Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Πρόσκρουσις

«Είναι αρχαία η ελπίδα του ανέσπερου φωτός. Είναι το τρόπαιο της εγκαταβύθισής μας στο σκοτάδι. Να μεταγγίζουμε από το σκοτάδι φως. Να αντιστεκόμαστε στο κενό της ανυπαρξίας μας και της λήθης». 
Χ.Μποκόρος, Μουσείο Μπενάκη, Γενάρης 2017

 Φτιάχνουμε τη ζωή μας έχοντας στο μυαλό μας μονόδρομους, γνώριμους και κληρονομικούς, στήνουμε την περσόνα μας μονοδιάστατα, καταχωνιάζοντας ανομολόγητα πάθη, γυρίζουμε γύρω από το άτομό μας, χωρίς να επικεντρωνόμαστε, ανύπαρκτος ο πυρήνας μας,
 πλέκουμε τις προσδοκίες μας με νήμα ξασμένο από τους παλιούς, σε πλέξη που ελάχιστα μας επιτρέπει να δούμε παραπέρα, κι όμως μας αρκεί, αυτό που βλέπουμε είναι αυτό που μας ταιριάζει και ό,τι δεν μας τρομάζει, αμαχητί παραδινόμαστε, χωρίς να καταλαβαίνουμε πως όσο πιο σφιχτό είναι πλεχτό τόσο πιο εύκολα ξεφτίζει, και καταλήγουμε στα αζήτητα, κοιτώντας ένα ρολόι χωρίς δείκτες, στο ίδιο σημείο που πιστέψαμε ότι έχουμε χρόνο,
 πλέουμε πάντα σοτοβέντο, η ρότα είναι μία, απαγορεύονται τα αχαρτογράφητα νερά, σποραδικά, ασκήσεις θάρρους μα ελάχιστες μοίρες λοξοδρόμησης, τρέμουμε τα όρτσα κι όταν έρθει η τρικυμία, αναζητάμε–αργά; μάταια; ανέξοδα; την κουπαστή που θα μας κρατήσει,
 σχεδιάζουμε τις ζωές μας σαν να κατεβαίνουμε ένα λόφο, χοροπηδώντας ανέμελα, μέχρι να βρεθούμε μπροστά στο γκρεμό, ένα σκαλάκι το μεγαλείο απ' το γκρεμίδι· και ξαφνικά, ανακαλύπτοντας πόσο βαθιά είμαστε, αναγνωρίζουμε το χάος, και στυλώνουμε τα πόδια, τρέμοντας πως, αν σκοντάψουμε,  χαθήκαμε· παρόλα αυτά, αντίθετα απ'ό,τι πιστεύουμε, παρά τα όσα πιστεύουμε, ακόμη κι αν δεν το πιστεύουμε, είμαστε γενετικά προδιατεθειμένοι να σκοντάψουμε, είμαστε τα λάθη μας - και στο διηνεκές θα παραμείνουμε…

Λίγο πολύ όλοι μοιάζουμε στο νερό που κυλάει στ’αυλάκι, στο καλόπιστο ρυάκι που προδιαγεγραμμένα καταλήγει στην ήρεμη λίμνη, εφησυχάζουμε κι αφηνόμαστε να παρασυρθούμε, χλευάζοντας τη συντριβή των άγριων ποταμιών κι αμελώντας την εντροπία...
Και περιμένουμε αυτό που θα μας αφυπνίσει, κι αν είναι αυτός, ας είναι ο ζωγράφος που σεβαστικά κι εκστατικά τα έργα του περιεργάστηκα, ένα φωτεινό πέρασμα στο χάος είναι η ζωγραφική, μου ψιθύρισε, και «όψις αδήλων τα φαινόμενα».










Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Μικρό χρονικό τρέλας του Α. Κορτώ

Η αγαπημένη συννεφοξαδέρφη (ChichiMdou κατά fb) μου δώρισε  το «μικρό χρονικό τρέλας» του Αύγουστου Κορτώ.
Ολιγοσέλιδο και μαναντζίβελο καθώς είναι, το έχωσα στην τσάντα για αναγνώσεις νεκρών χρόνων. Ήτοι κατά τη διάρκεια σύντομων μετακινήσεων σε ΜΜΜ.
Κι έτσι κάμποσες φορές, κόντεψα να χάσω τη στάση μου.
Το «μικρό χρονικό τρέλας» περιγράφει ένα ψυχωσικό –όπως μαθαίνω πως λέγεται- επεισόδιο του ίδιου του συγγραφέα. Πρόκειται δηλαδή για ένα -πέρα ως πέρα- βιωματικό βιβλίο .
Το στυλ δηλαδή που συνήθως ανεβάζει ποστ ο Κορτώ στα κοινωνικά δίκτυα και εκνευρίζει αυτούς που ενοχλούνται από τα likes των άλλων.
Ο Κορτώ ξέρει να γράφει κατά τον αμερικάνικο τρόπο: να αποτυπώνει δηλαδή με απλότητα, ζωντάνια, σαφήνεια και χιούμορ αυτό που έχει στο μυαλό του.
Η γραφή του δεν είναι ποιητική, δεν έχει αυτή τη μοναδική λογοτεχνική σφραγίδα αλλά αυτό καθόλου δεν αφαιρεί το ενδιαφέρον που μπορεί να σου προκαλέσει το θέμα της αφήγησης  κι αυτό το διαπιστώνω για δεύτερη φορά,  μετά την ανάγνωση του «βιβλίου της Κατερίνας» του ιδίου, όπου διηγείται την ιστορία της μητέρας του που αυτοκτόνησε.
Το χρονικό τρέλας μου άρεσε πολύ περισσότερο από την Κατερίνα γιατί επιβιώνει απαλλαγμένο από την κατανοητή μεν, ψυχαναγκαστική ωστόσο, αγιοποίηση της νεκρής, που κατά τη γνώμη μου αποδυνάμωνε την Κατερίνα.  Και για να μην παρεξηγηθεί αυτό που γράφω, ξαναλέω πως και η Κατερίνα μου άρεσε θεωρώντας πως τα πλεονεκτήματα υπερίσχυαν των μειονεκτημάτων.

Δεν είχα καμία αμφιβολία, όσο διάβαζα το χρονικό, ότι όσα περιγράφει, έτσι συνέβησαν.
Οπότε η αλήθεια αποτελεί την πρώτη κι ελκυστικότερη αρετή της ιστορίας.
Από κει και πέρα, η εξιστόρηση λειτουργεί με έναν περίεργο τρόπο. Η οπτική του ψυχικά πάσχοντος είναι κάτι άγνωστο, κάτι για το οποίο μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε ή εξωτερικές παρατηρήσεις. Το να μιλάει όμως η τρέλα σε πρώτο πρόσωπο, εφόσον δεν σοκάρεσαι από την τραγικότητα ή μόλις τέλος πάντων την ξεπεράσεις, αποτελεί μια προσέγγιση άκρως ενδιαφέρουσα.
Μιλάμε για γνήσια ομορφιά.
Ομορφιά;
Ναι. Γιατί καταπώς μας τα λέει ο κύριος Κορτώ, με κομμένη την ανάσα, τη δική του και τη δική μας, η κακιά, επικίνδυνη, αυτοκαταστροφική τρέλα μοιάζει με το ζωντάνεμα ενός όνειρου στο λάθος κόσμο.  Θα έλεγε κανείς πως τα όνειρα προέρχονται από άλλον πλανήτη και ζωντανεύοντας σε τούτον εδώ, δηλητηριάζονται από την πραγματικότητα και μεταλλάσσονται σε τέρατα. Ωστόσο, η ανάμνηση της προέλευσής τους διατηρεί μια νοσταλγική γοητεία.
Από την άλλη, συνειδητοποιείς σε κάθε αράδα, τη χρησιμότητα του αναγνώσματος ως οδηγού αναγνώρισης στην περίπτωση που η ψύχωση βαρέσει την δικιά σου πόρτα ή εκείνη κάποιου αγαπημένου.  Άλλο ένα στοιχείο που κατατάσσει το βιβλίο στα “must read”.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της συναρπαστικότητας, ήταν λατρεία του Κορτώ για τον Σάλιντζερ. Λέει ο Καμπρέ στο confiteor πως το κριτήριο επιτυχίας ενός βιβλίου είναι η επιθυμία του αναγνώστη να το ξαναδιαβάσει. Έχω διαβάσει το "ψηλή σηκώστε στέγη ξυλουργοί" του Σάλιντζερ πάνω από 20 φορές. Και μόλις τώρα διαπίστωσα πως την εξαιρετική μετάφραση του ρυθμικού, μακροπερίοδου, ιδιόμορφου λόγου του Σάλιντζερ έχει αποτυπώσει με θαυμαστή ακρίβεια ο Κορτώ.

