Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Σιωπή πια



Είναι κάτι μέρες που δεν έχω να πω τίποτα. 
Κάποιες άλλες –μπορεί και να 'ναι οι ίδιες- που δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτα.
Δεν θέλω να είμαι πια ευγενική.
Δεν θέλω άλλη ενημέρωση.
Θέλω να κλειστώ στο αυτιστικό μου σύμπαν κι ηλεκτροφόρα σύρματα να εκτινάζουν όποιον πλησιάζει.

Αυτές τις μέρες, το μόνο που με γιατρεύει είναι ένα παραμύθι. 
Μια ιστορία για έναν άλλον πλανήτη. 
Αρμονικό, όμορφο.

Χωρίς χειροκροτητές της παγκόσμιας νομιμότητας.

Μια ιστορία για έναν εξωγήινο ποιητή.

 Για έναν μικρό πρίγκιπα.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Απελπισία

Σήκωσε τα μάτια και μας κοίταζε όλους εμάς Σαν το λαγό όταν ρίχνει πάνω του τους προβολείς ο κυνηγός Σαν το κυνηγημένο ζώο που πιάστηκε στη φάκα Ένα απελπισμένο σαρκί που τυλίχτηκε γύρω από κάποια κόκκαλα

Τι μπορεί να πήγε στραβά;
Ποιος έφταιξε;
Γιατί αυτό τώρα;
Τι έπρεπε να κάνω;
Προσπάθησα όλα αυτά τα χρόνια να είμαι καλή, ευγενική, δοτική, να μην επαίρομαι και να μη βαρυγκωμώ, να φροντίζω γονείς, παιδιά και οικογένεια. Να καθαρίζω, να μαγειρεύω, να φιλεύω και να προσέχω τα εγγόνια. Να πηγαίνω στην εκκλησία, να νηστεύω τη Σαρακοστή και να ακολουθώ το σαρανταλείτουργο, να δίνω το παρόν στους χαιρετισμούς και στις παρακλήσεις, να ψέλνω τα απολυτίκια και τα τροπάρια, να θλίβομαι το Μεγαλοβδόμαδο. Κοίταζα να εξομολογούμαι τακτικά κι όταν έβρισκα λίγο χρόνο έτρεχα σε φτωχούς και σε αρρώστους. Λάτρευα τα παιδιά μου· μαζί τους ξενυχτούσα όταν αυτά έδιναν εξετάσεις και τα βράδια παραφύλαγα να ακούσω το κλειδί στην πόρτα όταν αυτά τριγυρνούσαν και ξενυχτούσαν· εγώ κρατούσα το χέρι τους όταν φοβόντουσαν, εγώ ακουμπούσα στο προσκεφάλι τους όταν είχαν πυρετό, εγώ τα τάιζα όταν αρρώσταιναν. Το ίδιο έκανα και μετά με τα εγγόνια μου. Και καθώς η ζωή επαναλαμβανόταν γαντζώθηκα από το διηνεκές. Κι αξίωνα να κρατήσει για πάντα αυτή η ζωή. Να φροντίζω το φαγητό τους, τις αλλαξιές τους, τα μαθήματά τους, τις καρδιές τους, αυτό ήθελα, να είμαστε για πάντα όλοι μαζί, να μένουμε για πάντα όλοι μαζί, στα καθημερινά, στα τραπεζώματα, στις μαζώξεις, στις γιορτές, στις αυλές, στους κήπους και στις βεράντες.

Ήθελε να το καταλάβει. Αυτό που δεν χωνεύεται γιατί πάει και στέκεται κατευθείαν στην καρδιά, ήθελε να το καταλάβει. Κι ας ήξερε ότι δεν είχε κάποιο νόημα να το καταλάβει...Κι αυτό ήταν που την πλήγωνε περισσότερο. Η προδοσία όλων αυτών που, με καλή πίστη, είχε πράξει. Και τώρα παρά ποτέ, ήθελε να ξανανιώσει το σκίρτημα μιας ζωής μέσα της. Ήθελε να ξαναζήσει το γέμισμα των ωδινών και το άδειασμα της ευτυχίας. Ήθελε να ακούει παιδικά γέλια και όχι ενήλικα κλάματα. Ήθελε να συγκλονιστεί από τον αχό της χαράς κι όχι από τον απόηχο της βουβαμάρας

Και μετά την είδαμε να σηκώνει τα χέρια Είδαμε το μικρό κουρδιστήρι στο ένα χέρι και τη αφύσικα μεγάλη μανιβέλα στο άλλο Όρμησε να σταματήσει το ρολόι στον τοίχο και να γυρίσει πίσω το μυαλό, ή πάλι ίσως, να βάλει μπρος στο μυαλό και να γυρίσει πίσω το ρολόι… δεν ήξερε ότι ο χρόνος δεν γυρνά ποτέ από ανθρώπινο χέρι και πως η ανθρώπινη ιστορία γράφεται για να διαβάζεται ιεραρχικά, σελίδα με τη σελίδα, δεν είχε ακούσει για τα δεσμά της μοίρας των ανθρώπων, δεν έμαθε ποτέ αγγλικά για να καταλάβει το ατελέσφορο it is bound to happen

Έχετε δει απελπισμένο; Σας έχει κοιτάξει απελπισμένος; Και δεν σκύψατε το κεφάλι;


Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

41 χρόνια


41 χρόνια μετά, λοιπόν. Κάθε χρόνο, αναρωτιέμαι τι είναι για μένα η 17η Νοέμβρη.
Μια μπερδεμένη παιδική ανάμνηση.
Μαυρόασπρη τηλεόραση. ΥΕΝΕΔ.
Θυμάμαι πως βλέπαμε τον Παπαδόπουλο και γελάγαμε.
Σιγανά όμως. Προσεκτικά.
Σε μας τα πιτσιρίκια τότε, φαινόταν απίστευτα αστείος. Λες κι υποδυόταν κάποιον κακό ήρωα. Δεν ξέραμε ποιον. Το έκανε όμως τόσο άσχημα, που το παιδικό μυαλό αναρωτιόταν πώς αυτό το ανθρωπάκι που δεν μπορούσε να εκφράσει δυο λόγια με ειρμό, ηγεμόνευε τόσα χρόνια.

Οι γονείς μου ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν αντιστάθηκαν. Όσο γελοίοι κι αν τους φαίνονταν οι δικτάτορες, όσο κι αν αντιλαμβάνονταν τον ξεπεσμό της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, των λέξεων ακόμα, δεν λέγανε κουβέντα εκτός σπιτιού.  
Κι εντός όμως. 
Θυμάμαι τη χλομάδα της μαμάς όταν ο αδερφός μου, που ήταν το ’73 στο γυμνάσιο, πήγε με τους φίλους του να δει τι γίνεται στο Πολυτεχνείο. Θυμάμαι τον μπαμπά να τον λέει άμυαλο. Κι όσο το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ, πως το συναίσθημα που επικρατούσε στο σπίτι μας ήταν ο φόβος. Κι όχι μόνο στο σπίτι. Η ίδια χλομάδα παντού. Στο σχολείο, στους γονείς των συμμαθητών, στους δασκάλους μας.
Έξαρση, χαρά, προσδοκία, είχαμε μόνο τα πιτσιρίκια. Όχι, γιατί καταλαβαίναμε με ακρίβεια τι γινόταν στην Πατησίων. Μας μεθούσε όμως η προοπτική της περιπέτειας. Κατά τα άλλα, διατηρώ την ανάμνηση μιας αναιμικής Ελλάδας στα πρόσωπα των ενηλίκων. Μιας χώρας μέσα στο φόβο. Ο φόβος να παραλύει, να γίνεται το δομικό υλικό του γύψου. Του αγαπημένου γιατρικού της χούντας. Μπορεί το μυστρί να το κρατούσε ο Παττακός, αλλά η λάσπη στο εργαλείο, ήταν η σιωπηρή συνενοχή των Ελλήνων. Των περισσότερων τουλάχιστον.
Κι ύστερα κάτι άρχιζε να αλλάζει. Μέσα σε λίγες μέρες, εκείνο το Νοέμβρη, οι σιωπηλοί και χλομοί ενήλικες, φόρτωσαν το βάρος της καρδιάς τους στους ώμους μερικών νέων. Λες και έσπασε ένα συλλογικό αυγό κι άρχισε να φαίνεται ένα γενναίο πρόσωπο που ασφυκτιούσε. Που επιτέλους ανάσαινε.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, τους νέους αυτούς, τους σηκώσανε ψηλά, τους φτιασιδώσανε, τους μακιγιάρανε, τους κόψανε, τους ράψανε, τους περιφέρανε. Με το καμάρι της κίβδηλης μαζικής συμμετοχής, προβάλαν πάνω τους, τους μικρούς εαυτούς τους. Τους παινέψανε, τους αγκάλιασαν, τους κάνανε επίσημη γιορτή.   
Και σύντομα, άρχισαν να τους βαριούνται. Τα φτιασίδια που τους κολλήσανε, άρχισαν να ενοχλούν. Το μακιγιάζ ξέφτισε. Το επαναστατικό άρωμα άρχισε να μυρίζει σουβλάκι και τριαντάφυλλο για μαζική κατανάλωση. 
Αποφάσισαν λοιπόν, πως η ανάμνηση που σκηνοθέτησαν, αυτή που είχε καλύψει την αρχική μνήμη, ήταν κάπως κακόγουστη. Ταύτισαν την ψεύτικη εικόνα με την αρχική εξέγερση και την αποκήρυξαν. Τους βαρέθηκαν τους νέους, που είχαν άλλωστε μεγαλώσει πια.  Κι άρχισαν να τους φορτώνουν κι άλλα βάρη πέρα από την αρχική ενοχή της σιωπής.  Ξεκίνησαν να τους δείχνουν ως υπεύθυνους για ότι κακό ακολούθησε. 
Ποιοι;
Εντάξει. Ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Για λίγο τουλάχιστον, χωρίς φόβο.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ενυδρείο


Κολυμπάμε σε ένα μεγάλο ενυδρείο.  Είμαστε τα ξεχασμένα ψάρια. Το ενυδρείο μας περιβάλλεται από ένα ευρύτερο ενυδρείο όπου περιφέρονται καρχαρίες με χοντρές κοιλιές.
Μας λένε πως είναι οι προστάτες μας.

Εμείς τα ψάρια περνάμε κρίση. Συμβαίνει αυτό σε όλα τα ενυδρεία.
Μας λένε πως είναι περιοδικό φαινόμενο που περνάει, παρασύροντας μαζί σκουπίδια κι ασήμαντα θύματα.Λίγες αναγκαίες θυσίες και όλα θα αυτορυθμιστούν.
(Σε λίγο, όλα θα περάσουν από μόνα τους λοιπόν.)

Είμαστε οι Ασήμαντοι.Περιμένουμε να δούμε αν θα γίνουμε και θύματα. 
(Απλώς περιμένουμε.)
Μας λένε πως ακόμα ζούμε. 
(Τους πιστεύουμε.)
Τρώμε ότι περισσεύει από την τροφή των καρχαριών. 
(Η τροφή όσο πάει ελαττώνεται.)
Αναπνέουμε όσο οξυγόνο δεν ρουφάνε οι προστάτες μας. 
(Ο αέρας όσο πάει λιγοστεύει)
Παρατηρούμε μικραίνοντας όλο και περισσότερο το βλέμμα. 
(Το νερό όσο πάει θολώνει).

Οι καρχαρίες μας χαμογελούν. Πού και πού τους βλέπουμε να καταπίνουν τα μικρά ανυπάκουα ψάρια που επαναστατούν κι επιχειρούν το μεγάλο πήδημα. Σπλουτς και βρίσκονται στο παραέξω ενυδρείο. Δεν ξεφεύγει κανείς. Αυτά τα ανυπάκουα ψάρια, πριν πηδήσουν μόνα, έλεγαν πως αν ήμαστε πολλοί οι ανυπάκουοι, δεν θα μπορούσαν να μας νικήσουν.

Εμείς όμως, τα αφήνουμε μόνα. Τα μισούμε. Δεν τα πιστεύουμε. 
(Η πίστη μας όσο πάει λιγοστεύει.)
Κάποιοι από μας επιπλέουν στην επιφάνεια. 
(Όλοι μας σιγά-σιγά ελαφραίνουμε.)
Κάποιοι άλλοι τρελαίνονται κι ονειρεύονται θάλασσες. 
(Εμείς που θέλουμε να ζήσουμε με ασφάλεια δεν ονειρευόμαστε.)

