Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Αντίο μαμά

Λένε οι άνθρωποι, γιατί κάτι πρέπει να πουν: "Να ζήσεις, να τη θυμάσαι."
Οι αμήχανες ευχές στις κηδείες.
Καλύτερα να μέναμε σιωπηλοί. Να ήταν αυτή η κοινοτοπία μας. Αν λαχταράς να πεις κάτι -αλλά μόνο τότε- αγκάλιασε με.
Τα σώματα ξέρουν
Με αφορμή το χωρισμό, τα σώματα κατανοούν βαθύτερα.

Στους κανόνες υπάρχουν εξαιρέσεις. Και στις κοινοτοπίες επίσης.
Αν νιώθεις το "να ζήσεις, να τη θυμάσαι", γιατί καθώς προφέρεις το "να ζήσεις", το ποτίζεις με όσα ξέρεις από ζωή, αν το "να τη θυμάσαι" το γεμίζεις με εικόνες, τότε μεταγγίζεις την ευχή σ' αυτόν που την απευθύνεις.
Κάπως έτσι, μια σοφή φίλη, με προέτρεψε να σε θυμάμαι, όχι στα τελευταία σου όταν σπάνια ήσουν η μαμά που γνώρισα, μα να φέρνω στο μυαλό μου την πιο τρυφερή, την πιο ανάλαφρη θύμησή σου.

Και καθώς συμπληρώνονται ήδη 40 μέρες, ίσως αρκετές για μένα -και  ποιος ξέρει- ίσως και για σένα, να ποια είναι αυτή η ανάμνηση:
Φωτογραφία του Λεωνίδα
Κυριακή απόγευμα. Αύριο έχω σχολείο κι έχω μουτρώσει. Γυρνάμε από την καθιερωμένη αυτοκινητάδα. Ο μπαμπάς καπνίζει μέσα στ' αμάξι με τις χαλασμένες από την πρώτη μέρα αναρτήσεις. Δεν έχουν γίνει ακόμα ευρέως γνωστές οι συνέπειες του παθητικού καπνίσματος. Ανακατεύομαι από τον καπνό και τα τραντάγμτα. Στενοχωριέμαι κιόλας που αύριο θα ξυπνήσω πάνω στον πιο γλυκό μου ύπνο, να πάω ν΄ακούσω βαριεστημένους κι αυστηρούς δασκάλους.
Φάγαμε σε μια ταβέρνα. Παϊδάκια τα πιτσιρίκια, μπακαλιάρο σκορδαλιά ο μπαμπάς κι εσύ. Χρόνια μετά, αναρωτιέμαι γιατί σας άρεσε. Ήπιατε ρετσίνα. Μάλλον επειδή ήταν φτηνή. Δεν βρίσκω άλλο λόγο να την προτιμήσει κανείς.
Μόλις δυο ποτήρια φτάναν να σε ζαλίσουν. Τα μάγουλά σου κατακόκκινα. Να που γέρνεις το κεφάλι πίσω. Κλείνεις τα μπλε μάτια. Το μπλε της Αιγύπτου. Το χρώμα των παιδικών σου χρόνων. Από ένα κόσμο άγνωστο σε μας. Μόνο στα μάτια σου συναντούσαμε τον τόπο που πάντα θεωρούσες πατρίδα.
Δεν θυμάμαι τι ακριβώς φορούσες. Μάλλον εκείνο το πράσινο κοτλέ ταγιεράκι που το μπάλωνες και τα μεταποιούσες χρόνια. Πού να βρεις άλλο πράσινο να σου πηγαίνει τόσο. Είσαι όμορφη κι ευτυχισμένη. Ο μπαμπάς οδηγεί και σου ρίχνει λοξές ματιές. Σε καμαρώνει. Σας παρακολουθώ χωρίς να ξέρω ακόμα πως σας ανακαλύπτω. Δεν είστε μπαμπάς και μαμά αυτή την ώρα. Δυο ερωτευμένοι είστε κι εμείς του πίσω καθίσματος, μια παρένθεση της δικής σας κλωστής. Όπως κάθομαι πίσω του, τον αγκαλιάζω. Φιλάω την καράφλα του. Τον διεκδικώ βέβαια χωρίς να καταδέχομαι να το παραδεχτώ. Είναι ο μπαμπάς μου. Είναι δικός μου -τέρμα!
Γλυκαίνει μεν κι άλλο το πρόσωπο μα είναι δοσμένος αλλού.
Δηλαδή τζίφος;
Τζίφος!
Παρά την τρελή αδυναμία που μου έχει, είναι η στιγμή που το βλέμμα του κλειδώνει σ΄εσένα.
Ε, και λίγο στο δρόμο, μια και ζήσαμε να κάνουμε τη στιγμή ανάμνηση.

«Είμαι ελαφριά! Είμαι πούπουλο!» του δηλώνεις χαρούμενη και κουνάς τα χέρια λες κι είναι φτερούγες. Δοκιμάζεις ν’ απογειωθείς.

Σιγά! Στο κάθισμα του συνοδηγού παρέμεινες, αλλά σχεδόν τραγουδάς λέγοντας: «Είμαι πεταλουδίτσα! Κοίτα με! Πετάω! Πετάω!»
Δείχνεις τόσο πειστική. Τουλάχιστον εσύ είσαι σίγουρη πως τα κατάφερες. Στο μεθυσμένο σου μυαλό πετάς.
Πόσο σαχλαμάρα, σκέφτομαι. 

Κοίτα τώρα που εκείνη η σαχλαμάρα, τόσα χρόνια μετά, γίνεται ο τρόπος να σε θυμάμαι. 
Να είστε καλά σαχλαμάρες που επιτρέπετε να κλαδεύουμε τα περιττά, να ζωντανεύουμε τα χρώματα, στην ανάγκη να εφευρίσκουμε λεπτομέρειες, να στραβώνουμε εικόνες.

Να λοιπόν πώς το σκέφτομαι.
Όλο τον τελευταίο χρόνο που δεν μιλούσες πια, που ούτε καν με κοίταζες κι έμοιαζες να νιώθεις όλο και λιγότερο την παρουσία μου ακόμα κι όταν σε έκλεινα σφιχτά στην αγκαλιά, όλο αυτόν τον καιρό, έπλεκες το κουκούλι σου. Περίμενες, ετοιμαζόσουν.
Γινόσουν εκείνη η πεταλούδα που θα τα αλαφρύνει όλα, που δεν θ’ αφήσει πίσω της κανένα βάρος. Ένα χρόνο μεταμορφωνόσουν στην πιο ελαφριά σου ανάμνηση.
Στο μυαλό σου και στο δικό μου, τα κατάφερες.
Είσαι όμορφη μαμά. Πολύ όμορφη!

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Ζωή στα σύννεφα / Echoes in the Cloud



You set my desire

I trip through your wires

Desire, U2
 Ήμουν το ίδιο ευάλωτος όπως κι οι άλλοι. Τίποτα δεν με ξεχώριζε στην πραγματικότητα απ’όλους εκείνους τους αποπροσανατολισμένους που κρύβονταν πίσω από μια οθόνη. Είχα κι εγώ ανάγκη από βεβαιότητες. Κι ένοιωθα σαν τον La Bruyère με την απέραντη δυστυχία του να μην μπορεί να μείνει μόνος... Σταμάτησα να έχω φέισμπουκ από τότε που έπιασα τον εαυτό μου να ξυπνάω κάθε πρωί ή και μέσα στη νύχτα να αρπάζω το κινητό για να βλέπω πως πήγαν οι αναρτήσεις μου. Δεν άντεξα πάνω από ένα μήνα.

