Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Όμορφα να γκρεμίζεσαι


 Ο τρόπος που γινόμαστε κομμάτια, που ερειπώνουμε, λέει πολλά για μας. Όταν καταρρέουμε, κάθε προσποίηση, κάθε προσπάθεια συγκάλυψης γκρεμίζεται πρώτη. Απεκδυόμαστε τα δήθεν και μας αρπάζει η ανάγκη. Πάνω στη σβούρα της γινόμαστε αγνώριστοι. Βαθιά στο κόκκαλο απομένει ό,τι είναι αληθινά δικό μας. Μπορεί και τίποτα δηλαδή. Πιο συχνό το τίποτα.
Οι άνθρωποι που διανύουν τη ζωή τους επιβιώνοντας, αφήνουν πίσω ένα αδιάφορο, συχνά αντιαισθητικό αποτύπωμα. Μερικές φορές, αυτό συμβαίνει και με τα κελύφη, τα σπίτια τους.
Όσοι παθιάστηκαν για τη ζωή, αφήνουν μια ανάμνηση σαν αγκαλιά. Κάθε φορά που αναδύεται η θύμησή τους, χαμογελάς. Να! Σ’ έπιασα. Γέλασες.
Τα σπίτια αυτών των ανθρώπων είναι φωλιές. Κάποιος άλλος θα μπει να ζεσταθεί εκεί. Έχουν καλό αέρα και με το δικό τους τρόπο σου ζητάνε να τα ομορφύνεις. Κι όταν πια τα σπίτια πεθάνουν – γιατί και σ΄ αυτά συμβαίνει- τότε αφήνουν πίσω ένα κουφάρι φλύαρο κι αδιάκριτο που τ’ αγκαλιάζουν χορτάρια κι αγριολούλουδα με χάρη.




Δεν είναι θέμα πλούτου. Δεν σου μιλάω για τα ερείπια κάστρων μα για τα σπίτια των ανθρώπων που ζήσαν με μεράκι.
Κοίτα αυτό το γκρεμίδι. Πρόσεξετις καμάρες, τους φεγγίτες πάνω απ’ τα  παράθυρα και τις πόρτες. Είδες τις πλάκες που προεξέχουν; Τα πέτρινα σκαλοπάτια; Το μπλε της πόρτας που μόλις διακρίνεται; Τα δωμάτια είναι μικρά, μα χαϊδεμένα.

Ο πιο σημαντικός λόγος που τα σπίτια πέθαναν, πέρα από τα χρονάκια που δεν κρύβονται, είναι που οι άνθρωποι τα εγκατέλειψαν. Μίσεψαν ή τα κληροδότησαν σε πολυάριθμους απογόνους που δύσκολα συναντιούνται οι ίδιοι, πόσο μάλλον τα γούστα κι οι κόποι τους. Αναρίθμητα τα όμορφα ερείπια του τόπου κι οι ιστορίες τους σε πολλά σημεία ταυτίζονται.
Μια τέτοια θα σου πω.
Υπήρχε ένα σπίτι σε ένα άλλο νησί. Του προ-προ-ούτε που θυμάμαι πόσα προ-πάππου. Το ‘χτισε απ’ τα σφουγγάρια, χρόνια μετά που στάθηκε στα πόδια του. Σου ‘χω πει γι’ αυτόν; Για την ιστορία που είχα βαρεθεί ν’ ακούω απ’ τη μαμά μου;
Ο πρόγονος αυτός ήταν Αϊδινιώτης. Είχε και δυο αδερφές πολύ όμορφες. Δύσκολα έλεγες ποια απ’ τις δυο ήταν η ωραιότερη.
 Έξω καρδιά ο προ-προ-κλπ-πάππους, πρώτος στα γλέντια και στα κεράσματα μα και αψύς. Άναβε αμέσως και του ΄χαν βγάλει το παρατσούκλι Ασβέστης. Όπως έριχνες το νερό στον ασβέστη κι άφριζε, έτσι φούντωνε και κόρωνε. Και γρήγορα πάλι ησύχαζε και στέριωνε.
Ο καλύτερος του φίλος ήταν Τούρκος. Μαζί μεγάλωσαν, μαζί παίξανε, μπαινόβγαινε ο ένας στο σπίτι του άλλου, μαζί γλεντάγανε. Θρησκείες και γλώσσες δεν τους χώρισαν.
Ένα βράδυ που είχαν παραπιεί στο καπηλειό, μολογούσαν ο ένας στον άλλον τα σώψυχά τους. Κι ο Τούρκος είπε στον αδερφό του τον Έλληνα πως τον έκαιγε σεβντάς μεγάλος. Με τα πολλά, εκμυστηρεύτηκε πως ήταν ερωτευμένος. Ο φίλος τον χτύπησε στην πλάτη και σχολίασε πως αυτό καλό ήταν και να μην σεκλετίζεται μα ο άλλος έσκυψε το κεφάλι και κουνιόταν στην καρέκλα πέρα-δώθε σαν τα μωρά που ζητάνε παρηγοριά μα λεπτομέρειες δεν έλεγε. Πέρναγε η ώρα. Οι άλλοι πελάτες φύγανε κι ο μαγαζάτορας που τους ήξερε από μικρά και τους εμπιστευόταν, τους άφησε στο μαγαζί και πήγε για ύπνο.
Προχώραγε η νύχτα, κατέβασαν κι άλλο κρασί και με μάτια κόκκινα, το ‘βγαλε το μυστικό ο Τούρκος. Ερωτευμένος ήταν μα όχι με όποια κι όποια. Αγαπούσε την αδερφή του Ασβέστη κι όχι μόνο τη μία. Ήθελε και την άλλη. Αδύνατον να διαλέξει. Αδύνατο να ζήσει χωρίς αυτές. Το ‘χε πάρει απόφαση. Θα τις έκλεβε και τις δύο. Μπορούσε. Η θρησκεία του το επέτρεπε και είχε τον παρά να τις ζήσει βασίλισσες. Σουλτάνες.
Ο Ασβέστης κόρωσε. Το αίμα ξεχείλισε κι απ’ τα δικά του μάτια. Όχι το κόκκινο του έρωτα μα του θανάτου. Άρπαξε το μαχαίρι κι έσφαξε τον αδερφό του τον Τούρκο. Αυτόν που μεγάλωσε, έπαιξε, γλέντησε μαζί του. Έπειτα ο Ασβέστης στέγνωσε. Υπολόγισε τις πιθανότητες και έβγαλε συμπέρασμα πως άλλη ζωή δεν του έστεργε στο Αιδίνι. Ξύπνησε τις όμορφες, φόρτωσαν σε ένα μπόγο ότι μάζεψαν πρόχειρο και μπήκαν σε μια βάρκα.
Κωπηλατώντας ως το ξημέρωμα, φτάσαν στο απέναντι νησί. Σαν κάτι άλλους κυνηγημένους των ημερών μας. Όλο βουνό κι αγριάδα το νησί. Πέρα από πέτρες, τίποτα δεν φύτρωνε στον τόπο κι οι Τούρκοι δεν ήξεραν να  τον ψάξουν. Τον φοβόντουσαν τον αγκαθωτό  βράχο και τον άφηναν στην ησυχία του. Ο Ασβέστης κι οι αδερφές του λάτρεψαν το νησί. Ήταν ο σωτήρας κι η φωλιά τους. Άρχισαν στο νησί μια καινούργια ζωή. Βουτηχτής στην αρχή, καπετάνιος σφουγγαράδικου στη συνέχεια, πάντρεψε τις αδερφές του κι έχτισε ένα δίπατο. Ανώι, κατώι, όπως συνηθιζόταν στο νησί που τον δέχτηκε. Ένας κήπος μεγάλος με περιβόλι και κυπαρίσσια τίγκα στα πουλιά και στα τζιτζίκια το τριγύριζε, δυο βήματα από μια θάλασσα βαθιά κι απότομη, διάφανη ως το πιο σκοτεινό μπλε.
Τι τύψεις βασάνιζαν το φονιά; Πρέπει να μίλαγε πολύ για την πράξη του αναζητώντας άφεση. Ξανά και ξανά και ξανά. Απέξω την είχαν μάθει οι δικοί του την ιστορία. Τι κι αν ήταν όλοι πρόθυμοι να τον κρύψουν και να του δώσουν δίκιο. Αυτός εκεί να ξαναλέει τα ίδια. Πάντα να τον σώζει ο θυμός που έσπαγε τα αγγεία στα μάτια κάθε που θυμόταν. Να μην του φτάνει η συγχώρεση των ανθρώπων και δώστου να ομορφαίνει το σπίτι, να το στολίζει, να το ευχαριστεί που τον αγκάλιασε και τον φύλαξε και έδειχνε πού και πού να τον αποδέχεται, να γαληνεύει αυτόν το φυγά, τον αδελφοκτόνο. Σε κάθε κέντημα γκρέμιζε και μια φλούδα του φονιά. Σε κάθε στόλισμα, μια μικρή λύτρωση ομόρφαινε τη μέσα εικόνα.
Ως το αγωνιώδες τέλος της ζωής του. Γύρω-γύρω παιδιά κι εγγόνια κι εκείνος να ζητάει συγγνώμη στο νεκροκρέβατο. Ως το τέλος, όμορφα να γκρεμίζεται στη θέρμη του ασβέστη.
Πήγαινε το σπίτι από τον πρώτο γιο στον πρώτο εγγονό. Κι όλοι κάτι πρόσθεταν στα στολίδια του. Λέγαν τα βράδια την ιστορία του παππού και το συγχωρούσαν. Άλλαζαν τις ξύλινες κουπαστές και τα παραθυρόφυλλα με σκαλιστά. Κένταγε ο κάθε απόγονος στο δίπατο σπιτάκι που χώραγε κόσμο και κοσμάκη. Ο ένας δίπλα στον άλλο. Γέννες, θάνατοι, αρρώστιες, νυχτερινές εξομολογήσεις, βογγητά έρωτα, πόνου, ρόγχοι. Πόλεμοι μακρινοί. Ειδήσεις που όταν έφταναν εδώ, είχαν πια παλιώσει. Φόβοι και αγωνίες πραγματικές κι η ιστορία του Ασβέστη ολοζώντανη από στόμα σε στόμα να φτάνει μέχρι και στα δικά μου αυτιά. Σαν να τη διηγείται ο ίδιος ο φονιάς πάντα ζητώντας συγχώρεση.
Και τι δεν είδε αυτό το σπίτι. Εγγόνια και δισέγγονα ξεκαλοκαίριζαν εκεί και ταύτιζαν το μέρος με τα παιδικά τους χρόνια. Αυτά που λογίζονται για πατρίδα. Κι ας ήταν παιδιά μεταναστών. Πού να θρέψει ο τόπος ο άνυδρος τόσα παιδιά;
Μέχρι που οι άγραφες κληρονομιές της παράδοσης έπαψαν να τηρούνται κι έφτασε το δίπατο ν’ ανήκει σε 35 δικαιούχους. Μια απ’ αυτούς ήταν κι η μητέρα μου. Ένα καλοκαίρι πριν χρόνια πολλά, το επισκέφτηκα κι εγώ. Λίγο πριν το πουλήσουμε σε μια Γαλλίδα που αναγνώρισε την ομορφιά του, το αγκάλιασε και το έσωσε.

Όταν το είδα, έμοιαζε πολύ με τα γκρεμίδια του τωρινού νησιού μου. Όμορφο σίγουρα, μα αδύνατο να φιλοξενήσει ανθρώπους άμαθους στα μαστορέματα. Τα ξύλινα παντζούρια είχαν κρεμάσει. Οι σκαλιστές κουπαστές είχαν σαπίσει, οι ζωγραφιστές γοργόνες στα ταβάνια γκρεμίζονταν μαζί με τους σοφάδες κι η κεραμιδένια στέγη είχε επικίνδυνα ξεδοντιαστεί. Χάσματα παντού πλήγιαζαν το σπίτι που είχε φτιαχτεί με πείσμα και μεράκι. Αυτό που στερούνταν οι τωρινοί του κληρονόμοι πεισμένοι πως ό,τι δεν ανήκει, δεν αξίζει φροντίδας. Η θέρμη του ασβέστη είχε ολότελα καταλαγιάσει στο αίμα των απογόνων του. Την ιστορία του Ασβέστη σπάνια τη διηγούμαστε πια.
Ποιος ξέρει μπορεί και να συγχωρέθηκε.
Κάτι τέτοιο ψιθύριζε το απομεινάρι του σπιτιού του. 

*Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα κι η ιστορία γράφτηκε ξεκινώντας από μια παραίνεση του Τσαλαπετεινού 

2 σχόλια:

  1. Είχα δίκαιο που επέμενα! Αυτή η ιστορία έπρεπε να γραφτεί και ρέει σαν προφορικός λόγος που ακούς μια βραδιά καλοκαιριού μαζί με τον ήχο των τζιτζικιών. Άσε που λειτουργεί και σα μνημόσυνο και κάθε ανάγνωση, είναι κι ένα συγχώριο για την ψυχή του.

    Να σαι καλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να ΄σαι καλά Τσαλ. Να ΄σαι καλά κι εσύ και τα τζιτζίκια :)

      Διαγραφή