ο παππούς Νο1 με τη γυναίκα και το μικρό γιο αποβιβάστηκαν στον Πειραιά, ξεφόρτωσαν τα προσωπικά τους αντικείμενα, λίγες χρυσές λίρες και ένα μπαούλο με παλιόχαρτα που άξιζε όσο το απόβαρό του.
