Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φιλιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Πλατεία πλατιά


Η πλατεία που έπαιζα παιδί είναι ιερή. Φυλαγμένη στο εικονοστάσι των αναμνήσεων. Ήταν άσκημη, όλο σκουριασμένα σίδερα, αιχμηρά χαλίκια, σκουπίδια, ελάχιστο πράσινο, αλλά γεμάτη φίλους, οπότε τα άλλα σβήνουν. Αλήθεια, τι ν' απέγιναν τα παιδιά της παρέας; Ελπίζω να μην μεταλλάχθηκε κανείς σε αγανακτισμένο κάτοικο. Ξέχασα όμως, οι περισσότεροι αγανακτούν από μακριά και ξεσπούν εδώ. Αν έμεναν στην περιοχή, θα είχαν παίξει κρυφτό, στρατιωτάκια-ακούνητα, θα είχαν απλώσει τα πόδια στις κούνιες για να φτάσουν ψηλότερα, θα είχαν σπρώξει τα φιλαράκια στο γύρω-γύρω, όπως και να το κάνεις θα ήξεραν πως το κυνηγητό είναι παιχνίδι και δεν καταδιώκεις τους ανθρώπους με μαχαίρια επειδή σ' έφτυσε η γκόμενα, σε στραβοκοίταξε η μαμά, σε ρεζίλεψε ή σε απέλυσε το αφεντικό.
Τώρα τα παιδιά χτυπάνε κάρτα στις πλατείες υπό το άγρυπνο ή το αδιάφορο μάτι της νταντάς. Ενίοτε  της γιαγιάς, αν είναι τυχερά. Τα δικά μου δεν ήταν.

 

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

Φιλιά




Κάμποσα καλοκαίρια πριν, βρεθήκαμε με τον καλό μου σε παραλιακό ταβερνάκι. Πρώτες μέρες της ολόφρεσκης σχέσης μας κι ήταν αδύνατον να  μην κολλήσουμε ο ένας στον άλλο. Πανίσχυροι μαγνήτες, καθισμένοι σε ψάθινες καρέκλες.
Ο ταβερνιάρης, όρθιος δίπλα μας, μέτρησε τα λεφτά του λογαριασμού. Τα βρήκε σωστά και ρουφώντας όλο τον αέρα από γύρω, το ξεφούρνισε:
«Δεν πάτε κάπου αλλού τώρα, γιατί έχουμε γυναίκες και μικρά παιδιά;»
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, στραβωμένοι από τον έρωτα ή την πείνα, ούτε που είχαμε προσέξει πως το μαγαζί ήταν έρημο. Εντάξει, υπήρχαν τα τζιτζίκια και δυο μονόφθαλμα γατιά, αδιάφορα  θα τα έλεγα, για τα φιλιά μας. Εκτός από μας, ο μόνος άνθρωπος και ο αποκλειστικά ενοχλημένος, ήταν αυτός ο μεσήλικας με το τεφτέρι στα λιγδιασμένα χέρια και τη φανέλα να τεντώνεται στα όρια της εξόντωσης γύρω απ’ την πλαδαρή κοιλιά του. Αν σκεφτόμαστε λογικά, θα είχαμε διαλέξει ένα μέρος πολυσύχναστο, για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από πιθανή τροφική δηλητηρίαση. Αν και δεν γεμίζουν μόνο τα καλαμαράκια τοξίνες, όταν μπαγιατέψουν .
Έτσι κι αλλιώς, ήμαστε έτοιμοι να φύγουμε. Κοιταχτήκαμε συνωμοτικά και σηκωθήκαμε για μια βόλτα στην ακρογιαλιά.
Το κέφι μας, το ξαναβρήκαμε γρήγορα. Για το μαγαζάτορα, δεν παίρνω όρκο.

Καθώς οδηγώ στην πόλη, συναντώ νεαρά ζευγάρια να στέκονται στο φανάρι και ν’ ανταλλάσσουν φιλιά. Η διάθεση είναι κολλητική. Ο μπροστινός οδηγός σκύβει στην κοπέλα δίπλα του. Τα πρόσωπα τους συγχωνεύονται. Δεν νοιάζονται για το πράσινο που γίνεται κόκκινο. Οι άλλοι οδηγοί κορνάρουν. Αν τους καθυστερούσε κάποιος, επιχειρώντας να παρκάρει, μπορεί να έδειχναν περισσότερη υπομονή. Μια θέση για το αυτοκίνητο, είναι σημαντικότερη από ένα φιλί.  

Αφελώς, συνεχίζω να πιστεύω πως ακόμα κι αν τα πυροτεχνήματα εκτοξεύονται από έναν μακρινό ιδιωτικό κήπο, είναι και πάλι όμορφα.
Επειδή η απορία μου χρονίζει, ζήτησα από κάμποσους γνωστούς -απ’ αυτούς που τσιτώνονται κι αποστρέφονται το παραπάνω θέαμα- να μου εξηγήσουν τι είναι αυτό που τους ενοχλεί στη θέα του φιλιού.
Κανείς δεν ομολόγησε ότι ζηλεύει, ότι λαχταράει να βρεθεί στη θέση των παιδιών που φιλιούνται, ότι αδυνατεί να διαχειριστεί τον αναπάντεχο ερεθισμό, ότι έστω θα προτιμούσε να τους παρατηρεί χωρίς να γίνεται αντιληπτός ή ότι φοβάται τις αδιάψευστες μαρτυρίες πάθους και ζωής διακρίνοντας ως μόνο επόμενο προσωπικό ορόσημο, το θάνατο.
Οι περισσότεροι έχουν απαντήσει ως εξής:
«Φαντάσου να πετύχαινες το παιδί σου να φιλιέται στη μέση του δρόμου και να το κοιτούν ένα σωρό άγνωστοι!» Τα παιδιά είναι σπουδαία ασπίδα πολλαπλών χρήσεων.
Οι γνωστοί επισφραγίζουν το ατράνταχτο επιχείρημά τους, μ’ ένα ικανοποιημένο κούνημα του κεφαλιού και θεωρούν αυτονόητη τη λήξη της κουβέντας.
Πώς δεν το είχα σκεφτεί;
Τα παιδιά πρέπει να φιλούν μόνο εμένα! Κι αν –ο μη γένοιτο- ερωτευθούν, οφείλουν να το κρύψουν. Πανεύκολο!
Έλα όμως, που εγώ δεν θέλω να φιλάω μόνο τους γονείς μου. Πώς να απαιτήσω παρόμοιες αποκλειστικότητες από τα πιτσιρίκια μου;

Τώρα θα μου πεις, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ μιλάς για φιλιά, καλοκαίρια, ακρογιαλιές κι αστέρια;
Μιλάω γι αυτά, γιατί ο κόσμος δεν καίγεται. Είναι πυρίμαχος. Ενοχλείται από τη θέρμη κι όχι μόνο των φιλιών. Δυσανασχετεί με την ξένη ευτυχία, την υποτιθέμενη διπλανή επιτυχία. Θεωρεί τον εαυτό του τον αξιότερο  να ευημερήσει κι αν δεν το καταφέρνει, αδικείται. Κι επειδή οι ευτυχισμένοι κι οι επιτυχημένοι όλο και λιγοστεύουν, η δυσαρέσκεια στρέφεται σε όσους διαμαρτύρονται. Καταρχήν δεν έχουν λόγο να διαμαρτύρονται, αφού δεν δικαιούνται να νοιώθουν αδικημένοι. Αλλά ακόμα κι αν ήταν, θα έπρεπε να σεβαστούν το δικαίωμα να πάει ο καθένας στη δουλειά του, τη σημαντικότερη κάθε αδικίας, διεκδίκησης,  επανάστασης κι οποιασδήποτε άλλης βλακείας. Άλλωστε, για να βρίσκονται στο δρόμο κι όχι στις δουλειές τους, είναι τεμπέληδες κι απατεώνες. Η φλόγα όσων διεκδικούν, πυροδοτεί αρνητισμούς σε μια μεγάλη μερίδα συμπολιτών. Τους κάνει να δείχνουν χλωμότεροι κι απ’ τους νεκρούς. Είναι πολύ απασχολημένοι με τη μιζέρια τους, για να πάρουν φωτιά. Η χρόνια ζήλια συσσωρεύει ψυχική μούχλα και χλιαρότητα.
Μιλάω για φιλιά, γιατί βλέπω ανθρώπους πρόθυμους να ανεχθούν το κάψιμο των μαγισσών αντί να ξεφορτωθούν τους ιεροεξεταστές. Αν μαθαίναμε να χαιρόμαστε με τη χαρά των άλλων, δεν θα αντέχαμε τον πόνο και τον εξευτελισμό τους, ούτε θα ανασηκώναμε αδιάφορους ώμους σε όσους στοχοποιούν κι απομονώνουν τους διπλανούς μας.

Θα ήμουν ανόητη αν ισχυριζόμουν πως η ζήλια δεν με αγγίζει, όπως δυσπιστώ κι απέναντι σε όποιον δηλώνει αλώβητος από δαύτη. Υπάρχει όμως, ένα απλό κόλπο για να σταθούμε ένα βήμα μακριά από το εγγενές μας κουσούρι· ν’ αναγνωρίσουμε το τσίμπημά του. Αν τα καταφέρουμε, τότε την επόμενη φορά που θα δούμε ένα ζευγάρι να φιλιέται, ας κλείσουμε τα μάτια κι ας θυμηθούμε το δικό μας πρώτο φιλί ή έστω το δεύτερο –αν ήταν πιο πετυχημένο. Ας απολαύσουμε την ανάμνηση κι ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας τη σπίθα ενός –έστω χαζού-  χαμόγελου.