Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Το κορίτσι με το ποδήλατο


Πάσχα στο χωριό. Πάσχα με τον παραδοσιακό τρόπο ή σχεδόν. Με τα σπίτια των Αθηναίων να ανοίγουν και τα λινά να αερίζονται, με το συνωστισμό στην εκκλησία, με το βουητό της παραλίας, με τα μπιτ στα μπαρ και τις λογοδιάρροιες στα καφενεία, με  τις πασχαλινές μυρωδιές εδεσμάτων, ανθών και πρασινάδας. Το κορίτσι με το ποδήλατο πέρασε δίπλα μου καθώς περπατούσα στο δρόμο και όχι στην προβλήτα του λιμανιού, γλυτώνοντας  προς στιγμή την πολυκοσμία και τις χαιρετούρες. Το κορίτσι δεν είναι πλέον κορίτσι βέβαια, αλλά θα το  δεχτούμε αυτό, για χάρη της αφήγησης (και της αφηγήτριας).  Προσηλωμένη στην οδήγησή της.  Αποφεύγει να κοιτάξει δεξιά-αριστερά. Αποφεύγει να την κοιτάξουν.  Στητή με μονοκόμματο, σαν κολλημένο άγαρμπα πάνω στο λαιμό κεφάλι και σώμα σαν αχλάδι. Σκούρα μεγάλα γυαλιά ηλίου κρύβουν τα πράσινα μάτια. Τα παράξενα μάτια που έχαναν αυτοστιγμεί το συναγωνισμό με την εξέχουσα μύτη. Όταν  είμαστε παιδιά, η γαμψή μύτη και τα σπυριά στο πρόσωπο λογάριαζαν περισσότερο. Γιατί εύκολα μας χάριζαν την ευκαιρία να ξεδιπλώσουμε τα πειράγματα. Να εντρυφήσουμε στο ταλέντο της κοινωνικής ειρωνείας. Το αριστοκρατικό της επώνυμο, που έμοιαζε τίτλος  τιμής, επίσης καθόλου δεν μας συγκρατούσε. Το χλευάζαμε κάνοντας πως  παίρναμε εκδίκηση στο όνομα ξεπεσμένων αριστοκρατικών. Μαλλιά καστανά πάντα κομμένα κοντά (ακόμη και τώρα), στεκόταν παράμερα, όταν εμείς τα κοριτσάκια λύναμε τα κοκαλάκια που μας φορούσαν οι μανούλες για να είμαστε ευπρεπισμένα, μετρούσαμε το μήκος των μαλλιών μας. Κάτι γλύτωνε πάντως , αφού δεν της τα τραβάγανε τα αγόρια. Ήταν και που μαύριζε πολύ το δέρμα της το καλοκαίρι, και αντί να σταματήσουν να φαίνονται τα σπυριά στο πρόσωπο, χάνονταν κι αυτά τα πράσινα μάτια, χωνόντουσαν μέσα στις σκούρες κόγχες.
Από ανάγκη επιβίωσης,  το κορίτσι με το ποδήλατο κατάφερε να προσεταιριστεί τις βασίλισσες της παρέας, τις χαριτωμένες και μικροκαμωμένες δίδυμες αδελφές. Που εύκολα, πολύ εύκολα την έκαναν του χεριού τους. Την έστελναν σε όλες τις δουλειές, τις βαρετές. Να τρέξει να δει αν είχε ανοίξει το σπίτι κάποιου που τις ενδιέφερε, να αγοράσει-με δικά της λεφτά-λιχουδιές από το περίπτερο, να κουβαλάει τα μαγιό και τις πετσέτες τους από τον Ναυτικό Όμιλο μέχρι το σπίτι τους. Το επώνυμό της καθόριζε την αυλή τους.
Το κορίτσι με το ποδήλατο, ήταν πάντα ένα κορίτσι με ποδήλατο. Από την πρώτη μέρα που έφτανε στο χωριό με την οικογένειά του, θα έπαιρνε το ποδήλατο, ένα Philips  κόκκινο-άσπρο και θα τριγύριζε να βρει τους υπόλοιπους. Η οικογένεια δεν είχε οικονομικά προβλήματα, τα ρούχα της ήταν ακριβά κι επιμελώς κακόγουστα, σαν να ήθελαν οι γονείς της να την τιμωρήσουν για το κακοχυμένο σώμα. Όλοι τότε φοράγαμε Lacoste, αλλά αυτή θα φόραγε το πιο έντονο χρώμα,  αυτό που θα χτύπαγε περισσότεροι στο μάτι. Ειδικά το καλοκαίρι που μαύριζε περισσότερο από όλους κι έδινε την ευκαιρία για πιο εξειδικευμένα και καινοφανή πειράγματα. Τώρα πια ντύνεται άχρωμα. Για να περάσει απαρατήρητη. Για να μην τη δει κανείς από την παλιά παρέα και θυμηθεί να την παιδέψει ξανά.
Είμαστε δημιουργοί αναμνήσεων, κάθε φορά που γυρίζουμε πίσω στο χωριό, ίσως γιαυτό και μόνο το λόγο ξαναγυρίζουμε.

3 σχόλια:

  1. Ωστόσο, ένα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ θα μπορούσες να το φωνάξεις. Η Ανάσταση τον καθένα τον βρίσκει πάντα απροετοίμαστο. Του χρόνου τώρα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αποκλείεται, άλλως τε όλοι κάποια στιγμή θέλουμε να περνάμε απαρατήρητοι ή ακόμα και πολλές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή