Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Αμφί-ρ-ροπο

Το κουδουνάκι έκανε το χαρακτηριστικό ήχο, που όλοι είχαμε συνηθίσει να ακούμε όταν μπαίναμε στο φαρμακείο της γειτονιάς. Ήταν αυτός ο μεταλλικά χαδιάρικος ήχος που σε καλωσόριζε με ένα ευδιάθετο νάζι. Παρότι συνηθισμένος στη μελωδία, αυτή τη φορά του φάνηκε αλλόκοτη, όπως τότε που την πρωτάκουσε σε ένα δρομάκι στην παλιά πόλη της Πάρμας, κι όταν με λίγη προσπάθεια, θυσιάζοντας μερικές ώρες από τις ανέμελες βόλτες του είχε καταφέρει να βρει και να αγοράσει το πολυπόθητο σήμαντρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτήν τη φορά δεν την είχε καν ακούσει, αλλά ήταν σίγουρος ότι ακούστηκε το ίδιο θεσπέσια με εκείνη την πρώτη φορά, ένα κρύο πρωινό που τριγύρναγε στην πόλη που σπούδαζε.
Καθώς η γυναικεία φιγούρα πλησίαζε προς το μέρος του, σε πλάνο κοντρ- λυμιέρ τινάχτηκε από το πρώτο κοντρ-σε-κάθε-πρόβλεψη σκίρτημα. Ασυναίσθητα έκανε να κρατηθεί σφίγγοντας με την παλάμη του το κάτω μέρος του πάγκου. Ένοιωσε την ακίδα να του τρυπά το δάχτυλο. Την αισθάνθηκε να προχωρά μέσα στις φλέβες, όσο εκείνη προχωρούσε προς το μέρος του, και να φτάνει μέχρι την καρδιά. Την άφησε εκεί να στέκεται απειλητική, και καθησυχάζοντας την επαπειλούμενη άλλη, μόλις αντίκρυσε και ξεχώρισε τα χαρακτηριστικά της γυναίκας, αποφάσισε ότι έφτασε η στιγμή που έπρεπε να αντιμετωπίσει. Τι θα θέλατε; Παρακαλώ; Καλημέρα σας! Ανάκατα του ξέφυγαν οι λέξεις σαν το μήνυμα που ξεκινάς να αφήσεις στον αυτόματο τηλεφωνητή χωρίς ποτέ να περιμένεις το μπιπ. Το καλοφροντισμένο χέρι της του πρότεινε το χαρτί με τη συνταγογράφηση. Σκύβοντας να το διαβάσει καλύτερα τον έπιασε η μυρωδιά που ανέδυνε ο καρπός της. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, αλλά από εκείνη τη στιγμή και μετά θα το ξεχώριζε ανάμεσα από τα πιο χαρακτηριστικά κι έντονα αρώματα που είχε συνηθίσει στη δουλειά του, φτηνές κολώνιες που έχουν ποτίσει τα σακάκια των ιατρικών επισκεπτών, σαμπουάν κατά της πυτιρίδος, λοσιόν κατά των φθειρών, μαντηλάκια για την ευαίσθητη περιοχή, παιδικές πούδρες κατά των συγκαμμάτων και ευεπίφορες γυναικείες κρέμες νεότητος. Κάπως απότομα γύρισε προς τα ράφια και τα συρτάρια του κρατώντας τη συνταγή και ρίχνοντάς της κάθε δεύτερο λεπτό από μια ματιά, καθώς ένας αρχέγονος φόβος τον είχε κυριεύσει, φόβος που είχε φωλιάσει μέσα του χρόνια πριν, όταν βοηθούσε την απαιτητική και πικρόχολη μάνα του, εδώ, σε τούτο το ίδιο φαρμακείο.
Ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι να ολοκληρωθεί η χρηματική συναλλαγή, το τύλιγμα των κουτιών με τα φάρμακα, η επίδοση των ρέστων της απόδειξης με το ένα χέρι και της χάρτινης σακουλίτσας με το άλλο, εξανεμίστηκε αυτοστιγμή και όλα αυτά τα τετριμμένα έπαψαν να είναι σημαντικά και εύκολα πετάχτηκαν στα σκουπίδια της ιστορίας μιας που ποτέ δεν εξυπηρέτησαν τα ανομολόγητα πάθη και την παρελκόμενη ονειροπόληση.
Το μόνο που απέμεινε ήταν το σκίσιμο της μπλούζας στην πλάτη, μια κουκίδα που θόλωσε την ωχρά του κηλίδα και αναστάτωσε το παρασυμπαθητικό του, βάζοντάς τον να θυμώνει με τον εαυτό του, καθώς πια την έβλεπε να απομακρύνεται…

G.Belows, Club Night (1907), oil on canvas

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου