Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Γεια σου λοιπόν 2016

Το 2016 ξεκίνησε με ένα προαναγγελθέντα θάνατο και συνέχισε με άλλους τόσους.
Λένε, ήταν μια φονική χρονιά, μα και ποια δεν ήταν.
Τώρα που φεύγει, καθώς και τότε που τη ζούσα, μου φάνηκε μια χρονιά εμβάθυνσης. Όχι σε νέα πράγματα, σε γνωστά, αλλά σε έναν κύκλο επανάληψης πιο κοντά στο κέντρο. Πού θα μου πάει, κάποια στιγμή, θα ευστοχήσω.
Μια χρονιά κατανόησης, λιγότερων λόγων, περισσότερης σκέψης, πιο κοντά στην απλότητα.
(Αυτά τα λέω γιατί έγραψα τα λιγότερα ποστ από καταβολής του μπλοκ.)
O καταρράκτης της Στρώμης φωτογραφημένος από τον Λεωνίδα

Και συνεχίζω ακάθεκτη:
Φέτος, συμφιλιώθηκα λίγο περισσότερο με τους νεκρούς.
Στάθηκα μπροστά σε έναν τάφο και λούστηκα ευγνωμοσύνη για τη ζωή. 
Το 2016 ήταν όπως πρέπει να είναι κάθε χρονιά που μας σπρώχνει ένα βήμα εγγύτερα στο τέλος. 
Αν κάτι φωνάζει πως τελειώνει, άκουσε το. Αυτό είπα φέτος κι ας μην ακούω ακόμα καλά. 
Ας νιώσουμε όπως και όσο μπορούμε. Κι ας είμαστε ευγνώμονες για τη ζωή πριν το θάνατο. Για όσα μας έδωσαν αυτοί που φύγανε. Για το πόσο τυχεροί υπήρξαμε που ζήσαμε δίπλα τους.
Ας αγκαλιάσουμε χωρίς ενοχές όσους ζωντανούς το αξίζουν, χωρίς να νοιαζόμαστε για το ροζ, το γλυκανάλατο, για ό,τι μας σκαλώνει να μην ευτυχούμε. Είναι λυτρωτική η βλακομάρα λέω, και να χαθεί στο πυρ το εξώτερον το κυνήγι της πόζας, της σοβαροφάνειας, του δήθεν.
Δηλαδή φέτος, λίγο περισσότερο κατάλαβα ένα-δυο κλισέ κι αυτό με κάνει να βλέπω τα κλισέ με μεγαλύτερη επιείκεια.
Το 2016 ήταν μια χρονιά όπου συνεχίζω να μην ξέρω ποια είμαι, αλλά που με χαμόγελο κατανοώ γιατί διάλεξα να με λένε σύννεφο.

Σ΄ευχαριστώ 2016 και μην ακούς όσα σου σούρνουν - που σιγά μην και σε νοιάζει. 
Εσύ τη δουλειά σου την έκανες με δυνατή και καθαρή φωνή.

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2016

Μαίρη Κρίστ-μας

...και τότε η δασκάλα μας ευχήθηκε να είμαστε καλά και να γράφουμε για τις καλές και τις κακές μας στιγμές 
και μας έδωσε αυτήν την κάρτα που χρειαζόταν να τη διαβάσουμε μαζί, όπως πρέπει για τις δύο κολλητές, 
κι εμείς τη μοιραζόμαστε εδώ μαζί με τις ευχές μας για έναν κόσμο καλύτερο από τον προηγούμενο της χρονιάς που αφήνουμε πίσω, όχι ακατόρθωτα πράγματα δηλαδή…


