Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

Αέρας πάλι

Καθώς πηγαίνω στο νησί, ξεντύνομαι το χειμώνα. Εδώ, όλα στρογγυλεύουν. Ο καιρός, τ’  ανάγλυφο, οι γωνιές των κτισμάτων. Οι αιχμές κι οι κραυγές μένουν πίσω στην πόλη.

Χιλιάδες αφορμές σου δίνει ο τόπος να τον αγαπήσεις: ακρογιαλιές, χωριά, μονοπάτια, βρύσες, βαθμίδες σπαρμένες αγριολούλουδα, μερακλήδες κατοίκους.

Ότι μ’ αρέσει πιο πολύ είναι οι καμπύλες των βουνοπλαγιών στο χρώμα της μπίτερ σοκολάτας έτσι όπως αφήνονται στο αγκάλιασμα του ουρανού.

Ναι, η κοινωνική κατάσταση της χώρας είναι απογοητευτική, οι κυβερνώντες βουλιάζουν στη διαφθορά και στην υποκρισία, οι πολίτες αντιλαμβάνονται μόνο ότι επηρεάζει την τσέπη τους, τα παιδιά –όλα τα παιδιά του κόσμου- με γεμίζουν ενοχές, αλλά η κυκλαδίτικη απλότητα αποστομώνει κάθε σκοτούρα. Τώρα είμαι εδώ, στο νησί μου κι όλα γλυκαίνουν. Κι ας μην έχει καμία σχέση με καταγωγή κι αιμάτινους δεσμούς το κτητικό. Το «μου» κόλλησε χάρη στην επίκτητη αγάπη.  

Προχθές, ένας φίλος μου έλεγε πως οι άνθρωποι χωρίζονται σε λύκους και πρόβατα. Πρέπει, ισχυρίστηκε, ν’ αποφασίσω πού ανήκω. Μ’ αρέσουν και τα πρόβατα και οι λύκοι. Προφανώς, για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που ο φίλος τα χωρίζει σε κατηγορίες, αλλά δεν θα κατέτασσα τον εαυτό μου σε καμιά ομάδα. Και τι είσαι τότε; ρώτησε.
Υποτίθεται πως πρέπει να επιλέξω να είμαι νικητής, δηλαδή λύκος. Αυτό θα ίσχυε σε ένα κλειστό σύστημα λύκων-προβάτων. Μα έλα που τίποτα δεν κλείνει καλά.
Το νησί για παράδειγμα, έχει πολλά πρόβατα μα ούτε έναν λύκο. Φαίνεται, πως τελικά τα πρόβατα τα κατάφεραν καλύτερα χωρίς να προσπαθήσουν πολύ. Και πάλι όμως, δεν τα κατάφεραν όλα. Κάμποσα απ' αυτά θα σουβλιστούν αύριο.
Όταν είμαι στο νησί, ξέρω τι θα ήθελα να ήμουν: το μεγαλύτερο χούι του τόπου∙ ο αέρας.


Βορειοδυτικός κι άστατος να κατρακυλάω μπλεγμένος σε αγκαθωτές θημωνιές απ’ τον Τσικνιά στις ακτές, να στιλβώνω τα μαρμάρινα σκαλοπάτια για να γλιστρούν οι άμαθοι, να τρυπώνω στις ψιλοβελονιές των περιστερεώνων, ν’ αρπάζω το άρωμα απ’ το θυμάρι, να σφυράω δίπλα απ’ τις κάπαρες, ν’ ανατριχιάζω την πλάτη της θάλασσας και να την ανακατεύω, να σηκώνω σύννεφα από άμμο και να χώνομαι στα ενοχλημένα σώματα των τουριστών, ν’ αγριεύω και να βουίζω για μέρες και μετά να σωπαίνω και να μ’ αποζητούν «μα γιατί δεν φυσάει λίγο;» · αλλά να μην έχει λίγο. Μόνο πολύ ή καθόλου.

Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.



10 σχόλια:

  1. Η τελευταία παράγραφος είναι βέβαιο ότι θα ανθολογηθεί, για να μην πω ότι της αξίζει και να κινηματογραφηθεί! Εγώ πάντως, ο ανώνυμος, νιώθω ότι αποκτώ το ειδικό βάρος ενός παιδιού διαβάζοντάς σε! ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μα τι όμορφο σχόλιο Ανώνυμε! Αν σου αρέσει η τελευταία παράγραφος, τα κινηματογραφικά δικαιώματα δικά σου. Μόνο πες μου αν θα γράψω με κεφαλαία ή μικρά το Ανώνυμος. Χρόνια πολλά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Τι όμορφσ...Απορώ τι κάνουμε πνιγμένοι στην Αθήνα και ξεγελάμε τους εαυτούς μας...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Theorema,

    Ευχαριστώ για το σχόλιο. Ευχαριστώ που είσαι εδώ. Άσχετο, αλλά πρέπει να ομολογήσω πως το Theorema δεν το συνδέω με το Θεώρημα, αλλά με το θεϊκό το ρέμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Όπως μου συμπλήρωσε ο ανώνυμος γνωστός, όταν δήλωσα "είναι ωραία να βρίσκεσαι κοντά στη φύση τούτες τις μέρες", "Αρκεί να μην είσαι αρνί" (δεν ξέρω αν αυτό σε βοηθά στο δίλημμά σου...)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. roubinakiM,
    Μου δίνεις πάσα για να θυμηθώ τον αγαπημένο Τομ Ρόμπινς, όπου στους Αγριεμένους Ανάπηρους, λέει πως στα διλήμματα πρέπει να διαλέγεις την τρίτη επιλογή ;))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ναιιιι :-)))
    Παρέλειψα να πω ότι το κειμενάκι ήταν υπέροχα δροσιστικό-σαν αεράκι και οι φωτογραφίες very pro!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. ....μα ναι η τελευταία παράγραφος !!!!!!!!!!!!!
    Αλέκος Μορ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή