Ο τρόπος που
γινόμαστε κομμάτια, που ερειπώνουμε, λέει πολλά για μας. Όταν καταρρέουμε, κάθε
προσποίηση, κάθε προσπάθεια συγκάλυψης γκρεμίζεται πρώτη. Απεκδυόμαστε τα δήθεν
και μας αρπάζει η ανάγκη. Πάνω στη σβούρα της γινόμαστε αγνώριστοι. Βαθιά στο κόκκαλο
απομένει ό,τι είναι αληθινά δικό μας. Μπορεί και τίποτα δηλαδή. Πιο συχνό το
τίποτα.
Οι άνθρωποι που
διανύουν τη ζωή τους επιβιώνοντας, αφήνουν πίσω ένα αδιάφορο, συχνά
αντιαισθητικό αποτύπωμα. Μερικές φορές, αυτό συμβαίνει και με τα κελύφη, τα
σπίτια τους.
Όσοι παθιάστηκαν
για τη ζωή, αφήνουν μια ανάμνηση σαν αγκαλιά. Κάθε φορά που αναδύεται η θύμησή τους,
χαμογελάς. Να! Σ’ έπιασα. Γέλασες.
Τα σπίτια αυτών
των ανθρώπων είναι φωλιές. Κάποιος άλλος θα μπει να ζεσταθεί εκεί. Έχουν καλό
αέρα και με το δικό τους τρόπο σου ζητάνε να τα ομορφύνεις. Κι όταν πια τα
σπίτια πεθάνουν – γιατί και σ΄ αυτά συμβαίνει- τότε αφήνουν πίσω ένα κουφάρι
φλύαρο κι αδιάκριτο που τ’ αγκαλιάζουν χορτάρια κι αγριολούλουδα με χάρη.