Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Η Βαρσοβία για μεγάλους

...χωρίς να αποκλείει τα ιστορικά αρχιτεκτονήματα της παλιάς πόλης και της “νέας” - της λιγότερο παλιάς πόλης - τα οποία πανέμορφα είναι δοσμένα εδώ κι εδώ, τις πολυάριθμες εκκλησίες γοτθικού, ρομαντικού αλλά και αναγεννησιακού ρυθμού, συνήθως εντοπίζεται στα μνημεία του πρόσφατου ταραχώδους παρελθόντος, και ειδικότερα στα εμβληματικά μουσεία όπως αυτό της Εξέγερσης [του γκέτο το 1943, Muzeum Powstania Warszawskiego] και το νεόκοπο αυτό της Ιστορίας των Πολωνών Εβραίων [Muzeum Historii Żydów Polskich].

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

H Βαρσοβία για μικρούς

Το μπλογκ πήγε εκδρομή. Δεν το περιμέναμε, αλλά βρεθήκαμε στη Βαρσοβία. Τα άλλα μέλη της παρέας -που μεταξύ μας την ονομάζουμε φράξια του πράσινου αναπτήρα - ανακάλυψαν προκλητικά χαμηλές τιμές στην low cost γνωστή αεροπορική εταιρεία και νάμαστε στην Πολωνική Πρωτεύουσα.

Τα πιο προκομένα μέλη της παρέας έχουν ήδη γράψει για το ταξίδι αυτό.
Eδώ
κι εδώ,
κι εδώ
κι εδώ,
αλλά κι εδώ (ξεσκίστηκε ο τύπος κι ακόμα δεν έχε πιάσει το Άουσβιτς)

Εσχάτως δε, έγραψε μέχρι και το τεμπέλικο και αναβλητικότατο Kizilkum.

E, είπα να πω κι εγώ δυο κουβέντες.

Καταρχήν, πηγαίνοντας στη Βαρσοβία, χαιρόμουν που θα συνατούσα τους φίλους μου (είχαν προηγηθεί κατά μία μέρα), βαριόμουν όμως αφόρητα την κοινή επιλογή μας, σίγουρη ότι θα αντιμετώπιζα παρακμή, σοβιετικίλα, το σύμφωνο της Βαρσοβίας, την χαρωπή ατμόσφαιρα του Βάιντα και άλλα τέτοια ευχάριστα.
Ε, λοιπόν, έκπληξη! Καμία σχέση. Κι αυτή την έκπληξη υποσχέθηκε να περιγράψει η συνμπλόγκερ και συνταξιδιώτισσα σε προσεχές ποστάκι με τίτλο: Η Βαρσοβία για μεγάλους -μείνετε συντονισμένοι.

Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Όνειρο


Την προηγούμενη μέρα, είχα διαβάσει αυτό:
Πώς μπορείς να διαβάσεις κάτι τέτοιο και να συνεχίσεις τη μέρα σου λες και δεν το έμαθες; 
Κι όμως μπορείς. Έχεις εθιστεί στον πόνο -κυρίως τον ξένο πόνο. Έχεις αποδεχτεί πως κάποιοι άνθρωποι -πιο άτυχοι από μας- δεν βλέπουν στον ήλιο μοίρα, αλλά εμείς κοντοστεκόμαστε μόνο για όσους λέμε πως τάχα μοιάζουμε. Και μετά, πάμε παρακατω. Ψωνίζουμε, βγαίνουμε με φίλους, πίνουμε, γελάμε, κάνουμε σχέδια, όνειρα, αγαπάμε, ναι αγαπάμε, ξεχνάμε και πέφτουμε για ύπνο.

Κοιμήθηκα όμορφα.
Eίναι τώρα η ώρα να ξυπνήσω. Μα όλο το αναβάλλω. 
Η γλύκα της καθημερινής χωρίς δουλειά. 
Κι εκεί που γλυκοξυπνάω, δυο πιτσιρίκια –δυο αγόρια. Τ’ αγόρια μου;- πηδάνε στο κρεβάτι για αγκαλιές. Μα έχει χρόνια να συμβεί αυτό. Δεν τα κάνουν αυτά οι έφηβοι κι αυτά είναι μικρά και όχι δεν είναι τ’ αγόρια μου. Δυο άγνωστα παιδιά είναι, που καμιά έλλειψη οικειότητας δεν με αποτρέπει να τ’ αγκαλιάσω.
Πώς όμως βρέθηκαν εδώ;
Τη στιγμή που αναρωτιέμαι εμφανίζεται ένα ζευγάρι ενηλίκων. Οι γονείς τους θα είναι. Δείχνουν κουρασμένοι. Και πίσω τους κι άλλοι. Κόσμος πολύς στο σπίτι μας. Πώς μπήκαν; Ποιος τους έδωσε τα κλειδιά;
Ο καλός μου δυσανασχετεί μα έχει δουλειά. «Πες τους να φύγουν μέχρι να γυρίσω.»
Ο μικρός κλείνεται στο δωμάτιο και στον υπολογιστή του.
Πρέπει μόνη μου να βρω λύση.
Τους ρωτάω πως βρέθηκαν εδώ. Μιλάνε όλοι μαζί κι είναι πολλοί. Δεν μιλούν όλοι Ελληνικά και κάποιοι τα λένε σπασμένα. Πιάνω κομμάτια λέξεων, κοφτερών σαν γυαλιά. Άνεργοι, ανέστιοι, πρόσφυγες, ναυαγοί, απελπισμένοι, έχω δέκα παιδιά μου λέει ο ένας που με κάποιον μοιάζει. Μ’ αυτόν νομίζω.

Πού θα χωρέσουμε; αναρωτιέμαι. Πώς θα φτάσει το φαγητό για όλους; Άγχος πολύ μα δεν μου κάνει καρδιά να τους διώξω. Τους ζητάω να βρουν τρόπους, να σκεφτούν, να μου προτείνουν.

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Άνοιξη - Ανάσταση

Η μεγάλη βδομάδα, μου θύμιζε πάντα παρατεταμένη κηδεία. Οφείλεις να είσαι σοβαρή, να νιώθεις κατάνυξη, να ρίξεις έστω ένα δάκρυ θρησκευτικής συγκίνησης. Αυτό υπαγορεύει η παράδοση, έτσι έλεγε κι η μαμά μου και μ' έτρεχε σε μακρόσυρτες κι ακαταλαβίστικες λειτουργίες.
Δεν το κατάφερα ποτέ.
Όπως σε όλες τις κηδείες -όσο καλός και νάταν ο μακαρίτης- καταλήγω να χασκογελάω, να λέω σαχλαμάρες,  να αντιδρώ με κάθε διαθέσιμο αντίδοτο του θανάτου.


Αν είχα μεγαλώσει σε χώρα κεντροευρωπαϊκή, μπορεί να βίωνα διαφορετικά αυτή την περίοδο. Μπορεί να την έβλεπα ως εβδομάδα των Παθών. Θα με βοηθούσαν το βάρος του ουρανού και τα γεροντίστικα νύχια της φύσης.

Εδώ όμως, η άνοιξη είναι έφηβη. Κάθε χρόνο. Εκρήγνυται ολούθε. Προκαλεί, χειρότερη κι από αντιεξουσιαστή που μόλις πέταξε μολότωφ στα ΜΑΤ.

Όσο και να μπουμπουνίζει ο ετοιμοθάνατος χειμώνας, η ανθοφορία έχει καταγραφεί στις αναμνήσεις και στα κύτταρά μου. Φουντώνει από μέσα, διακλαδίζεται στο κορμί, ραντίζει τον αέρα με χαμομήλι και ρίγανη. Αυτή η γιορτή είναι σαφώς προσανατολισμένη στην Ανάσταση και σ' ότι αντίστοιχο γιόρταζαν οι άνθρωποι πριν απ' αυτήν.

Τώρα κλείνω το μάτι στο θάνατο. Νανουρίζω τους εφιάλτες και τους βάζω για ύπνο. Τους αφήνω να ονειρευτούν ανενόχλητοι τα χειρότερα. Τους ρίχνω μια πικεδένια κουβερτούλα για να τους ξυπνήσω πάλι το φθινόπωρο.

Όσο μας τρόμαξαν, μας τρόμαξαν. Ήταν χειμώνας και μπορούσαν. Τώρα βγάζουμε καλοκαιρινά κι ονειρευόμαστε παραλίες.
Κλεμμένο από τον Νταλικιέρη


Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Τα βαμπίρ των νέων


Κάποιες φορές, οι ταινίες σε στοιχειώνουν. Κάποιες φορές, το πετυχαίνουν αυτό, καλύτερα κι απ’ την πραγματικότητα. Ακόμα κι αν μιλάμε για  τη δική σου καθημερινότητα.
Πώς το κάνουν αυτό; Ίσως η απάντηση βρίσκεται στη δίωρη καθήλωση. Βλέπεις, η καθημερινότητα έχει περισπασμούς. Το σινεμά αντίθετα, σε χώνει σε μια δίωρη ενδοσκόπηση. Σε ένα είδος διαλογισμού, όπως και το θέατρο, μόνο που η αφαιρετικότητα του δεύτερου, πιθανόν να λειτουργεί και ως περισπασμός -με εξαίρεση, τις σπάνιες εκείνες παραστάσεις, όπου η αμεσότητα σου κόβει την ανάσα.

Στον κινηματογράφο αντίθετα, η εικόνα είναι έτοιμη, δεν απαιτεί τη συνέργεια της φαντασίας κι όλη η πνευματική ενέργεια επικεντρώνεται στην ιστορία.
Για παράδειγμα το Nightcrawler . Δεν είναι ούτε η καλύτερη, ούτε η ομορφότερη ταινία που είδα, αλλά είναι απ’ αυτές που κολλάνε στο δέρμα. Δημιουργεί δεσμούς με την πραγματικότητα ανακαλώντας ξανά και ξανά συνειρμούς .

Ο νυχτερινός ανταποκριτής (NightCrawler)  μιλάει για τα ΜΜΕ. Αυτά τα ΜΜΕ που μας μιλούν , με τη σειρά τους, μέρα-νύχτα. Περιγράφει τη δημιουργία της είδησης , τη γέννησή της, το χειρισμό της, την ενορχήστρωση του ψυχολογικού της αντίκτυπου στο κοινό. Ο πρωταγωνιστής, ο εξαιρετικός Tζέικ Τζίλενχαλ, ως Λου Μπλουμ, είναι ένα πρότυπο του φιλευθερισμού. Πιστός θιασώτης του αμερικάνικου ονείρου, αραδιάζει τσιτάτα για τη στοχοπροσήλωση, την άοκνη δουλειά, τις στατιστικές, τις άμισθες  -εν ανάγκει και σε καιρό κρίσης- σχέσεις εργασίας, τις αναγκαίες, μα τόσο πρόθυμες παραχωρήσεις. Τη φιλοδοξία, πάνω απ’ όλα κι ας φλερτάρει με τη τρέλα.

Οι σχολιαστές της δικής μας επικαιρότητας και των μεγάλων μιντιακών συγκροτημάτων, θα λάτρευαν τα λόγια του. Θυμίζουν τόσο το ευαγγέλιο της ευρωπαϊκής σύγκλισης και του μετώπου της κοινής –όπως ακριβώς κι οι πόρνες- λογικής. Μόνο που ο κύριος Μπλουμ είναι ξεκάθαρα αηδιαστικός.  Και όσο προχωράει η υπόθεση, γίνεται όλο και πιο σιχαμένος. Αυτό το πρότυπο γίνεται μια αληθοφανέστατη καρικατούρα, που θα την αρνηθούν –είναι σίγουρο- και οι πιο πιστοί θιασώτες των ιδεών που πρεσβεύει. Δηλαδή, θα αρνηθούν την εικόνα τους στον καθρέφτη.  Ίσως γι αυτό, η ταινία δεν διακρίθηκε στις διάφορες απονομές βραβείων.