Koi Monet by George Covin

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Συζητώντας για τις καταλήψεις

O σχολικός εκφοβισμός ορίζεται ως η επαναλαμβανόμενη ψυχολογική ή σωματική βία από ένα παιδί ή ομάδα παιδιών σε ένα άλλο παιδί.
Για το θέμα έχουν ανοίξει πολλές συζητήσεις , έχουν ασχοληθεί ειδικοί κι έχουν δοθεί συμβουλές αντιμετώπισης. Όχι, πως λύθηκαν έτσι τα προβλήματα, αλλά τουλάχιστον αναγνωρίσαμε το πρόβλημα και ψάχνουμε για λύσεις. Οι πιο πολλοί συμφωνούν πως το παιδί πρέπει να μιλήσει στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς. Κυρίως το σχολείο είναι αυτό που θα αντιμετωπίσει το θέμα κι αν δεν μπορεί ή αρνείται να παραδεχθεί την ύπαρξή του, τότε, όπως λένε οι ειδικοί, το θύμα του εκφοβισμού θα πρέπει να αλλάξει σχολείο.
Τι γίνεται όμως όταν ο σχολικός εκφοβισμός ασκείται από τους ίδιους τους εκπροσώπους του σχολείου;
Πρόσφατα μάθαμε γι αυτόν τον λαμπρό εκπαιδευτικό του 4ου Γυμνασίου Δάφνης. Έδωσε τα ονόματα ανήλικων μαθητών στην αστυνομία για να αποτρέψει την κατάληψη του σχολείου. Προφανώς, πέτυχε το στόχο του. Όπως έμαθα, ο σύλλογος γονέων του σχολείου, συμφώνησε με τις ενέργειες του εκπαιδευτικού. Εξάλλου, τι άλλο έκανε ο ανθρωπάκος, από το να εφαρμόσει το στυλ και τις πρακτικές της εκλεγμένης κυβέρνησης και των Υπουργών Παιδείας;

Όπως φαίνεται, η κίνηση του παραπάνω κυρίου, αποτέλεσε παράδειγμα μίμησης και για άλλους σχολικούς διευθυντές.

Ο νεαρός μου εκλέχτηκε στο 15μελές. Πολύ το χάρηκε. Κάθε τόσο έρχεται και μου λέει τις ιδέες και τους προβληματισμούς του. Η εκλογή του τον σπρώχνει να παρατηρεί, να σκέφτεται, να προτείνει, να παρεμβαίνει. Επίσης, το Γυμνάσιο, στην επίσημη ιστοσελίδα του, συνεχάρη τους μαθητές που εξελέγησαν.
Επίσημα λοιπόν, φαίνεται πως το σχολείο επικροτεί την ύπαρξη συλλογικοτήτων των μαθητών.
Χτες όμως, ο μικρός ήταν ιδιαίτερα σφιγμένος. Μου εκμυστηρεύτηκε πως τους κάλεσε ο γυμνασιάρχης και πριν καν αναρωτηθούν οι ίδιοι, τους είπε να μην περάσει απ το μυαλό τους καμιά ιδέα για κατάληψη, γιατί θα καλέσει την αστυνομία. Θα δώσει και τις διευθύνσεις των σπιτιών τους, για να ‘ρθουν να συλλάβουν τους γονείς οι αστυνόμοι. Τους κούνησε το δάχτυλο και πρόσθεσε:
«Ξέρω καλά που μένετε. Όλοι σας! Γι αυτό προσέξτε καλά! »
«Πώς αντιδράσατε;»,  τον ρώτησα.
«Ε, ο πρόεδρος είπε ότι δεν είναι δικό μας θέμα η Τράπεζα Θεμάτων, γιατί εμείς δεν είμαστε στο Λύκειο αλλά στο Γυμνάσιο. Εξάλλου, δεν είχαμε -καν- σκεφτεί να κάνουμε Κατάληψη. Μας είπαν κιόλας, πως τα μαθήματα που θα χάναμε, θα τα κάναμε στις διακοπές των Χριστουγέννων και δεν θέλουμε να χάσουμε τις διακοπές μας.»

Έχετε παρατηρήσει τα έντομα που τα ψεκάζεις με εντομοκτόνο; Πώς κουλουριάζονται και μικραίνουν πριν παραδώσουν το πνεύμα; Ε, αυτή την εικόνα έφτιαξε το μυαλό μου για τα 14χρονα του 15μελούς.

Ξεκίνησα λοιπόν μια μακριά κουβέντα με τον συρρικνωμένο εκπρόσωπο. Του είπα πως σε 6 μήνες που θα τελειώσει την 3η Γυμνασίου, η Τράπεζα Θεμάτων θα γίνει δικό του θέμα. Το αν συμφωνεί ή όχι, το αν θέλει να αγωνιστεί ή όχι γι αυτό, είναι δική του απόφαση κι επομένως δική του ευθύνη. Για να αποφασίσει όμως, θα πρέπει να ενδιαφερθεί και να μάθει τα αρνητικά και τα θετικά. Του είπα ότι τις Καταλήψεις δεν τις κάνουν οι μαθητές για να χάσουν το μάθημα. Αν το βλέπουν έτσι, κάτι δεν πάει καλά. Η απώλεια διδακτικών ωρών, έστω κι αυτών των βαρετών με τις οποίες ταλαιπωρεί τους μαθητές, το -αποτυχημένο σε όλες τις αξιολογήσεις- εκπαιδευτικό μας σύστημα, είναι απώλεια μιας ευκαιρίας γνώσης -της μόνης που τους παρέχει η δημόσια εκπαίδευση- άρα είναι η προσωπική θυσία των μαθητών στους όποιους αγώνες αποφασίζουν να δώσουν. Όπως, όταν απεργεί ένας εργαζόμενος, χάνει το μεροκάματο και διακινδυνεύει τη δουλειά του. Έχει όμως ζυγίσει στο μυαλό του πως ότι διεκδικεί, αξίζει παραπάνω από αυτή την απώλεια. Τουλάχιστον, έτσι θα έπρεπε να κάνει. Διαφορετικά δεν κάνει αγώνα, μας κοροϊδεύει.

Θα πρέπει λοιπόν κι οι μαθητές να ξέρουν τι διεκδικούν και τι θυσιάζουν. Διαφορετικά δεν έχει νόημα να αγωνίζονται. Του είπα επίσης, να αγνοήσει κι αυτός κι οι συμμαθητές του, τις απειλές του Δ/ντή. Του εξήγησα πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο άνθρωπος αυτός ενήργησε άστοχα και πως ο τρόπος για να προστατευθείς από κάποιον εκβιασμό είναι να ζητήσεις βοήθεια και να κοινοποιήσεις την απειλή σε όσο μπορείς περισσότερο κόσμο. Και φυσικά του είπα ότι θα είμαι δίπλα του σε ότι αποφασίσει. Αρκεί ν’ αποφασίσει ξέροντας τι θέλει, τι θυσιάζει και χωρίς φόβο.

Συζητήσαμε και για το εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα. Ότι καλό θα ήταν να υπάρχουν πολλοί καθηγητές, να έχουν μικρότερα τμήματα, πολλές διδακτικές ώρες κι επιλογές μαθημάτων. Μου είπε ότι αυτό είναι υπερβολικό. Ότι δεν γίνεται (η συρρίκνωση που λέγαμε). Του απάντησα πως γίνεται, αν υπάρχει απόφαση και διατεθούν χρήματα. Χρήματα που έτσι κι αλλιώς, εμείς οι γονείς δίνουμε στα φροντιστήρια για να διδαχθούν τα παιδιά πώς να αριστεύσουν σε ένα αναποτελεσματικό σύστημα.

Παρατήρησε πως όταν απεργούν οι καθηγητές του, προβάλουν το θέμα των μισθών τους κι ελάχιστα μιλούν για τις γενικότερες ανάγκες της Παιδείας. Του απάντησα, πως  κανονικά θα έπρεπε μαθητές και καθηγητές να έχουν κοινούς στόχους. Πως ένας καλός καθηγητής είναι ένας καλά αμοιβόμενος και αξιοπρεπής άνθρωπος. Πως μερικές φορές, οι ενήλικες δεν σκέφτονται ωριμότερα απ’ τα παιδιά. Ενίοτε, η παιδική ματιά είναι καθαρότερη κι αυτήν την καθαρότητα πρέπει να τη διαφυλάξουν. 
Κυρίως να μην αφήνουν το φόβο να επηρεάζει τις αποφάσεις τους.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να συνεφέρω το ποδοπατημένο πνεύμα του παιδιού. Κι όσο κι αν μίλαγα, όσο κι αν τσέκαρα πως με προσέχει, αναρωτιόμουν για το τι μπορεί να διορθωθεί σε έναν κόσμο που έχει γυρίσει ανάποδα και όπου, αυτό το ανάποδο μοιάζει να αρέσει.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

H LEICA ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ*




Στις 3 Νοεμβρίου 1957 ένα αδέσποτο σκυλί ήταν το πρώτο έμβιο ον που στάλθηκε στο διάστημα. Το μάζεψαν από το δρόμο της Μόσχας, το τάισαν, το καθάρισαν, το χτένισαν, το φωτογράφισαν. Μετά το έβαλαν μέσα σε ένα διάσημο πύραυλο. Κι έστειλαν τον πύραυλο στο διάστημα. Για πάντα. Η ψυχροπολεμική εποχή ανέδειξε τη Λάικα σε ηρωίδα. Η προπαγανδιστική πολιτική έστειλε την ηρωίδα σε κάθε σπίτι. Με όλα τα μέσα δημόσιας προβολής που διέθετε, πρωτίστως όμως εξαγοράζοντας το παιδικό συναίσθημα. Τα παιδιά διαθέτουν την αθωότητα για να πιστέψουν τα πάντα και τη δύναμη να κινητοποιήσουν τους πάντες. Στα άδολα μάτια τους η Λάικα ήταν μια μικρή θηλυκιά ηρωίδα. Σαν την άλλη χαριτωμένη σκυλίτσα, τη Λάση που μπήκε με το τηλεπαράθυρο μέσα στη μικροαστική αμερικάνικη καθημερινότητα κι έμεινε εκεί διατρανώνοντας την πίστη της στο τρίπτυχο πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια. Με την ίδια ταχύτητα, του πυραύλου, μπήκε και σάρωσε κάθε άμαθη και  απλοϊκότερη ζωή. Γιατί η κινούμενη και σε οικογενειακή συσκευασία εικόνα ήρθε για να μείνει αποτυπώνοντας τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες του μεταπολεμικού ανθρώπου και του αιώνα που αργοπέθαινε. Ενώ τα γεράκια του καπιταλισμού καραδοκούσαν: έπιασαν τα υλικά αγαθά - εμπορικά ή εικονικά, και αφού τα κέντησαν με όμορφα στολίδια τα ονομάτισαν ευτυχία· περιέλαβαν το συναισθηματισμό και τον έκαναν προϊόν και το προϊόν το ονόμασαν ανάγκη, διαστρέβλωσαν την ανάγκη και τη μόρφωσαν σε επιθυμία.
Κι από τότε όλοι κυνηγάμε τη διασημότητα, βαφτίζοντάς την ευτυχία. Όπως οι Ρώσοι που εξάρτησαν την επιτυχία του διαστημικού τους προγράμματος από τη λαοφιλή περσόνα της Λάικα και των άλλων σκυλιών, έτσι κι εμείς κυνηγάμε το δημοφιλές δεκάλεπτο που μας αξίζει. Στα share και τα likes, στα googles-groups και τους followers. Στα DMs και τα ιντερνετικά ραδιόφωνα. Στα ηλεκτρονικά τερτίπια και τα ψηφιακά καμώματα. Παντού κρινόμαστε και ολούθε κρίνεται η στιγμή της ευτυχίας μας.  Όλοι εμφορούμαστε από την ανάγκη της· κυκλοφορούμε μερόνυχτα προς άγρα της, ξημερωνόμαστε στα δίκτυα πλειοδοτώντας την, και κάθε πρωί ξυπνάμε αποζητώντας την,  όπως η έρημος αποζητά την πρωινή δροσιά. Κι ας μας ξεχάσουν μετά από 1.899.756.098.109 σβούρες στο διάστημα.  

*Αρκετά χρόνια μετά την Λάικα, η Leica - ένα καταναλωτικά όμορφο και ρηξικέλευθο προϊόν - γίνεται η πρώτη φωτογραφική μηχανή που θα βρεθεί στην Σελήνη για να καταγράψει το κατόρθωμα των αστροναυτών του Apollo 11. Αποτέλεσε την επιλογή της NASA τόσο λόγω του μεγέθους τους όσο και τηςδυνατότητας μετατροπής ώστε να εστιάζει ο «φωτογράφος» που θα φοράει το ειδικόκράνος.