Το ίντερνετ ξεπετάχτηκε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα σαν αγριόχορτο στις ρωγμές της παραδοσιακής συν-θλιμμένης από τόνους μπετόν και γυαλί κοινωνίας. Ξεκίνησε σαν μια υποκουλτούρα χωρίς όνομα με ελάχιστες προσδιοριστικές ταμπέλες, αλλά με χιλιάδες κοινούς ελκυστές που ενώνονταν μπροστά στα μάτια μας σαν ένα ψηφιακό DNA σχηματίζοντας την πολυπόθητη έλικα αυτογνωσίας. Επιστήμη, τέχνη, media και λόγος συνδυάστηκαν ασύγχρονα και συμπληρωματικά για να δημιουργήσουν έναν καθρέφτη της ίδιας της κοινωνίας, μια replica της πραγματικότητας. Με γνώμονες την ανάγκη ελεύθερης πρόσβασης στην πληροφορία και τη μελλοντολογία του κυβερνοπάνκ, την ηθική του hacking, τον ουμανισμό και την αισιοδοξία των ανθρώπων του δικτύου χάραξε ένα νέο σύνορο για τους πιστούς τού προς εξερεύνηση διαστήματος. Κάποιοι πίστεψαν στους κυβερνοποιητές μιας καινούργιας αναγέννησης που  με το βλέμμα στο μέλλον και τα ηνία της τεχνολογίας στο χέρι θα χαρτογραφούσαν τη χλωρίδα και την πανίδα ενός μεταλλασσόμενου εικονικού τοπίου. Το τοπίο όμως τσαλαπατήθηκε από την ελεύθερη αγορά της παγκόσμιας διασύνδεσης κι απέμεινε βορά στις αναλύσεις του social engineering και στην επέλαση του αδυσώπητου φιλελευθερισμού. Η ελευθερία της πληροφορίας ρουφήχτηκε από τους άρχοντες των μίντια και το ατέλειωτο ταξίδι που μας είχαν υποσχεθεί σκόνταψε πάνω στους brand builders. Τη σιωπή του κυβερνοδιαστήματος κάλυψε ο θόρυβος της επικοινωνίας. Το όραμα κατατμήθηκε σε κομματάκια εύκολης κατάποσης και τάισε τους πελάτες των ίντερνετ καφέ και των ψηφιακών αγορών. Αυτοί που πίστεψαν απογοητεύτηκαν και οι dreamers of the dreams αποσύρθηκαν. Οι πρωτοπόροι της οιονεί πραγματικότητας έγιναν οι έσχατοι του μεταμοντερνισμού. Και αυτή η ίδια η οικουμενικότητα κατέληξε ένας μύθος, αφού, 40 χρόνια μετά, μόνο το 40%* του πληθυσμού της γης έχει πρόσβαση στα δίκτυα, κάποιοι υπό αυστηρούς περιορισμούς. Κι έτσι ο κόσμος μας, ολοένα και περισσότερο, βυθίζεται σε μια περίοδο όπου, ενώ το ιεραρχημένο σύστημα έχει αρχίσει να καταργείται από την τεχνολογία και να μετατρέπεται σε αποκεντρωμένο, η βία μετασχηματίζεται από ωμά κατασταλτική σε δομική διαποτίζοντας ύπουλα τους όρους της ανθρώπινης ύπαρξης. Το δίκτυο δομώντας τις διαδραστικές κοινωνίες του παρέλειψε να χτίσει την ηθική του και να διαμορφώσει έγκαιρα την κουλτούρα του. Οι καινούργιες νόρμες και οι προσδοκίες του τσαλακώθηκαν από τη γενετικά προδιαγεγραμμένη τάση για επιβολή - των ισχυρών, και την ανάγκη για χειραγώγηση - των αδυνάτων. Το We, the Media και το Power-to-the-bloggers, προς στιγμή, μας χάρισαν μια ανάσα ελευθερίας. Αυτόματα σχεδόν, τα παραδοσιακά μέσα έσπειραν θύελλες ορθώνοντας τα τείχη του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας.

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

Να σου φέρω κάτι να φας;