Το μόνο που δεν μου άρεσε στο βιβλίο, ήταν η ανάγκη του συγγραφέα να ζητήσει συγνώμη από τους αγαπημένους για τον πόνο που προκάλεσε η κρίση της αρρώστιας του. Κι ενώ επαναλαμβάνει πως έχει πειστεί ότι τα ψυχωσικά επεισόδια όπως και τα συμπτώματα όλων των ασθενειών δεν συμβαίνουν με ευθύνη του πάσχοντα, ο ίδιος, αγωνιώντας να εξιλεωθεί, ζητάει ξανά και ξανά συγνώμη.
Επειδή έχω βρεθεί στην πλευρά του φροντιστή ψυχικά πάσχοντος, θα έλεγα πως κι οι αγαπημένοι οφείλουν πολλές συγνώμες στον άρρωστο γιατί λόγω άγνοιας, κούρασης, λύπης ενίοτε συμπεριφέρονται σκληρά. Αλλά οι συγνώμες δεν αφορούν τους τρίτους.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ευγνωμοσύνη

Μπαλί, 2009.
Η ξεναγός δείχνει τη μία και μοναδική φυλακή του Μπαλί:
«Σήμερα, βρίσκεται εδώ ένας φυλακισμένος. Ένας μεθυσμένος που έκανε φασαρία. Συνήθως η φυλακή είναι άδεια.»
Αναρωτιούνται οι –βαθιά νυχτωμένοι- τουρίστες: Πώς γίνεται σ' έναν τόπο 4 εκατομμυρίων κατοίκων να μην εγκληματεί κανείς;
Στη συνέχεια, οι εν λόγω τουρίστες θα πληροφορηθούν πως τα καλαθάκια με το ρύζι και τα λουλούδια που συναντούν σε κάθε τους βήμα, αποτελούν προσευχές των ντόπιων, οι οποίοι, νύχτα-μέρα - κάθε μέρα, ευχαριστούν τους μυριάδες θεούς τους, το κάθε δέντρο, το κάθε ποτάμι, τους ζωόμορφους, τους τερατόμορφους, τους παράξενους.   


Αυθαίρετα εντελώς, ο τουρίστας θα συνδέσει την έλλειψη εγκληματικότητας με το χαμόγελο των κατοίκων. Θα συνδέσει την αίσθηση που είχε με το που πάτησε το πόδι του στο νησί, αυτή την πρώτη –ασυνήθιστα βαθιά και μοσχοβολιστή- ανάσα ευτυχίας με την ευγνωμοσύνη που ξεχειλίζει ολούθε, που παρασύρει κι εσένα τον ξένο.
Στο νησί, οι μόνοι που κλέβουν είναι οι μαϊμούδες και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο δάσος. Οι μαϊμούδες των υπόλοιπων δασών είναι μόνο αστείες και φιλικές μέχρι παρεξηγήσεως. Κάθονται ας πούμε στο κεφάλι των επισκεπτών κι αρχίζουν το ξεψείρισμα όπως κάνουν στα μωρά και στα άλλα αγαπημένα τους πρόσωπα. Εκθέτουν τον καθαρό και κομ-ιλ-φο βαθιά νυχτωμένο τουρίστα.

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

παγιδευμένοι

είναι κι αυτές οι φορές που η φύση θυμώνει, που μας κρατά μια-δυο μέρες κοντά της συντρίβοντας τα μεγαλόσχημα και υπερφίαλα σχέδιά μας, που διαταράσσει τις επικοινωνίες μας, που ταρακουνά τα μπετονένια θεμέλιά μας, που κοσμοχαλάει τις αισθήσεις μας, που βροντοφωνάζει στα μούτρα μας, μπας και συναισθανθούμε, μπας και έρθουμε στα συγκαλά μας, μήπως και αναρωτηθούμε κι ανατρέξουμε πίσω στα βασικά, 
Βλάχα Τρικάλων, 2012
Σαννά Υεμένη 2016, Reuters

είναι κι αυτές οι μέρες που εμείς οι ίδιοι παγιδεύουμε τους εαυτούς μας, εκόντες-ακόντες σε κύκλους αόρατους, που χανόμαστε σε δρόμους ατελεύτητους, που βαδίζουμε σε ζωές καμένες, που μπερδευόμαστε σε αυτοκτονικές συγκυρίες, που τρέφουμε το σαράκι για συντροφιά μας, που στρέφουμε τον εαυτό μας εναντίον μας, υποταγμένοι σε αταβιστικά ανεξέλεγκτα τερτίπια,


είναι κι αυτές οι περιπτώσεις που ο άνθρωπος ξεθάβει την αληθινή του φύση, την κτηνώδη και τη φθοροποιό, που, ad absurdo, διαλέγει τη λάθος πλευρά, που αποφασίζει πως ήρθε στον κόσμο τούτο για να επιβληθεί και να επικρατήσει - ο άμοιρος - τότε είναι που κι η μεγαλύτερη δυστυχία γεννιέται στον κόσμο...

Dubai Mall, 2014
Giangzou Mall, 2016


Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Βαρετό το νέο έτος!

Τα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας διαρκούσαν 20 μέρες. Τόση άδεια είχε ο πατέρας μου και για τόσο διάστημα μας έπαιρνε να παραθερίσουμε –ελλείψει οποιουδήποτε εξοχικού ή χωριού-  δίπλα στη θάλασσα, κολυμπώντας, παίζοντας με άλλα παιδιά και βλέποντας κάθε βράδυ σινεμά. Θερινό εννοείται, σε οικογενειακό πακέτο τιμής.
Καθόμουν πάντα δίπλα στον μπαμπά, ο υπόλοιπος κόσμος δεν είχε και πολύ σημασία, μου έλεγε ανέκδοτα, παραμύθια που επινοούσε εκείνη τη στιγμή και παίζαμε κάτι σε πέτρα-ψαλίδι-χαρτί, μέχρι να αρχίσει η προβολή. Είχε απίστευτη υπομονή ο άνθρωπος και έδειχνε μάλιστα να απολαμβάνει κάθε στιγμή με το ενθουσιασμένο πιτσιρίκι δίπλα του.
Λάτρευα τα κινούμενα σχέδια πριν την ταινία και παρακολουθούσα με ενδιαφέρον λίγη από την ταινία. Δηλαδή, εκείνο το διάστημα στην αρχή όπου το έργο ξετύλιγε την ιστορία, πριν ξεκινήσει η πραγματική δράση.
Το κυρίως σώμα της υπόθεσης μου ήταν ενοχλητικό γιατί η ουσία του ήταν συνώνυμη –σχεδόν πάντα-με ανισορροπία, σκοτωμούς, φωτιές, πιστολίδια, δυστυχία, εκδίκηση κι άλλους σκοτωμούς. Ευχόμουν να έφτιαχναν ένα έργο όπου η περίοδος της γαλήνης να επεκτεινόταν ως το τέλος κι αν ακόμα κάτι πήγαινε στραβά, να συγχωρούσαν γρήγορα ο ένας τον άλλο και να φιλιώνανε. Ήθελα μια ιστορία ήρεμη σαν καθημερινότητα. Αυτό δηλαδή που ο περισσότερος κόσμος αποκαλούσε βαρεμάρα, εγώ το αγαπούσα. Αναρωτιόμουν μάλιστα, γιατί άρεσε στους ανθρώπους η δυστυχία. Γιατί αρέσκονταν να την παρακολουθούν με τόσο ενδιαφέρον; Γιατί οι θάνατοι και οι καταστροφές ήταν απαραίτητοι στη διασκέδασή τους;
Στις 20 μέρες των διακοπών, σπανίως απολάμβανα έστω και ένα κινηματογραφικό έργο. Η αλήθεια είναι πως στα περισσότερα αποκοιμιόμουν. Μια που ήμουν εξαντλημένη από το ολοήμερο παιχνίδι και μια που σφράγιζα τα μάτια να μην δω το κακό που εκτυλισσόταν στην οθόνη, κούρνιαζα στο διπλανό χέρι του μπαμπά και με ξυπνούσαν στο τέλος για να γυρίσουμε σπίτι. Μερικές φορές, με μετέφεραν αγκαλιά κι αυτό σίγουρα ήταν το καλύτερο σημείο της κινηματογραφικής εξόδου.  Τώρα που τα γράφω όλα αυτά, συνειδητοποιώ πως έγινα σινεφίλ όχι λόγω των ταινιών, αλλά επειδή τις έβλεπα δίπλα στον μπαμπά μου.
Αν η ταινία συνέχιζε στους ρυθμούς της βαρετής ευτυχίας, θα την παρακολουθούσα άραγε; θα παρέμενα ξύπνια;
Κανείς δεν ξέρει μα έτσι κι αλλιώς, δεν είναι αυτό το θέμα.
Θα μου πεις τότε, τι μας τσαμπουνάς τόση ώρα; και τι δουλειά έχει μια καλοκαιρινή ανάρτηση στην καρδιά του χειμώνα;
Guillermo Mordillo
Ε, λοιπόν, ο λόγος που θυμήθηκα όλα αυτά, ήταν γιατί έψαχνα την καλύτερη ευχή για τον καινούργιο χρόνο. Και νομίζω πως τη βρήκα:
Να έχουμε ένα βαρετό 2017!
Ένα 2017 σαν αγώνα γκολφ!
Βαρεμάρα σε όλους μας! 
Σε όλο τον κόσμο, όσο γίνεται πιο βαρετή να είναι η καινούργια χρονιά!
Ατέλειωτα χασμουρητά στη Συρία και στο Ιράκ! 
Ακινησία στα νερά της μεσογείου!
Αναδουλειές στα press-rooms του κόσμου όλου! 
Παιδάκια αποκοιμισμένα ειρηνικά στα μπράτσα των μπαμπάδων τους και πέτρα-ψαλίδι-χαρτί μέχρι εξαντλήσεως της γονικής υπομονής κι ακόμα παραπέρα!