Χθες το βράδυ συναντηθήκαμε μ’ ένα φίλο που γύρισε για λίγο απ’ τη Μαδρίτη. Ήπιαμε ανεπιφύλακτα και γελάσαμε με κάθε επιφύλαξη. Είναι που η χαρά ανεβαίνει στο στήθος τοίχο-τοίχο. Ούτε η ίδια ξέρει πώς θα φτάσει. Θα είναι ακόμα χαρά όταν καθίσει στα χείλη ή θα μεταλλαχθεί σε γκρίνια κι ειρωνεία;
Θυμήθηκα όμως. Ταξίδια, εικόνες, εποχές όπου τα όνειρα επιτρέπονταν.
Γυρνώντας με τ’ αμάξι, σταματήσαμε γιατί ο δρόμος ήταν μπλοκαρισμένος. Ένα αυτοκίνητο είχε φρενάρει κάθετα στη ροή και μπροστά απ’ τις κοκαλωμένες ρόδες διακρίνονταν δυο ξαπλωμένα πόδια. Μπλουτζίν και μπότες. Πιο πίσω μια πεταμένη μηχανή. Κόσμος να κοιτάει με θλίψη κι αρρωστημένη περιέργεια. Η θλίψη κρατάει το κεφάλι πιο πίσω, η ανθρωποφαγία τραβάει το μισό κορμί μπροστά. Κι έτσι τα σώματα στραβώνουν σε μια δαιμονισμένη λόρδωση. Ούτε πλησιάζεις να βοηθήσεις, ούτε αποχωρείς να δώσεις αέρα στο θύμα. Το κεφάλι του χτυπημένου κρύβεται πίσω απ' την καρότσα. Θα μπορούσε να είναι ένας από μας. Που είναι. Μόνο που σήμερα είναι αυτός. Κι εμείς μόνο παρακολουθούμε χωρίς να βοηθάμε. Παγωμένοι σε στάσεις αφύσικες, περιμένουμε τη σειρά μας. Να ξαπλώσουμε δίπλα στις ρόδες, να λαχταρήσουμε μόνοι ή αν είμαστε τυχεροί με κάποιον να μας παραστέκει στ’ αλήθεια. Να λιώσει μαζί μας, να δώσει ίσως ένα κομμάτι της ζωής του για να μας σηκώσει.
