Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

η τρίλλια


ξύπνησα νωρίς ίσα-ίσα να πάρω μια ανάσα δροσιάς πριν βυθιστώ στο ζόφο της καθημερινότητας κι έτσι άκουσα το πουλί σήμερα θα κάνει πολύ ζέστη έλεγαν χθες το πουλί δεν το άκουσε αλλά το ένοιωσε στο πετσί του ίσως όμως να είχε ξυπνήσει κι αυτό από μοναξιά γιατί άρχισε να κελαηδάει μόνο του ολομόναχο δηλαδή όχι ακριβώς να κελαηδάει αλλά να προσπαθεί να αρθρώσει κελάηδημα δεν του έβγαινε όμως του έλειπε η παρέα ή να έκανε πρόβες για κάποιο σημαντικό κονσέρτο των επόμενων ημερών να ξεκίνησε μόνο του πάλι ως πρωινό κοκκόρι δεν το θεωρούσα πιθανό το φως είχε αρκετά γεμίσει τη μέρα πλημμυρίζοντας το πεύκο από όπου ακουγόταν η περιοχή είναι γεμάτη από ψηλά πεύκα τα πεύκα είναι τα αγαπημένα δέντρα των πουλιών τα πεύκα εκνευρίζουν όλους εμάς που θέλουμε να παρκάρουμε τα αυτοκίνητα κάτω από αυτά και τα γεμίζουν πευκοβελόνες το καλοκαίρι ρετσίνι το φθινόπωρο και κίτρινη γύρη την άνοιξη τα πουλιά όμως τα αγαπάνε τα πεύκα τους αρέσουν οι ήχοι που βγάζουν τα νεαρά κλαδιά τους λατρεύουν τους ήχους που κάνουν τα κουκουνάρια όταν πέφτουν πάνω στα αυτοκίνητα είναι εντυπωσιακότεροι από τις κουτσουλιές τους τους αρέσει να κρύβονται στις πυκνές γέρικες φυλλωσιές σκιερά και απόμερα έπιασε μια τρίλλια λοιπόν που ήταν παράφωνη αν δεν ξύπνησε βραχνιασμένο από το βραδινό αιρκοντίσιον μπορεί και να μην ήθελε να πιάσει το γλυκό κελήδημά του από ντροπή για όλα όσα βλέπει γύρω του αυτά τα ανθρώπινα που δεν είναι καθόλου ανθρώπινα τώρα πια αλλά δεν ξέρει πως να διαχειριστεί τη ντροπή και την ασκήμια σκέφτηκα ότι ίσως και να ήταν μικρό και να ξέφυγε από την αυστηρή επιτήρηση της μάνας του θέλοντας να χαράξει την ολόδική του πορεία να μην μπει σε νόρμες από τόσο δα μικρό κάπου δεν του έβγαινε όμως και παραφώνιζε στο τέλος σταμάτησε και τότε ήρθε ο αδερφός του για φίλο του δεν τον έκανα ήταν νεαρό το πουλί δεν είχε προλάβει ακόμα να δικτυωθεί στη γειτονιά και να πιάσει φίλους εκείνος το βοήθησε δίνοντάς του ένα ρε προσπάθησαν για λίγη ώρα μπας να καταφέρουν κάτι μαζί τίποτα νάδα μόλις το άφησε μόνο του το μοναχικό πουλί συνέχισε να κελαηδά ασύγχρονα και στριγκιά βαρέθηκε το αδέρφι και πέταξε για αλλού ύστερα από λίγο σταμάτησε και το άλλο η πρωινή ησυχία είχε αρχίσει να διαρρηγνύεται ο ήλιος και η καλπάζουσα ζέστη διέτρεξαν τη φυλλωσιά προς στιγμήν άρχισα να σκέφτομαι τα χειρότερα όχι ότι τα χειρότερα δεν ήταν αυτά που σκεφτόμουν πριν αλλά τα χειρότερα όπως και τα καλύτερα αργούν να 'ρθούν κι εγώ είχα περισπαστεί δεν χρειάστηκε πολλή ώρα λανθάνουσας αναστάτωσης και ξανακούστηκε η γνώριμη τρίλλια σε μια χαμηλότερη κλίμακα τώρα μπας και ζευγάρωναν είπα σε μια στιγμή απρόσκοπτης αισιοδοξίας μήπως είχε βρει κάποιο ταίρι κι έβγαζε κάτι σαν τις φωνίτσες των ικανοποιημένων γυναικών σε λίγο ήρθε ένα αυτοκίνητο εκεί κάτω από το πεύκο και από μέσα βγήκαν με φούρια και φασαρία άνθρωποι η μέρα άρχιζε κανείς δεν έδινε πια σημασία στο πουλί κανείς δεν υπολόγιζε ένα πουλί και μάλιστα παράφωνο...

