Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Μια ανυποψίαστη Δευτέρα


Κοιτάς τις ώρες και τις μέρες να περνούν· τις εποχές να αλληλοεξοντώνονται. Η εποχή της ανθισμένης μυγδαλιάς, της κατακόκκινης φράουλας, του ώριμου ροδάκινου, του ξινού μήλου, παρακολουθούν στη σειρά τους αυτές με τα ανέμελα παιχνίδια, με τα ζαχαρωτά και τα παγωτά χωνάκι, με τα γεμιστά της μάνας, με τα μαύρα τι-σερτ και τα φαρδιά αμπέχονα, το σιγοντάρισμα της κιθάρας και τα ακατάστατα μαλλιά. Ανάμεσά τους οι χρόνοι που μας καθορίζουν, οι περίοδοι που το βέλος του χρόνου κάμπτεται και γυρνά πίσω, που δεν έχει σημασία το αύριο ή το χθες. Έχεις κάτι να μου πεις; Μίλα μου για το τώρα.
Ξεκίνησες με πάρτυ και χορό στο μισοσκόταδο, πέρασες σε γάμους λαμπερούς με σαμπάνιες και πυροτεχνήματα, έγραψες ιστορίες που ανταπόδωσαν με χειροκροτήματα, αγαλλίασες με βαφτίσια και στολισμένες με ήρωες παιδικές τούρτες, διεκδίκησες τα σημάδια σου, επέμεινες στις αυταπάτες σου, κουράστηκες από την ομοψυχία, κατέληξες να σέρνεσαι σε δεύτερους γάμους, κηδείες και μνημόσυνα, να επαναλαμβάνεις κοινοτυπίες, και να αναβάλεις τις προσωπικές διαφυγές. Έχει φτάσει το φθινόπωρο, κι εσύ ακούς ChetBaker σαν πλησιάζουν οι γιορτές και συνεχίζεις να τρέχεις να προλάβεις τα πάντα νοιώθοντας ότι τίποτε δεν θα είναι ποτέ αρκετό.

Κι ενώ εσύ σκύβεις κι ομφαλοσκοπείς, κάποιος σε χτυπά στον ώμο, γυρίζεις, βλέπεις το φύλλο που πέφτει κι ακούς τον εκκωφαντικό του θόρυβο. Κοιτάζεις με τα καλειδοσκοπικά μάτια σου και πείθεσαι ότι το είδες να συμβαίνει. Πιάνεις τη στιγμή και τη σφίγγεις, της ρίχνεις κάμφορα και λεβάντα, την κρύβεις βαθιά μέσα στο κεφάλι σου εξοβελίζοντας τους εχθρούς της και κάθε τόσο και κατ’ιδίαν μπαίνεις και ρουφάς από το μέλι της, το βαφτίζεις νέκταρ.
Κι εκεί που ακουμπάς την ομορφιά, πάει και ματώνει. Γύρω σου, χαμερπή και μιαρά θηρία να στάζουν ψέμα, πειθήνεια και δηλητήριο, πιο μακριά ανέκφραστοι θεατές προτιμούν να σαλαγούν και να υπομένουν ενώ απ'τα στόματά τους χύνεται ζόφος κι αδικία. Έφτασε η εποχή των θολών ματιών και των σκυφτών σπειρών, των τυχάρπαστων ευκαιριών, της νέας γλώσσας πραγμάτων και του άκρατου εγωτισμού.
Συνεχίζεις. Κρύβεις το χαμόγελο μέσα στη ζακέτα, χώνεις το πρόσωπο στο μαξιλάρι για να ουρλιάξεις με καθωσπρεπισμό. Ανένηψες - νομίζεις, ξέφυγες - πίστεψες, μόνο που ο κλοιός είναι ante portas, οι ατέλειες καραδοκούν, η ασχήμια πολλαπλασιάζεται, η αδυναμία δυναμώνει και οι αγαπημένοι χάνονται. Στέκεσαι στην απέναντι πλευρά και δεν έχεις με ποιον να το μοιραστείς. Ποιος να σε στέρξει μες στην ομορφιά του κόσμου σου. Και απομακρύνεσαι πίσω από την καταχνιά που αργεί να σε σκεπάσει. Γιατί στην πραγματικότητα, το συλλογικό ουδέποτε επικράτησε του ατομικού, παρά μόνο σε περιόδους βαθιάς πείνας, κι εσύ το στομάχι σου το νιώθεις χορτασμένο…

7 σχόλια:

  1. Συμφωνώ με μια μικρή προσθήκη στο "χορτασμένο". Προς το παρόν.Το μέλλον άδηλο και δυσοίωνο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Tώρα που το στομάχι θα αδειάσει και όπως όλα δείχνουν θα αρχίζει να πονά...από την πείνα... (...) λες να στραφούμε επιτέλους στους διπλανούς μας πιο αληθινά / ουσιαστικά;
    Το βίντεο μια μαγεία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. έχουμε ήδη αρχίσει...εμείς οι ευαίσθητοι ...αρκεί να μην πάθουμε στομαχόπονο

      Διαγραφή
  3. Για να δούμε τι θα μας ξημερώσει...
    Θα είναι 'χορτασμένο' και αύριο;
    Μέχρι πότε;...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. να ζήσουμε όσο καλύτερα το σήμερα...μπορούμε?

    ΑπάντησηΔιαγραφή