Λοιπόν. Η μητέρα μου είναι τρελή. Όχι, πως η ψυχική υγεία ενός μόνο ανθρώπου έχει τόση σημασία όταν στροβιλίζονται λέξεις ασήκωτες, όπως φτώχεια, βία, φασισμός, καταστολή, βασανιστήρια, υποτέλεια, ταπείνωση κι απανθρωπιά. Αλλά και χωρίς αυτά, είναι πολύ μοναχικό θέμα. Λίγοι μιλούν για το Αlzheimer, κι ακόμα λιγότεροι για την επιθετική του φάση. Άλλη μια υπερήλικη γυναίκα, με χρόνια άνοια πέρασε μέσα σε λίγες μέρες από το στάδιο της αγαθής αμυαλοσύνης στην παράνοια. Μόνο που αυτή η γυναίκα είναι η μητέρα μου. Και το πέρασμά της, καμιά σχέση δεν έχει με την κρίση. Έχει μια σύνταξη που καλύπτει τα έξοδά της, ανθρώπους να τη νοιάζονται, να την πηγαίνουν στους γιατρούς, να στέκουν δίπλα της. Αλλά η τρέλα είναι εδώ. Κι είναι αμείλικτη. Υπάρχουν λέει στις ψυχώσεις οι αρνητικές φάσεις, της κατάθλιψης ας πούμε, κι οι θετικές, της παράνοιας ή της μανίας. Είμαστε στο Limit up των θετικών. Βγαίνει στον κήπο και βρίζει τα περαστικά παιδιά. Σε μια βδομάδα πέταξε στα σκουπίδια τα ρούχα, το βιβλιάριο υγείας και την καινούργια κλικλίκου-friendly τηλεόρασή της. Άπαντα εξαφανίστηκαν. Τώρα κοιτάει την άδεια φωλιά της παλιάς της παρέας κι αναρωτιέται ποιος πέταξε την οθόνη. Το μάτι της στον κόσμο. Ένα μάτι, που βέβαια, χρόνο με το χρόνο θάμπωνε, της ήταν όλο και πιο αδιάφορο. Όλο και πιο ακατανόητο.
Μόνη, τις ώρες που λείπουμε σε δουλειές και σχολεία, εμπλουτίζει τις φανταστικές της ιστορίες. Εφευρίσκει συγγενείς και ζωγραφίζει διώκτες. Οικοδομεί ήρωες γεμάτους κακία και μένος εναντίον της. Πιστεύει πως είναι κυνηγημένη δραματική ηρωίδα. Και είναι. Αλλά όχι της πλαστής της ιστορίας.
Κι από την πίσω μεριά του γρατζουνισμένου τοίχου εμείς. Τα παιδιά που παγώνουν απέναντι σε μια γιαγιά που τη μια μέρα τα κανάκευε και την άλλη συμπεριφέρεται σαν τη Λίντα Μπλερ στον εξορκιστή. Ο έκπληκτος καλός μου, που μέχρι χτες ήταν ο γιος της και ξαφνικά στοχοποιήθηκε ως ο βασικός κακός του οικογενειακού B movie σεναρίου. Κι εγώ. Χρόνια να προσπαθώ να κρατήσω ζωντανή τη θεραπευτική μυρωδιά της μάνας που λαχταρούσα κάθε φορά που ανέβαζα πυρετό. Την προετοιμασία της καθημερινής πορτοκαλάδας. Να ζουλάει τα φρούτα στο γυάλινο στίφτη. Να βάζει δύναμη από τον ώμο, στο χέρι ως την παλάμη. Ν’ αποσπάει και την τελευταία βιταμίνη για τα παιδιά της. Καμιά ώρα το πάλευε. Και μετά να μας φωνάζει. «Πιείτε το τώρα-τώρα που είναι φρέσκο! Μετά, γίνεται νερό.» Νερό. Ξεπλένονται οι άτιμες οι αναμνήσεις. Σανίδες σου λέει, της κακιάς ώρας. Βουλιάζουν. Το παραμορφωμένο πρόσωπο του σήμερα δεν ταιριάζει με την όμορφη γυναίκα που έκανε ένα τέταρτο για να βάλει σωστά το κοκκινάδι, να βουρτσίσει τα γυαλιστερά μαλλιά, να ρουφήξει τα μάγουλα και να γυρίσει λίγο στο πλάι το κεφάλι μπροστά στον καθρέφτη. Κι εγώ στην πόρτα του υπνοδωματίου να την καμαρώνω και να σουφρώνω τα χείλη, να τη μιμούμαι, να φοράω τις γόβες της κρυφά και να κάνω ένα βήμα στο παπούτσι, ένα μπρος. Έχω ψηλώσει, έχω μεγαλώσει. Έχει μικρύνει. Σαν την Αλίκη που ήπιε το φίλτρο και περνάει μέσα από κλειδαρότρυπες. Το σκάει και δεν την προλαβαίνω. Το σκάει και δεν τη θυμάμαι.