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς, σαν τη θάλασσα

Τακτοποιούσα πριν μέρες, κάτι παλιές φωτογραφίες. 
Ξεχώρισα τρεις των παιδιών.

Ο Ν., 3 χρονών στα Κύθηρα. 
Έχουμε βγει απ’ τη θάλασσα και πριν του φορέσω το στεγνό μαγιό, ξεφεύγει κι αρχίζει να τρέχει στη γραμμή που σκάει το κύμα. Κάνει ζικ ζακ, ξεφωνίζει, δραπετεύει απ’ τα ρούχα, τη φροντίδα, την επιτήρηση.
Τον φωτογραφίζουμε γυμνό κι ευτυχισμένο ν’ απομακρύνεται χοροπηδώντας.

Δυο χρόνια μετά, ο Α. στο Ελαφονήσι. 
Ενός έτους, μουλιάζει ξαπλωμένος ανάσκελα στα τυρκουάζ νερά μ’ ένα χαμόγελο χωρίς δόντια κι επιτήδευση. Χωρίς μπρατσάκια επίσης. Κολύμπαγε από μηνών.

Είναι το νερό φυσικό στοιχείο των μωρών άλλωστε. 
Το ξέρουν, το αγαπούν, το εμπιστεύονται.
Μου το ‘χε πει ο μικρός, λίγο μετά που άρχιζε να νοιώθει τις λέξεις: «εμπιστεύομαι σημαίνει αγαπώ.»

Έτσι δεν είναι;

Λίγα καλοκαίρια αργότερα, μοιάζουν κι οι δυο να χορεύουν στα κύματα του Τσιγκράδου. 
Αφροί, σταγόνες, γέλια, μαυρισμένα κορμάκια, απλωμένα χέρια που καταλήγουν σε γροθιές. Σφίγγουν τη χαρά.
Γιατί η θάλασσα είναι ευλογία και γιατρειά.

Έτσι δεν είναι;

Και μετά εμφανίζεται αυτή η φωτογραφία / Κάποιος την άλλαξε λίγο / να μην μοιάζει τόσο σοκαριστική / Να νομίσεις πως είναι ζωγραφιά / Γέννημα της φαντασίας / Η πραγματικότητα στις διαστάσεις του μυαλού μας, δεν τη χωράει τόση φρίκη.


Αυτό το μωρό.
Δεν μπορώ να σταματήσω να το βλέπω.
Έτσι όπως είναι ξαπλωμένο μπρούμυτα μοιάζει τόσο με τα δικά μου μωρά. Εδώ που τα λέμε, μοιάζει με όλα τα μωρά.
Όπως τα έχω κρυφοκοιτάξει να κοιμούνται -επιτέλους κουρασμένα από το ατελείωτο παιχνίδι.
Τι ευτυχία ένα κοιμισμένο μωρό! 
Σε ξεχειλίζει αγάπη η εικόνα / άμα δεν είναι λάθος.
Άμα είναι λάθος, σε φτύνει στα μούτρα.

Λέω συγγνώμη, νοιώθω ντροπή. 
Ε, και;
Λέμε, νοιώθουμε. 
Βάζουμε ένα εμείς. Όσο περισσότεροι, όσο μεγαλύτερο το εμείς, τόσο πιο μικροί γινόμαστε, τόσο πιο εύκολα κρυβόμαστε πίσω του.  
Ανακούφιση το πρώτο πληθυντικό όταν απολογείσαι.

 Έτσι δεν είναι;

Κάπως σαν το «εμείς τα φάγαμε». Τόσοι πολλοί εμείς οι "εμείς", που να μην φταίει κανείς μας χωριστά.
Ευκολότερα λέμε: Εμείς το φάγαμε το μωρό, Εμείς τρώμε μωρά, Εμείς οι Κρόνοι, οι ευαίσθητοι και μετανιωμένοι για την αδιαφορία μας γονείς.
Το «εμείς» δρα σαν χημικός διαλύτης. Λίγο σαν τη θάλασσα. Αραιώνει δηλητήρια. 
Σαν τη θάλασσα, άμα της ρίχνεις φαρμάκι, το εξαφανίζει. 
Είναι μεγάλη αυτή.Απέραντη σε σχέση με μας. Μπορεί να κάνει πράγματα ταυτόχρονα.
Να σε γεμίζει ευτυχία /να σε πνίγει.  

Ίσως το εμείς να γιατρεύεται με το εγώ. 
(Λέω εγώ.)  
Ω, ας γίνω επιτέλους εγωίστρια. 
Ίσως το εγώ μεγαλώνει όταν προσωποποιεί το φταίω και το «τι κάνω τώρα».
Μην μου λες δεν ξέρω.
Να εδώ, ένας άνθρωπος, βρήκε τι να κάνει:

Κι άλλος ένας:
Σκίτσο Γιάννη Αντωνόπουλου http://johnantono.blogspot.gr/

Εγώ το ψάχνω.
(το ψάχνω;)

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Η κυρία και ο Άη-Γιώργης


Η κυρία, μιας μέσης ηλικίας, μόλις είχε βγει από τη θάλασσα, και παρόλο που είχε τα κιλά της κάθισε ανάλαφρα στην ήδη ξεδιπλωμένη αλουμινένια καρέκλα, που την περίμενε όπως πάντα, μπροστά στο κύμα, την ξεδίπλωνε ενώ έφτανε στην παραλία, την ώρα που καλημέριζε τις υπόλοιπες κυρίες, μιας κάποιας ηλικίας και αυτές, άλλες λίγο μεγαλύτερης, άλλες ελάχιστα μικρότερης-ήταν βλέπεις πολύ πρωινή η ώρα για τη θάλασσα, αργότερα, όταν πια όλες αυτές είχαν μαζευτεί και μαγείρευαν στα σπίτια τους, αφού είχαν ξεπροβοδίσει τους συζύγους τους για το καφενείο, θυμίζοντάς τους να μην ξεχάσουν στην επιστροφή το ψωμί και το μαϊντανό. Ήταν η ώρα που η θάλασσα στραφτάλιζε, ο ήλιος ανέβαζε τα γράδα του, και το πρωινό αεράκι που αχνοχανόταν αρκούσε να στεγνώσει την υγρασία από το κορμί της. Σε λίγο ξεκίνησε τη διαδικασία αλλαγής του μαγιό, με τις μεθοδικές και-καθημερινά-επαναλαμβανόμενες κινήσεις, δίπλωσε την πετσέτα γύρω από τη μέση της, σκουπίστηκε, έβγαλε τα προσεκτικά διπλωμένα εσώρουχα από την πάνινη τσάντα, την μπλε με τους απλικαρισμένους ναυτικούς κόμπους και την άγκυρα από κορδόνι, την οποία, η κυρία απίθωνε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε η άγκυρα να βυθίζεται ελαφρά στη άμμο, για να μην την αναποδογυρίζει ο αέρας ή κάποιο απρόβλεπτο κύμα, ενώ αυτή θα βρισκόταν μέσα στο νερό, φορούσε με συστολή και κοιτώντας τριγύρω της τα εσώρουχα κι έριχνε γρήγορα πάνω της το μπουρνούζι, ώστε να εξανεμίσει την πιθανότητα μιας διπλανής κλεφτής ματιάς. Ξανακάθισε ανακουφισμένη στην καρέκλα και ξεγλιστρώντας από το χρόνο άφησε με τη σειρά της το μυαλό της να ξεφύγει, κοιτώντας πάντα προς την ξελογιάστρα τη θάλασσα, και καρφώνοντας το βλέμμα προς το απέναντι νησάκι.

-Άη Γιώργη μου, είμαι ευτυχισμένη

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Νησιά


Κάθε πρωί στο μπαλκόνι, μετράω νησιά.
Τα απαγγέλλω σαν προσευχή.
Νάξος, Μύκονος, Πάρος, Δήλος, Ρήνια, Σέριφος, Σύρος, Σίφνος.
Μερικά κρύβονται με τον καιρό κι η προσευχή μικραίνει.
Νάξος, Μύκονος, Δήλος, Ρήνια, Σύρος.
Ή μόνο Δήλος.
Με την ομίχλη χάνεται κι αυτή.
Άδηλος.
Θέλω να μείνω εδώ.
Ακόμα κι αν αναπνέω το σύννεφο.
Αυτό να γίνει το σπίτι μου.
Σκέφτομαι μετά, πως αν συνηθίσεις την ομορφιά, μπορεί και να τη χάσεις. Γιατί θα πάψεις να τη βλέπεις.
Μπορεί να μετακομίσει η παροδική ομίχλη στο μυαλό. Να γίνει μόνιμη.
Οπότε φεύγω.


Κι  αν είμαι ακόμα τυχερή, θα επιστρέψω με περισσότερη λαχτάρα και πιο δυνατή όραση.