Χρόνια Πολλά

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Jupiter lines



Και φτάνεις στην άκρη του νήματος γεμάτος ερωτήσεις, μ’ όλο που ξεχνάς τι ήθελες να ρωτήσεις, το μόνο που θυμάσαι, αυτό που σε τσιγκλάει, από τ’ ανώδυνα προπάντων, και στο τέλος, όταν αποθαρρύνεσαι, αρπάζεσαι από τις ερωτήσεις μπας και σε βοηθήσουν να θυμηθείς. Μα αυτές σαν τη φωτιά, άχρηστο δώρο θεϊκό, θα κάψουν κάθε τι το άχρηστο εντός σου, κι ό,τι άλλο κάψουν θα σου είναι άχρηστο πια· και τότε θα καταλάβεις πως ο χαμένος δεν τα παίρνει πάντοτε όλα.
Κι αν δεν έχεις τις απαντήσεις, θα αλλάξεις τη σειρά των ερωτήσεων, το νόημα δεν έχει σημασία αν δεν το βρεις, κι αν το βρεις δεν θα έχει πια και τόσο νόημα, δεν είναι έτσι; Άλλαξε τη σειρά και θα αλλάξει το νόημα. Δώστους να το διαβάσουν και θα του αλλάξουν το νόημα. Κάθε αναγνώστης είναι μια άλλη ανάγνωση, το είπε ο Πιερ Μενάρ, ο ρεβιζιονιστής του Δον Κιχώτη, το ξέρουν κι οι γραφιάδες που έχουν πάψει να μονομαχούν με τις βεβαιότητες.
Κι όσες λίστες και να φτιάξεις θα διαφέρουν σε κάτι βασικό, το περιεχόμενό τους θα αλλάζει την ώρα ακριβώς που τις σημειώνεις στο χαρτί, πριν αδιαμαρτύρητα στεγνώσει το μελάνι· οι λέξεις, θα χάσουν την υπόστασή τους, αμέσως μόλις καταφέρεις να τις ορίσεις. Στον αγώνα μεταξύ του πράττειν και του γράφειν κερδισμένος θα είναι πάντα ο λόγος, να ξέρεις.

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

Μικρές ιστορίες δέντρων ΙΙ



It is not our job to remain whole.
We came to lose our leaves
Like the trees, and be born again,
Drawing up from the great roots
 ROBERT BLY
 (ΙV)
Είχα αποφασίσει να φυτέψω ένα δέντρο, στη μνήμη του δεύτερου σκύλου μας, στο πάρκο απέναντι από το σπίτι, κι έτσι έκλεψα ένα πευκάκι από τη δεντροφύτευση πάνω στο λόφο, εκεί που θάψαμε το σκύλο μας, πίστευα τότε, ότι καθώς κάθε μέρα θα το έβλεπα να μεγαλώνει, κι αφού παιδιά δεν είχα δει να μεγαλώνουν, θα μου θύμιζε αυτό που έφυγε νωρίς – νωρίτερα από εμάς – ο χρόνος, έννοια σχετική πάντα, από μια εποχή και μετά, μετριέται σε ζωντανούς κι αποθαμένους. Ήξερα βέβαια ότι έπρεπε να περιμένω μερικά χρόνια να μεγαλώσει τις ρίζες του, να ριζώσει για τα καλά, και τότε μόνο θα άρχιζε να ψηλώνει· κάποιες άνυδρες βδομάδες, κατέβαινα και το πότιζα, και περίμενα. Ένα πρωί, μεσούσης της άνοιξης και οργιαζούσης της φύσης, μέσα στις πασχαλινές διακοπές μας, οι εργάτες του δήμου, ακολουθώντας εντολές βεβαίως, με περισσή σπουδή και εγγενή ακηδία, κόβοντας τα αγριόχορτα που είχαν πνίξει το πλατειάκι, ξερίζωσαν κι αυτό, αχ μια ζωή τύψεις, που είχα ξεχάσει να βάλω μια σήμανση, ένα σταυρό, ένα σήμαντρο, κάτι...

(V)


Απάνω στους βλαστούς, βλαστοί περιδιαβαίνουν
Κωστής Παλαμάς
Ο χρόνος είχε ζαρώσει στην ακινησία της κορυφογραμμής. Το αυτοκίνητο κυλούσε ήρεμα στα ριζά της βουνοπλαγιάς ενώ εγώ κρατιόμουν απαλά από τη δερμάτινη χειρολαβή. Όταν το νοητικό μου κατέγραψε την επανάληψη του τοπίου παρέμεινα σιωπηλή απολαμβάνοντας το θέαμα που αποκαλυπτόταν μπροστά μου ονειρικά σχεδόν, καθώς το παγωμένο φως έπεφτε πάνω του αργά και καταλυτικά. Συντονισμένη στην τραχύτητα του ορεινού δρόμου που ισορροπούσε με την απαλότητα των καμπύλων στροφών ακολουθούσα το χρόνο σέρνοντας το βλέμμα, από μπροστά μέχρι το πλαϊνό μου παράθυρο και ύστερα πέρα μακριά στην εκπνοή της πεδιάδας. Κι εκεί που η ματιά μου λύγιζε και βυθιζόταν, από μέσα μου παραδεχόμουν πως ανέκαθεν τα άκρα, παρότι αιχμηρά, με έθελγαν και με παρέσερναν σε  ημιτονοειδείς ονειροπολήσεις. Το χειμώνα, μου εξήγησε, τα αειθαλή φυτά αναρριχώνται κι αγκαλιάζουν τους κορμούς των φυλλοβόλων δέντρων για να τα προστατέψουν από την παγωνιά, αυτό πιστεύει κάποιος που έχει αποκτήσει παιδιά, δικαιολογώντας τάχα την υπερπροστατευτικότητά του, εγώ πάλι είμαι της άποψης ότι θέλουν απλά να ομορφύνουν το γυμνό τοπίο, υποστηρίζοντας την ενδελέχεια της φύσης. Και πως το ίδιο κάνουν όταν επιβιώσουν μετά από μια καταστροφική πυρκαγιά, όσα καταφέρουν μετά από καιρό να ζωντανέψουν πνίγουν στην αγάπη τους καμένους κορμούς περιμένοντας -  μάταια ίσως - να ξαναπρασινίσουν· η φύση παραδίδει μαθήματα αλληλεγγύης, συστηματικά και δωρεάν.


Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2016

Μικρές ιστορίες δέντρων


(Ι)
Ήρθε κι η ώρα για τα κάστανα. Πετάω μια πέτρα πάνω στο δέντρο, το δέντρο σείεται ολόκληρο, κι αυτά κατρακυλάνε βροχηδόν πάνω στο κεφάλι και στους ώμους μου. Δεν μπορώ όμως να δικαιολογήσω τον εαυτό μου για τη χρήση της πέτρας. Δεν είναι κάτι αθώο, δεν είναι δίκαιο να κακομεταχειρίζομαι το δέντρο που με τρέφει. Δεν είμαι παράξενος, επειδή πιστεύω ότι αν εγώ, με αυτόν τον τρόπο μειώσω τη διάρκεια ζωής του δεν θα μπορέσω να απολαύσω τους καρπούς του στο διηνεκές, και είμαι έτοιμος να δεχτώ μια πιο αθώα προσέγγιση με κίνητρα καθαρά ανθρωπιστικά. Συμπάσχω με το δέντρο, εγώ όμως σήκωσα μεγάλη πέτρα ενάντια στον κορμό του, σαν ληστής – χωρίς πάντα να διαπράττω φόνο. Πιστεύω ότι δεν πρέπει ποτέ να το ξανακάνω. Αυτά τα δώρα του θα πρέπει να γίνονται αποδεκτά, όχι μόνο με ευγένεια, αλλά με κάποια ταπεινή ευγνωμοσύνη. Το δέντρο του οποίου τους καρπούς θα μαζέψουμε, δεν πρέπει ποτέ να το ταρακουνήσουμε τόσο άγρια. Δεν είναι κι εποχή αναστάτωσης όπου μια μικρή σπουδή κι η βία ακόμη και θα μπορούσαν να συγχωρεθούν. Είναι χειρότερο από βάναυσο, είναι εγκληματικό, να προκαλέσει κανείς έναν περιττό τραυματισμό στο δέντρο που τον τρέφει ή του χαρίζει τη σκιά του. Τα παλιά δέντρα είναι οι γονείς μας, και οι γονείς των γονιών μας, κατ'επέκταση. Αν μαθαίναμε τα μυστικά της Φύσης θα εξασκούμασταν σε περισσότερη ανθρωπιά από τους άλλους. Η σκέψη ότι έκλεβα τον ίδιο μου τον εαυτό μου τη στιγμή που τραυμάτιζα ένα δέντρο δεν μου ήρθε ξαφνικά, αλλά ένιωσα σαν να είχα ρίξει μια πέτρα σε ένα συναισθανόμενο ον, με μια πιο θαμπή αίσθηση από τη δική μου, είναι αλήθεια, αλλά με μια μακρινή συγγένεια. Μακριά από τον άνθρωπο που κόβει το δέντρο για να φτάσει το φρούτο! Ποια μπορεί να είναι η ηθική μιας τέτοιας πράξης;
Henry David Thoreau στο ημερολόγιό του στις 23-10-1855

(ΙΙ)
Στον έρωτα (της είπε) το μυαλό εξατμίζεται
και το μόνο που μένει το αδύναμο σώμα τόσο
με τα γυμνά του κλαδιά
Χάρη Βλαβιανού, Οι λευκές νύχτες του Τολστόι


(ΙΙΙ) 

Η παλιά μονοκατοικία δέσποζε στην τελευταία γωνιά του δρόμου μας, φαινόταν, κι ήταν, σχεδόν εγκαταλελειμμένη. Κάθε τόσο όμως εργάτες έρχονταν και καθάριζαν τον κήπο, ξεχορτάριαζαν, κλάδευαν, καλλώπιζαν, καθάριζαν, κι έτσι άνετα η γειτονιά, αλλά και πολλοί περαστικοί απολάμβαναν τους κόπους τους· την άνοιξη τα τριαντάφυλλα που ξέφευγαν πάνω από τη μάντρα, το καλοκαίρι, τα σύκα πριν προλάβουν να ωριμάσουν και πέσουν από τη συκιά της έξω γωνίας, το φθινόπωρο τα ρόδια - αν και τα τελευταία χρόνια χρειαζόσουν σκάλα για να τα μαζέψεις, τόσο είχε ψηλώσει η ροδιά· οι δύο γέρικες ελιές στο πίσω μέρος του κήπου, μακριά από το δρόμο, γλίτωναν το ευγενές πλιάτσικο, άλλωστε από την αφροντισιά χτυπημένες από το δάκο, άχρηστες, θα'ταν. Ώσπου μια μέρα είδαμε την ταμπέλα, Αρ.Αδείας 574/16 και τις προειδοποιήσεις στα σταθμευμένα στο δρόμο μπροστά στο σπίτι αυτοκίνητα· σχετικά άμεσα ξεκίνησαν κι οι εργασίες ανακατασκευής. Κι ενώ μέχρι σήμερα, ύστερα από μήνες, οι εργασίες συνεχίζονται, όλο και προστίθενται νέα δωμάτια, νέοι χώροι, ψηλώνει και απλώνεται η παλιά κατοικία, σύμφωνα πάντα με τις εντολές των μηχανικών, μέσα σε μια μέρα, ο κήπος όλος ξεπατώθηκε και ισοπεδώθηκε, ακόμη και η γωνιακή μικρή συκιά, που καμιά επέκταση της οικίας δεν εμπόδιζε, για μέρες μύριζα το άρωμά της, χαρακτηριστικό της απώλειας αναμνήσεων. Μόνο το τεράστιο πεύκο απόμεινε, προστατευόμενο, βάσει βασιλικού διατάγματος, είδος της περιοχής. Ποια μπορεί να είναι η ηθική μιας τέτοιας πράξης;