Επετειακό τραπέζι· η σούπα μπορς σε ετοιμότητα, ένα λαμπερό μαζέντα μέσα στην πορσελάνινη σουπιέρα με τα λιλιπούτεια μωβ και άσπρα λουλουδάκια, σαν αυτά που φυτρώνουν την παγωμένη άνοιξη στις πεδιάδες του βορά, σαν αυτά που δεν ξέρεις το όνομά τους αλλά είσαι σίγουρος ότι τα ξέρεις από πάντα. Πάνω στον εβένινο μπουφέ γυρτό το σαμοβάρι, έτοιμο να βουτήξει λαίμαργα το μερδικό του· από τότε που πρωτόρθε σε αυτό το σπίτι κάθε φορά που οσφραίνεται τις γνώριμες μυρωδιές αποκτά μια κλίση.
    - Νάτα και τα πιροσκί…
Τίποτε δεν συγκρίνεται με την ηδονική προσμονή τους. Υπέροχα αφράτα ροδοκόκκινα, δεν υπολείπονται της φήμης τους, ανώτερα από τις περιγραφές, και δικαιότατα ηγούνται της διαδικασίας του γιορτινού τραπεζιού.
    - Δοκίμασε και τη ρώσικη σαλάτα της γιαγιάς, δεν τη φτιάχνει με μαγιονέζα βέβαια, από που κι ως που ρώσικη η μαγιονέζα…
Ακολουθεί το κοκκινιστό, μυρωδάτο και ζεστό, ένα μέλωμα για τον ουρανίσκο, ένα λυρισμός για το στομάχι.
    - Να σου βάλω λίγο ακόμη; Πάρε λίγο ακόμη, μη ντρέπεσαι.
Όταν σε είδε ξαπλωμένη στο ανήλιαγο δωμάτιο με το χλωμό μεταλλικό φως είπε μέσα της: τώρα είσαι το δικό μου παιδί. Και την αγκάλιασε με την ίδια τρυφερότητα εκείνης της μπουκιάς που χάιδευε τον ουρανίσκο, με τη ζεστασιά του φρεσκομαγειρεμένου κοκκινιστού, με την αγάπη της ζύμης που αγκαλιάζει το λαχταριστό κιμά.
Μα πώς είναι δυνατόν να μη θέλεις να δεις την ομορφιά; μα πώς είναι δυνατόν να κρύβεις τα βαθυγάλαζα μάτια πίσω από τα γυαλιά με τους χοντρούς φακούς; Τα γυαλιά έσπασαν, αλλά τα θέλεις για να κρύβεις τη ντροπή, που δεν μπορείς πια να φας μόνη σου...
    - Κάτσε να σου φτιάξω κάτι να φας.

    - Μαμά, πρέπει να φας λίγο ακόμη. Μαμά...Μια κουταλίτσα ακόμη - για μένα…
Μα είναι δυνατόν να μη θέλεις να την αγκαλιάσεις;
Σβήσε τις εικόνες που καρφώνονται βαθιά μέσα στο κεφάλι. Αντάλλαξέ τες με οσμές, που είναι αθάνατες.

Τώρα τη βλέπω να σε ταϊζει. Πηγαίνεις ακόμη εκεί; Σε τυραννούν ακόμη εκείνες οι εικόνες; Με βλέπεις να μεγαλώνω, σε βλέπω να μεγα-λ(ι)ώνεις. Έλα ησύχασε λίγο. Μυρίζει κολώνια μυρτώ-που-δεν-ξέρω-πως-την-ονόμασαν-τώρα-πια. Μυρίζει σούπα, μόνο που δεν-ξέρω-πως-την-ονόμασαν-πια-τη σούπα-μπορς. Κάθε φορά μυρίζει αυτό που θέλεις να σε κάνει να νιώθεις ασφαλής.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

And the Oscar goes to Oscar

Να λοιπόν που ο παλιός ο χρόνος έφυγε τρεχάτος παρά τα γεροντάματά του και το 2016 κατέφθασε μεν, αλλά κρύβεται κάτω από το τραπέζι, όπως τα φοβικά μωρά. Και πώς να μην φοβάται το βρέφος, όταν ο προηγούμενος χρόνος θα μπορούσε να ονομαστεί και χρονιά των αναιρεθέντων νηπίων.
Αναπολώντας τη χρονιά που πέρασε, δεν βρίσκω άλλη εικόνα να την έχει σημαδέψει περισσότερο από εκείνη του Αλιάν.

Δεν είναι και πολύ αισιόδοξα όλα αυτά και δεν είναι ωραίο να κάνεις ποδαρικό προμηνύοντας δεινά –άσε που είναι και ευκολάκι, αλλά η ατμόσφαιρα, όχι μόνο στην κατεστραμμένη Ελλάδα αλλά στον κόσμο όλο, είναι δύσοσμη.
Τοπικοί πόλεμοι που βαίνουν όλο και πιο ανεξέλεγκτοι, φανατικοί εξ ανατολών, αναδυόμενοι φασίστες εκ δυσμών, οικονομική και πολιτική κρίση,  ηλίθιοι παντού παρασύρουν και τους έξυπνους σε βλακώδεις αντιδράσεις, μούδιασμα των λαών που αδυνατούν να πάρουν τη μοίρα στα χέρια τους ή καταστέλλονται αγρίως και καταλήγουν να επιλέγουν μοιραίους κι άβουλους εκπροσώπους, κατάρρευση των χρηματιστηρίων. 
Όλα θυμίζουν τόσο μα τόσο πολύ συνθήκες παλαιότερων παραμονών πολέμου. Για να μην αναφέρουμε τις τραγικές προβλέψεις των περιβαλλοντολόγων.

Μοιάζει πως και να θέλαμε και να ξέραμε πώς, δεν έχουμε χρόνο πια να τ' αλλάξουμε. Ό,τι απομένει, λέω, είναι να το ρίξουμε στην αγάπη. Όπου και όπως τη βρούμε και για όσο προλαβαίνουμε. Αν δεν μπορούμε να σώσουμε τον κόσμο, ας σώσουμε ένα χαμόγελο ψυχικής ηρεμίας. Έτσι κι αλλιώς, η αγάπη είναι το αντίθετο του φασιμού, το αντίδοτο σε κάθε φανατισμό, σε κάθε βεβαιότητα. Οι αισιόδοξοι ας δούνε την κλεψύδρα μισογεμάτη. Όπως και να τη δούμε όμως, το σίγουρο είναι ότι αδειάζει. Γι αυτό και σε πείσμα των καιρών, ψηφίζω –κι ας μην μου το έχει ζητήσει κανείς- αυτή τη φωτογραφία ως ελπίδα και όχι ως εικόνα της εποχής.

Είναι ο Oscar Camps, Ισπανός ναυαγοσώστης που ήρθε στη Λέσβο να βοηθήσει. Όπως και όλοι οι ήρωες του περασμένου χρόνου, δεν επαίρεται αλλά ντρέπεται για λογαριασμό της ανθρωπότητας και λυπάται που έκανε λιγότερα από όσα θα ήθελε.

Επίσης, είναι κούκλος κι αντί να ναρκισσεύεται, αγωνίζεται να σώσει ό,τι έχει απομείνει να σωθεί, άσε που το όνομα από μόνο του θυμίζει βραβείο.  Ο άνθρωπος έχει κάνει υπερβάσεις ισοϋψείς του Έβερεστ και πάλι νοιώθει λίγος. Έχει υπερβεί το "αγάπα τον πλησίον σου" στο οποίο -δεν ξέρω για σας- εγώ ακόμα ζορίζομαι, οπότε ας γίνει αυτός το πρότυπο, η υπόσχεση, το κεράκι της νέας χρονιάς. Ας γίνει η νέα χρονιά όμορφη εντός κι εκτός σαν τον Oscar και με παρόμοια επίγνωση της ανεπάρκειάς της.

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Ευχές και τέρατα

Να πάσχεις από άνοια σημαίνει να είσαι κλεισμένος σε ένα σιδερένιο κλουβί χωρίς πόρτα, με ένα θηρίο παρέα. Το θηρίο είναι αόρατο. Πού και πού, πρέπει να τραφεί. Είσαι η τροφή του. Κόβει κομμάτια. Δικά σου κομμάτια. Από αυτά που δεν γιάνουν όσος καιρός κι αν περάσει. Μνήμες, κρίση, σκέψη, ιεράρχηση προβλημάτων, αντίληψη, μάθηση, χρήση της γλώσσας. Για πολύ καιρό το τέρας τρέφεται με λέξεις που δεν θα ξαναβρείς ποτέ εσύ ο φυλακισμένος..
Μετά αποσύρεται για λίγο. Καταπίνει γράμματα και τίποτα δεν του στέκεται στο λαιμό. Ούτε τα "Ι", ούτε τα "λ", ούτε τα μυτερά "Ξ" (ξεχνάω), ούτε τα "Α" όσο κι αν φωνάζουν. 
Μασουλάει και χωνεύει. 
Όσο  το θηρίο σε αφομοιώνει, η άνοια μοιάζει να σταθεροποιείται. 
Μέχρι την ώρα που θα πεινάσει και πάλι.