Να με πάρεις στο πλοίο σου, κουράστηκα να αρμενίζω με το
δικό μου, για χρόνια καπετάνιος και μούτσος, ταυτόχρονα και εναλλάξ, με
τρικυμία ή μπουνάτσα, με παντιέρα ή λάθρα, με σκοπό ή αστόχαστα, στάσου ν’ αδειάσω
τα έρματα μόνο, κι έλα, πάμε,
Έλα να χτίσουμε ένα πλοίο και να ταξιδεύουμε μαζί, να
πλέουμε πελάγη, σύννεφα, ωκεανούς, θάλασσες και ποταμούς, να σκαρφαλώσουμε παγόβουνα,
να κατεβούμε φαράγγια, να βουτήξουμε σε λίμνες παγωμένες, να ζεσταθούμε πάνω
από ηφαίστεια, να κρυφτούμε σε σπηλιές και καλύβες, να κουνάμε το κεφάλι μας αντί
να μιλάμε στη γλώσσα μας, να πιάσουμε ένα ναυτίλο για να ακούσουμε τον ήχο του
ωκεανού, να κοιτάξουμε ένα άγριο ζώο στα μάτια, τολμάμε; να σπάσουμε τα εμπόδια,
που μας κρατάνε πίσω, τολμάμε; να ξαπλώσουμε σε προβλήτες βρώμικες, να κλέψουμε
καρέκλες στην παραλία, να στήσουμε μια σκηνή στον ουρανό, να διαβάζουμε όσο θα ακουμπάμε τα κεφάλια μας
στα σακίδια, να στεριώσουμε τα μάτια μας στο ηλιοβασίλεμα μέχρι να μας πληγώσει
- μόνο αυτό να αφήσουμε να μας πληγώσει, να βυθιστούμε στη μαγεία μιας
ανατολής, με τις δονήσεις να κομματιάσουν τις σκέψεις που κουβαλάμε μέσα μας,
να ζήσουμε αβέβαιες περιπέτειες, ναι, ας κάνουμε βόλτα στους πιο επικίνδυνους
δρόμους του πλανήτη, να συναντήσουμε τις πιο τρελές φυλές στη γη, στο διάολο η
ασφάλεια, αυτή που μας πουλάνε σε τιμή άνισης ευκαιρίας…



