Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

41 χρόνια


41 χρόνια μετά, λοιπόν. Κάθε χρόνο, αναρωτιέμαι τι είναι για μένα η 17η Νοέμβρη.
Μια μπερδεμένη παιδική ανάμνηση.
Μαυρόασπρη τηλεόραση. ΥΕΝΕΔ.
Θυμάμαι πως βλέπαμε τον Παπαδόπουλο και γελάγαμε.
Σιγανά όμως. Προσεκτικά.
Σε μας τα πιτσιρίκια τότε, φαινόταν απίστευτα αστείος. Λες κι υποδυόταν κάποιον κακό ήρωα. Δεν ξέραμε ποιον. Το έκανε όμως τόσο άσχημα, που το παιδικό μυαλό αναρωτιόταν πώς αυτό το ανθρωπάκι που δεν μπορούσε να εκφράσει δυο λόγια με ειρμό, ηγεμόνευε τόσα χρόνια.

Οι γονείς μου ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν αντιστάθηκαν. Όσο γελοίοι κι αν τους φαίνονταν οι δικτάτορες, όσο κι αν αντιλαμβάνονταν τον ξεπεσμό της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, των λέξεων ακόμα, δεν λέγανε κουβέντα εκτός σπιτιού.  
Κι εντός όμως. 
Θυμάμαι τη χλομάδα της μαμάς όταν ο αδερφός μου, που ήταν το ’73 στο γυμνάσιο, πήγε με τους φίλους του να δει τι γίνεται στο Πολυτεχνείο. Θυμάμαι τον μπαμπά να τον λέει άμυαλο. Κι όσο το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ, πως το συναίσθημα που επικρατούσε στο σπίτι μας ήταν ο φόβος. Κι όχι μόνο στο σπίτι. Η ίδια χλομάδα παντού. Στο σχολείο, στους γονείς των συμμαθητών, στους δασκάλους μας.
Έξαρση, χαρά, προσδοκία, είχαμε μόνο τα πιτσιρίκια. Όχι, γιατί καταλαβαίναμε με ακρίβεια τι γινόταν στην Πατησίων. Μας μεθούσε όμως η προοπτική της περιπέτειας. Κατά τα άλλα, διατηρώ την ανάμνηση μιας αναιμικής Ελλάδας στα πρόσωπα των ενηλίκων. Μιας χώρας μέσα στο φόβο. Ο φόβος να παραλύει, να γίνεται το δομικό υλικό του γύψου. Του αγαπημένου γιατρικού της χούντας. Μπορεί το μυστρί να το κρατούσε ο Παττακός, αλλά η λάσπη στο εργαλείο, ήταν η σιωπηρή συνενοχή των Ελλήνων. Των περισσότερων τουλάχιστον.
Κι ύστερα κάτι άρχιζε να αλλάζει. Μέσα σε λίγες μέρες, εκείνο το Νοέμβρη, οι σιωπηλοί και χλομοί ενήλικες, φόρτωσαν το βάρος της καρδιάς τους στους ώμους μερικών νέων. Λες και έσπασε ένα συλλογικό αυγό κι άρχισε να φαίνεται ένα γενναίο πρόσωπο που ασφυκτιούσε. Που επιτέλους ανάσαινε.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, τους νέους αυτούς, τους σηκώσανε ψηλά, τους φτιασιδώσανε, τους μακιγιάρανε, τους κόψανε, τους ράψανε, τους περιφέρανε. Με το καμάρι της κίβδηλης μαζικής συμμετοχής, προβάλαν πάνω τους, τους μικρούς εαυτούς τους. Τους παινέψανε, τους αγκάλιασαν, τους κάνανε επίσημη γιορτή.   
Και σύντομα, άρχισαν να τους βαριούνται. Τα φτιασίδια που τους κολλήσανε, άρχισαν να ενοχλούν. Το μακιγιάζ ξέφτισε. Το επαναστατικό άρωμα άρχισε να μυρίζει σουβλάκι και τριαντάφυλλο για μαζική κατανάλωση. 
Αποφάσισαν λοιπόν, πως η ανάμνηση που σκηνοθέτησαν, αυτή που είχε καλύψει την αρχική μνήμη, ήταν κάπως κακόγουστη. Ταύτισαν την ψεύτικη εικόνα με την αρχική εξέγερση και την αποκήρυξαν. Τους βαρέθηκαν τους νέους, που είχαν άλλωστε μεγαλώσει πια.  Κι άρχισαν να τους φορτώνουν κι άλλα βάρη πέρα από την αρχική ενοχή της σιωπής.  Ξεκίνησαν να τους δείχνουν ως υπεύθυνους για ότι κακό ακολούθησε. 
Ποιοι;
Εντάξει. Ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Για λίγο τουλάχιστον, χωρίς φόβο.

2 σχόλια:

  1. Το να βάζει κανείς τα πάντα σ' έναν αυθαίρετο κουβά για να βγάζει λάδι τις ενοχές τις δικές του... Ποιοί; οι σιωπηλοί συνένοχοι;

    Υπέροχο κείμενο. Θλιμμένο αλλά αληθινό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή