Σάββατο 23 Ιουλίου 2016

Να με ταξιδεύεις



Να με πάρεις στο πλοίο σου, κουράστηκα να αρμενίζω με το δικό μου, για χρόνια καπετάνιος και μούτσος, ταυτόχρονα και εναλλάξ, με τρικυμία ή μπουνάτσα, με παντιέρα ή λάθρα, με σκοπό ή αστόχαστα, στάσου ν’ αδειάσω τα έρματα μόνο, κι έλα, πάμε,

Έλα να χτίσουμε ένα πλοίο και να ταξιδεύουμε μαζί, να πλέουμε πελάγη, σύννεφα, ωκεανούς, θάλασσες και ποταμούς, να σκαρφαλώσουμε παγόβουνα, να κατεβούμε φαράγγια, να βουτήξουμε σε λίμνες παγωμένες, να ζεσταθούμε πάνω από ηφαίστεια, να κρυφτούμε σε σπηλιές και καλύβες, να κουνάμε το κεφάλι μας αντί να μιλάμε στη γλώσσα μας, να πιάσουμε ένα ναυτίλο για να ακούσουμε τον ήχο του ωκεανού, να κοιτάξουμε ένα άγριο ζώο στα μάτια, τολμάμε; να σπάσουμε τα εμπόδια, που μας κρατάνε πίσω, τολμάμε; να ξαπλώσουμε σε προβλήτες βρώμικες, να κλέψουμε καρέκλες στην παραλία, να στήσουμε μια σκηνή στον ουρανό,  να διαβάζουμε όσο θα ακουμπάμε τα κεφάλια μας στα σακίδια, να στεριώσουμε τα μάτια μας στο ηλιοβασίλεμα μέχρι να μας πληγώσει - μόνο αυτό να αφήσουμε να μας πληγώσει, να βυθιστούμε στη μαγεία μιας ανατολής, με τις δονήσεις να κομματιάσουν τις σκέψεις που κουβαλάμε μέσα μας, να ζήσουμε αβέβαιες περιπέτειες, ναι, ας κάνουμε βόλτα στους πιο επικίνδυνους δρόμους του πλανήτη, να συναντήσουμε τις πιο τρελές φυλές στη γη, στο διάολο η ασφάλεια, αυτή που μας πουλάνε σε τιμή άνισης ευκαιρίας…

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Αντίστροφα


Υπάρχει, ίσως για μερικούς παράξενους μόνο, ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Το κέντρο του προσωπικού μας κύκλου, στο οποίο επανερχόμαστε σαν πυξίδες  που συνέρχονται από κώμα.
 Ό,τι  να ‘χει μεσολαβήσει, το κέντρο παραμένει σταθερό.

(Κατά καιρούς εφευρίσκω άλλα κέντρα. Με τον καιρό ξεθωριάζουν, καταρρέουν, μετακινούνται.)

Το δικό μου αμετακίνητο κέντρο είναι το νησί.
Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, μετράω ανάποδα  τις μέρες στην αρχή, τις ώρες στη συνέχεια, ως τη στιγμή της εκτόξευσης.

Το νησί δεν είναι μια Ιθάκη. Είναι από μόνο του ταξίδι που βαστάει χρόνια. Δεν είναι τα παιδικά μου χρόνια, μια και δεν τα πέρασα εκεί. 
Αλλά ποιος τα χρειάζεται;  
Παιδικά χρόνια φτιάχνω κάθε χρόνο.

Βουτάω με απόλαυση στην ετήσια προσμονή και στην ευγνωμοσύνη της άφιξης. 

Είμαι, μόλις κατέβω απ’ το καράβι. Τόσο πολύ, μόνο εκεί.

Η πυκνότητα του αέρα, οι μυρωδιές, οι αχνοί των ξερόχορτων. Τα χρώματα που τα θαμπώνουν τα μελτέμια και που λίγο καθαρίζουν –ίσα να τα δεις να στερεοποιούνται και να προλάβεις να τα κλειδώσεις στο νου. Ουτοπικές αναμνήσεις- δεν έχω ιδέα εντέλει, τι ακριβώς κάνει αυτό το κέντρο σημαντικό σε σχέση με οποιαδήποτε άλλο και συγχρόνως μπορώ ν’ απαριθμήσω έναν προς ένα, δεκάδες λόγους κι άλλους τόσους καινούργιους που ανακαλύπτω κάθε χρόνο, καθώς το ξαναερωτεύομαι.

Όπου κάθε φορά, αναρωτιέμαι. Για πόσο ακόμα θα μου αποκαλύπτεται; Πόσες απρόσιτες γεννήσεις κρύβει ακόμα κι αν είναι ανεξάντλητος αυτός ο έρωτας ή είναι κάτι που περισσότερο έχει να κάνει με τη δική μου λαχτάρα να επανεκκινώ, ν’ αναζητώ, να εφευρίσκω, να γιορτάζω και φεύγοντας, να ‘μαι πάντα χορτάτη μα κι αενάως διψασμένη. Αλλά να είμαι. Τόσο πολύ, τόσο σαφώς.


Οχτώ, εφτά, έξι, πέντε και πάει λέγοντας.


Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα

Σχετικά ποστ:

Σάββατο 2 Ιουλίου 2016

Η σκουπιδιάρα

*
“Με μια κανονικά κυρτή στάση, έτοιμος για κατάδυση, εκπωματίζεται από τη γυναίκα, αφήνοντας τα απορρίματα μέσα της (...)”
Ελφρίντε Γένικε, Λαγνεία

o γνώριμος ήχος σε πετυχαίνει μέσα στην εκκωφαντική ησυχία, ο θόρυβος ξεδιπλώνεται με την ίδια ταχύτητα, κάθε μέρα την ίδια πάνω-κάτω ώρα, καταφτάνει ακριβώς έξω από το παράθυρό σου, τώρα πλέον μαζί με το πρώτο φως πίσω από τις ξύλινες γρίλιες, οι πρώτες δυο αισθήσεις αφυπνίζονται, η μια κάνοντας λογαριασμούς, μετρημένη πια η απόσταση που θα διανύσει μέχρι να σε απαλλάξει από το άχθος, υπολογισμένη η αναμονή της επικείμενης ασφάλειας που θα αφήσει πίσω της, κάθε φορά που την ακούς να πλησιάζει, που νοιώθεις την ανάσα της στο σβέρκο σου, γυρίζεις πλευρό και αρχινάς να τεντώνεις τα άκρα σου, αυτά ακολουθούν τ' αυτιά σου, με το χέρι ακόμη μισομουδιασμένο απομακρύνεις τα μαλλιά από το πρόσωπο, με τα μάτια ακόμη κλειστά, κατεβάζεις το χέρι, κι αρχίζεις να χαϊδεύεσαι, η αφή σε εγρήγορση, κι ο αχός να σε πλησιάζει, κι εσύ συνεχίζεις να πιέζεις με απροκάλυπτη ένταση, και τότε η αποφορά βρίσκει την ανάσα σου, κι η τέταρτη αίσθηση σκεπάζει τις υπόλοιπες, οι πρώτες οσφρητικές νότες στάζουν υγρό στο μέτωπο, κι αρχίζει να σου αρέσει αυτό που αισθάνεσαι, ο θόρυβος γίνεται τρομακτικός, ο χρόνος συμπαντικός κι οι αχτίδες καίνε το γυμνό δέρμα του βουβώνα, η στιγμή που μια υπέροχη αίσθηση συγκρούεται με την απωθητική, το αποτέλεσμα μοιραία θα είναι εκρηκτικό, το μαρσιποφόρο θωρηκτό βρυχάται κάτω από το παράθυρό σου, εσύ με την προσωπική ηδονή σου, κι αυτή με το ξεκαθάρισμά της, κι ο θόρυβος να σαρώνει τα ανεπιθύμητα κοινά και τις ακατανόμαστες επιθυμίες, μικρές ανομολόγητες συμπράξεις, η σχέση σου με το σώμα σου κι η σχέση της με τ'απόβλητα,

έχεις προσέξει πόσοι κάδοι χάσκουν άδειοι μες στο κατακαλόκαιρο; παρατημένοι μετά από τη σύμπνοια του οργασμού, πυρακτωμένοι ακόμη και μέσα στην πρωινή δροσιά, κι εσύ δεν χωράς πουθενά-σε απομακρύνω, δεν είσαι πια χρήσιμη-σε διώχνω, δεν υπάρχεις πια-σε εξουδετερώνω, μια γλυκειά αναστάτωση, μια καθηλωτική απελευθέρωση, ένα συμπονετικό τέλος που έρχεται και φεύγει κάθε αυγή, κάθε καλοκαίρι πιο ζωντανό, κάθε αυγή πιο στοιχειωμένη, κάθε καλοκαίρι, κάθε αυγή, χάνεσαι και ξαναβρίσκεσαι, ανακαλύπτεις το αναπόφευκτο και το ξαναχάνεις, κάθε φορά κάτω από το παράθυρο, μέσα στο σπίτι, ένα εφησυχαστικό μονοσήμαντο τίποτε…

* Giorgio de Chirico - Busto di donna in riposo, 1935 (from wikipaints)

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Δεν είναι παρά ένα ασήμαντο παιδί


Στο λύκο της ερήμου, ένα αγόρι Βεδουίνων ενηλικιώνεται στη σκληρότητα  του 1ου παγκοσμίου πολέμου. Στο eye in the sky ένα κορίτσι προσπαθεί να επιβιώσει στη μεταψυχροπολεμική Κένυα.
Τα κοινά στη θεματολογία των δύο ταινιών είναι πολλά. Μιλούν για το μουσουλμανικό κόσμο. Παιδιά κατέχουν ρόλους κλειδιά και στα δύο έργα. Τα παιδιά αυτά μεγαλώνουν σε επικίνδυνο περιβάλλον αλλά μέσα στην αγάπη της οικογένειας. Και τα δύο παιδιά θα εμπλακούν, χωρίς καθόλου να το επιδιώξουν, σε μία σύρραξη που καθόλου δεν αφορά τα ίδια.

Το βασικό κοινό στοιχείο των δύο ταινιών μοιάζει ολότελα συμπτωματικό. Σε κάποια στιγμή, ένας δυτικός θα αναρωτηθεί για την αξία της ζωής αυτών των παιδιών. Με τα ίδια ακριβώς λόγια και στις δύο περιπτώσεις, οι απαντήσεις θα ταυτιστούν: δεν είναι παρά ένα ασήμαντο αγόρι/κορίτσι.

Και οι δύο ταινίες είναι τεχνικά άρτιες. Με τελείως διαφορετικό τρόπο κι αισθητική προσέγγιση η καθεμιά, Διαθέτουν δυνατό καστ (άγνωστων αλλά εξαιρετικά εκφραστικών ηθοποιών η πρώτη, αστέρων σε μεγάλη φόρμα η δεύτερη) και στιβαρή σκηνοθεσία – ολόφρεσκης κοπής η πρώτη, συμβατικής αλλά αποτελεσματικής διαχείρισης η δεύτερη.
Εκεί σταματούν και τα κοινά τους σημεία.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Το πιγκουϊνάκι



Δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο που να υποστηρίζει την άποψη ότι η ζωή είναι σοβαρή
(αγνώστου)


Στη δουλεια γελάμε, εμείς οι τρεις γελάμε πολύ, πάνω από το μέσο όρο για την ηλικία μας-οι μέσοι όροι δεν μας ικανοποιούν, εκτός αν είμαστε σε εξελόφυλλο, κυρίως γελάμε εμείς οι τρεις, οι διαφορετικοί, αλλά ίδιοι στα γέλια, από κοντινές ηλικίες και πόλεις, από διαφορετικά πόστα και θέσεις, με παρόμοιες ματιές και προτιμήσεις, εμείς οι τρεις μόνο, λολ και πάλι λολ, είναι που έχουμε βρει ο ένας τον άλλον και αντέχουμε τη δουλεια, είναι που η καθημερινότητα μας χωράει επειδή την ξεγελάμε, κάθε μέρα, ανελλιπώς,

Στο διάλλειμα καθόμαστε στο καπνιστήριο, οι τρεις σε παράταξη, περνάμε ο ένας στον άλλο τον αναπτήρα, σαν τσιγαριλίκι που μοιραζόμαστε, και μετά ο ένας σηκώνεται κι αγορεύει - όταν είναι πιεσμένος, η άλλη σκύβει τους ώμους- όταν στενοχωριέται, κι εγώ προσπαθώ να μιλήσω κομπιάζοντας - όταν έχω πολλά στο κεφάλι μου, και ξάφνου, μια εξωστρέφεια που συμβαίνει, κάποιος πετά μια λέξη-βολίδα, η άλλη κάνει ένα μορφασμό, κι αρχίζουμε να γελάμε, γάργαρα, σπαρταριστά, μέχρι δακρύων, σταματήστε θα μας βγει σε κακό, κάθε μέρα η ίδια απειλή, ενώ βαθιά μέσα μας το ξέρουμε το’χουμε νικήσει το κακό, το’χουμε κάνει κομματάκια, κι έτσι το αντέχουμε σαν έρθει εκείνο να μας βρει…

Και τις βαρετές μέρες της δουλειας, στο χώρο του αναπόδραστου ξεκαρδιζόμαστε με βόμβες χαράς, που πυρπολούν τις αγωνίες μας, διώχνουν τις έγνοιες μας και σμπαραλιάζουν τα πρέπει μας,

σε πείσμα των αγνωμόνων, των παρακαθήμενων, των επικοινωνιακών, των λοιδωρούντων, των εαυτούληδων, των σίγουρων, των ξερόλων, των έχω-πλατη, των κρυαδοσαχλαμαράκηδων, των άκριτων, των δήθεν…

Κι όταν τα πράγματα σοβαρεύουν, κι η ζωή δεν είναι πια αστεία, τότε ο άλλος ξεδιπλώνει τη φαντασία του κι εφευρίσκει ιστοριούλες, που σε γαργαλούν να τις ακούσεις, και φτιάχνει installations, έτσι τα λέμε βγάζοντας γλώσσα στην καλλιτεχνίζουσα σοβαροφάνεια, θα σε εκθέσω κάποτε τον απειλώ…

Και κάθε μέρα, αιώνες τώρα, όταν γυρίζω σπίτι,  βρίσκω ένα αντικείμενο από το γραφείο, προσεκτικά βαλμένο στην τσάντα μου, ανέμελα κρυμμένο, και κάθε φορά τσαντίζομαι, αλλά πάντα χαμογελάω…