Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Κλεμμένη ζωή


Την είδε να πλησιάζει με την άκρη του ματιού του. Ούτε που πρόσεξε τους άλλους τρεις δίπλα της. Έσκυψε έξω από το γκισέ για να βεβαιωθεί. Του φάνηκε ότι έλαμπε κι ας ήταν οκτώ το βράδυ. Βεβαιώθηκε πώς δεν υπήρχε άλλος να περιμένει μπροστά του κι έκλεισε απότομα το πορτάκι του γκισέ. Η ώρα που θα άρχιζε η παράσταση πλησίαζε. -Δε βαριέσαι, όσοι είχαν εισιτήριο, είχαν, οι άλλοι ας περιμένουν και λίγο. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του, τίναξε από ίδια ντροπαλοσύνη τα ρούχα του και σηκώθηκε. Εν τω μεταξύ από την κύρια είσοδο του θεάτρου εκείνη και οι φίλοι της είχαν μπει μέσα. Τώρα μόλις τους πρόσεξε. Δύο άντρες και μια κοπέλα, η κοινή τους φίλη, στα γενέθλια της οποίας την είχε, πριν από δύο χρόνια, γνωρίσει. Τους πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Στάθηκε ακριβώς απέναντί της, ενώ οι υπόλοιποι άνοιξαν την τετράδα κοιτώντας προς το μέρος του-Γεια σας-Γεια σου Ανδρέα, είπε η κοινή τους φίλη. Τους χαιρέτισε αμυδρά κοιτώντας πάντα εκείνη, σαν να μην υπήρχαν οι άλλοι τριγύρω της. Συνέχισε να την κοιτάζει αποσβολωμένος σαν να την ζύγιαζε. Είχαν σχεδόν το ίδιο ύψος. Έγειρε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι, το άπλωσε κι εκείνη. Το έπιασε και το έσφιξε, άρχισαν να χαιρετιούνται. Πάνω-κάτω, πάνω κάτω τα χέρια τους δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Ψιθύριζαν ο ένας στον άλλον κοινοτοπίες, πώς είσαι; καλά είμαι, πώς και δουλεύεις εδώ, ο θείος μου έχει το θέατρο και με πήρε να βοηθήσω, τέτοιες εποχές καλά είναι. Συνέχιζαν να κρατιούνται σφιχτά και να κουνάνε πάνω-κάτω τα χέρια, οι άλλοι ίσως και να παρατήρησαν την παρατεταμένη χειραψία, ίσως και να ένιωσαν άβολα. Δεν τον ένοιαζε. Σημασία είχε που την ξαναέβλεπε ενάμισυ χρόνο μετά. Ένιωθε ότι η καρδιά του θα έφευγε από τη θέση της. Όλο του το κορμί έκλινε προς το μέρος της, εκείνη με φανερή προσπάθεια συγκρατούσε το δικό της ολόρθο. Οι κοινοτοπίες συνεχίζονταν, πόση ώρα κρατά το έργο, πώς πάει η ζωή, καλά, όμορφα, εσένα; και πάλι από την αρχή. Μέχρι που ένιωσε το ή τώρα ή ποτέ, και ο χρόνος στιγμή πάγωσε. Την τράβηξε προς το μέρος του και της έχωσε δυο φιλιά, σβουριχτά, δυνατά, αυθάδικα και στα δυο της μάγουλα, που βάφτηκαν κατακόκκινα, αλλά το απόλαυσαν. Απομακρύνθηκαν με αμηχανία και τα χέρια τους έπεσαν στο πλάι. Ακολούθησε μια στιγμή αμήχανης σιωπής που δεν καταγράφτηκε στο σύστημα των παλιών εραστών. Ο ψηλός άντρας δίπλα της, άπλωσε το χέρι και την αγκάλιασε πατρικά από τους ώμους. Τραβώντας την κτητικά προς το μέρος του, ανακοίνωσε: “Έχει χτυπήσει το τρίτο κουδούνι δεν το ακούσατε;” Έκπληκτοι και οι τέσσερεις, του γύρισαν την πλάτη και απομακρύνθηκαν προς την είσοδο της πλατείας.  

4 σχόλια:

  1. ΕΤΣΙ ΞΕΚΙΝΆΝΕ Η ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΟΥ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με τον καλό λόγο στο στόμα πάντα, ανώνυμε φίλε, νάσαι καλά

    ΑπάντησηΔιαγραφή