Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Μια μέρα σαν κι αυτήν - Γιορτή μουσικής 2012


Ήταν μια μέρα σαν κι αυτήν, πριν πολλά χρόνια, όταν για κάποιο διάστημα έμενα στη μεγαλιώδη μητρόπολη που λέγεται Παρίσι. Ήταν τότε που ζούσαμε ρουφώντας τα πάντα, ξοδεύοντας όλα όσα είχαμε. Που μετράγαμε τις μέρες μέχρι το τέλος του μήνα, αν θα μας έφταναν τα χρήματα. Που διαβάζαμε μετά μανίας, συζητάγαμε απρόσκοπτα, που είχαμε απόψεις χλιαρές και ανεπιτήδευτες, που εύκολα καταρρίπτονταν από τους πιο ισχυρούς και πιο διαβασμένους. Που “κολλάγαμε” με κάποιο τραγούδι ή κάποιον συγγραφέα. Που δεν μας ένοιαζε το ντύσιμο και το φαγητό. Που αποστηθίζαμε τσιτάτα. Που ενημερωνόμαστε από φίλους, μιλώντας στο τηλέφωνο. Τότε πρωτοάκουσα για τη γιορτή της μουσικής.

Βγήκαμε κάπως αργά, όταν παρόλη τη μεγάλη μέρα το φως λιγόστευε. Μέναμε κεντρικά, οπότε η γιορτινή ατμόσφαιρα σύντομα μας κατέλαβε. Και παραδοθήκαμε άνευ όρων. Τότε η μουσική μας ξεσήκωνε και μας συντόνιζε. Ενωθήκαμε με το πλήθος και βαδίζαμε προς τα μέρη από όπου έρχονταν οι ήχοι. Ήχοι παραδοσιακοί, κλασικοί, λατίνοι, αυτοσχέδιοι ή ρυθμικοί.
Προχωρήσαμε μέχρι τις αποβάθρες του Σηκουάνα, όπου ο κόσμος άκουγε τζαζ. Μας συνεπήρε σαν το καλοκαιρινό αεράκι πάνω από τα στάχυα. Κι αφεθήκαμε μέχρι που αποφασίσαμε να αλλάξουμε κλίμα. Προχωρώντας προς τα δρομάκια του 5ου μας έπιασαν τα κρουστά από τους αφρικάνους της πόλης.

Όσο περνούσε η ώρα τόσο τα πλήθη πύκνωναν γύρω από τις σκηνές. Μελωδίες που άλλαζαν, νότες που δυνάμωναν. Πολύ λιγότερο παγκοσμιοποιημένη η μουσική τότε - ούτε καν διανοούμασταν τον όρο “έθνικ”- κι όμως τη νοιώθαμε ολόγυρά μας να γεμίζει τις καρδιές, τις ψυχές και ό,τι άλλο διψούσε ή ποθούσε. Τριγύρω χαρούμενες φάτσες και ρέοντα γαλλικά. Αισθανόσουν ότι ανήκες κάπου και συνευρισκόσουν με τους οικείους σου. Η πίστη ότι όλοι μαζί γιορτάζουμε. Μέθεξη. Δεν ένοιωθες ξένος, και κανείς δεν ένοιωθε παριζιάνος. Κάθε τόσο κοίταγα τον ουρανό, προσπαθώντας να μεταφέρω την αίσθησή μου πίσω στην πατρίδα.
“Πάμε να ακούσουμε έναν ροκά, προτείνει κάποιος, και περπατάμε προς το 6ο διαμέρισμα. Σε ένα υποτυπώδες βάθρο, βλέπω κάποιον να παίζει δυνατά κιθάρα, μου τον είπαν Gary Moore. Τον ξαναθυμήθηκα μετά από καιρό όταν έκανε τη μεγάλη του επιτυχία:

Χρόνια μετά, κατεβαίνοντας στην πρώτη αθηναϊκή διοργάνωση, αλλά και στις επόμενες αντίστοιχες, μάταια αναζητούσα την παρισινή γιορτινή ατμόσφαιρα. Κάθε φορά, η σύγκριση απέβαινε μοιραία και ατελέσφορη. Δεν ήταν μόνο η νοσταλγία, όσο η αποκαρδιωτική υπενθύμιση ενός κόσμου προορισμένου να μη ζήσει αδελφωμένα. Πολύ πριν η Αθήνα προλάβει να ζήσει την όποια πολυπολιτισμικότητα που της αντιστοιχούσε ως Ευρωπαία εταίρα, την αντάριασε ο φόβος. Σήκωσε τις μπάρες του μίσους και της αδιαλλαξίας. Και αυτό που μεταλαμπάδιασε στους κατοίκους της ήταν μόνο φόβος.

Παρόλα αυτά, η σημερινή μέρα είναι μια ευκαιρία να κλείσουμε τις τηλεοράσεις, να σφιγκταμπαρώσουμε όλα αυτά που μας ενοχλούν και να βγούμε με την καλύτερή μας διάθεση έξω από το σπίτι. Και πού ξέρεις κάπου εκεί, μέσα σε κάποια πλατεία, πίσω από μία γωνία ίσως νοιώσουμε ξανά ανάλαφροι και λιγουλάκι ευτυχισμένοι.  

1 σχόλιο:

  1. Όμορφο, αν και διαχωρίζω τη θέση μου σχετικά με την απομνημόνευση τσιτάτων και την κατάρριψη ιδεών από πιο διαβασμένους.

    ΑπάντησηΔιαγραφή