Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Τσουλούφης


 ­- Κάτι σου έπεσε, ρε Μητσάρα, του σφύριξαν.

  Κάνε θεέ μου να μην είναι αυτό, σκέφτηκε και τον έπιασε ταχυπαλμία.

Καθισμένος στο προτελευταίο θρανίο, στην τελευταία τάξη, στο ολοκαίνουργιο γκρίζο κτίριο της σχολής Εμποροπλοιάρχων του Ασπρόπυργου, προσπαθούσε να παρακολουθήσει το μάθημα, που ο καθηγητής κύριος Αντώνης Αντωνόπουλος παρέδιδε με ζήλο, Ατμολέβητες (ή Μηχανές Εσωτερικής Καύσης;) Ήταν όμως και αρκετά ιδιότροπος κι ο Μήτσος φρόντιζε να μην ταράζεται από τα πειράγματα των συμμαθητών του. Τους άφηνε όμως να τον πειράζουν άλλες ώρες, φερ’ειπείν στο διάλειμμα, κάπως έτσι παρέμενε φερ’επείν φίλος τους, χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να αναστατώνεται και να τους φοβάται.

Του’ρθαν στο μυαλό τα σχόλιά τους έτσι και το σκίτσο έπεφτε στα χέρια τους: για δείτε ένα τσίλικο κοριτσάκι, ποια είναι αυτή η ομορφούλα; τον περιγελούσαν για τα αδρά ζυγωματικά του, τις γυριστές βλεφαρίδες του, τα άλικα χείλη του, κυρίως όμως για τα δίχρωμα μαλλιά του, τα ξανθωπά της κεφαλής του σε αντίθεση με το κατάμαυρο τσουλούφι που ανυπόταχτο έσκαγε στο μέτωπό του. Και παρόλο που στη σχολή πήγαιναν κοντοκουρεμένοι, ένας νόμος το προέβλεπε, τους είχε πει αυστηρά ο διευθυντής, ποτέ δεν άφησε τον κουρέα να ξυρίσει το μαύρο τσουλούφι του, θα'χεις μπλεξίματα τον προειδοποίησε αυτός, σάμπως και τώρα δεν έχω, αναρωτήθηκε από μέσα του. Το είχε από μωρό, μια σκουρόχρωμη δεσμίδα τριχών εμφανίστηκε στο μέτωπό του, όταν έπεσε το χνούδι της γέννας, και παρέμεινε εκεί και μετά αφότου βγήκαν τα πρώτα ξανθά στο υπόλοιπο του κεφαλιού, σημάδι ότι ήταν ξεχωριστός, του έλεγε η μάνα του, που κι αυτή δεν του το είχε κουρέψει ποτέ, μόνο ψαλίδισμα μερικές φορές για να μην του πέφτει στα μάτια. Θυμόταν ακόμη την αίσθηση του χαδιού της όταν του το έστρωνε για να μην τον ενοχλεί. Μεγαλώνοντας, τα παιδιά στη γειτονιά τον κορόιδευαν γι'αυτήν την ιδιαιτερότητα του κεφαλιού του, ήρθε ο τσουλούφης, φώναζαν, αλλά τότε δεν έδινε σημασία, ποτέ δεν αισθάνθηκε τη μοχθηρία που είχε η λέξη όταν την ξεστόμιζαν οι συμμαθητές του στη σχολή, τρία χρόνια τώρα που τον είχαν βάλει στο μάτι. Εδώ, έτσι και αλλιώς, υπήρχε έντονος ανταγωνισμός από την πρώτη στιγμή, αλλά το πτυχίο το ονειρευόταν από μικρός, ήθελε να γίνει ναυτικός, να μπαρκάρει όπως ο πατέρας του, και όσο πλήθαιναν οι κοροϊδίες τόσο αυτός πείσμωνε, και παρόλο που ήθελε ακόμη τρεις μήνες για τις εξετάσεις και το πτυχίο, η αντοχή του άγγιζε τα όριά της.

  Κάνε να μην μου έχει πέσει η ζωγραφιά μόνο· ήξερε τι θα ακολουθούσε από γιουχάισμα, αφού στο σκίτσο έμοιαζε με κορίτσι, θα επιβεβαιωνόταν όλη αυτή η καζούρα και τα κρυφογελάκια πίσω από την πλάτη του. Του το είχε φτιάξει ένας λοστρόμος, μαύρος από το Άντεν, που πέθανε από κίτρινο πυρετό και τον ρούφηξε η θάλασσα, την πρώτη φορά που ταξίδεψε με τον πατέρα του. Του θύμιζε τη μητέρα του και το χάδι της και το κρατούσε πάνω του σαν φυλαχτό. Τη μητέρα του την είχε χάσει από μικρός, αλλά με το που τελείωσε το σχολείο, ο πατέρας είχε ξεμπαρκάρει, για να τον πάρει μαζί του, θέλοντας να σιγουρευτεί ότι στο παιδί θα άρεσε το επάγγελμα του ναυτικού. Δεν υπήρχε λόγος, ακόμη και να μην του άρεσε, θα έλεγε ψέματα, λαχταρούσε τόσο να βρεθεί μαζί με τον πατέρα του πάνω στο καράβι. Του είχε λείψει πολύ ο πατέρας του τα τελευταία χρόνια που έμενε πίσω με τη γιαγιά και τον παππού, και περίμενε με αγωνία τα γράμματά του - εις μάτην όμως, ο πατέρας, γράμματα δεν ήξερε πολλά, κάθε τόσο έστελνε καμιά κάρτα, με κολυβογράμματα, δικά του ή κάποιας ορντινάτσας του: Πορτ-Σάιντ, Βούργας, Σμύρνη, Μάλαγα, Αλεξάνδρεια. Κάθε φορά που την έπιανε στα χέρια του, τη μύριζε, δεν οσφραινόταν το χαρτί, μα την αρμύρα και τα μηχανόλαδα, εκείνον δεν τον ένοιαζε, πίστευε ότι η κάρτα έφερνε την αύρα από τα λιμάνια που έπιανε το καράβι του πατέρα του, κι έτσι έμαθε να αναγνωρίζει τις πόλεις από τις κάρτες και τα αρώματά τους.

Κι ενώ στριφογύριζαν εικόνες από τα λιμάνια του κόσμου του μέσα στο μυαλό του, με την άκρη του ματιού του είδε ένα κουμπί από το σακάκι του στο πάτωμα.

Ουφ, προς το παρόν την είχε γλυτώσει.

* Πριν λίγες μέρες o Bιβλιοθηκάριος καταλογογραφούσε μια συλλογή εκδόσεων του Πειραιά,  όπου και εντόπισε ένα βιβλίο με τίτλο “Ατμολέβητες” του Γ. Ζ Συρίγου και υπότιτλο "διά τους μαθητάς της Γ τάξεως Ε.Ν. των Ν Σχολών Μηχανικών". Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένα σκίτσο που εικονίζει έναν άντρα. Η ανάρτηση του εξωφύλλου και του σκίτσου στο fb προκάλεσε πολλά σχόλια τόσο για τον κάτοχο του βιβλίου όσο και για τον άγνωστο καλλιτέχνη του σκίτσου. Η δυναμική αυτής της κουβέντας και των εικασιών ήταν το έναυσμα, για ένα διιστολογικό αφιέρωμα. Σαν τον παλιό (καλό) καιρό...

 Συμμετέχουν:

Βιβλιοθηκάριος

Quasar

Tsalapetinos

Rubies and Clouds 

Αγράμπελη


Πειρατής

 Αγαπούσε τη θάλασσα. Τις μηχανές όχι τόσο.

Το δεύτερο, το έλεγε από μέσα του. Δεν χρειαζόταν να τ' ακούσει η μάνα του. Κι ας το υποψιαζόταν. Τι σημασία είχαν οι φόβοι των παιδιών μπροστά στον τρόμο της πείνας;

 Γιατί ο μισθός του μηχανικού στα βαπόρια ήταν καλός -πολύ καλός- κι ας έσφιγγε ολοένα ο ναυτικός κόμπος στο λαιμό του. Σκαλί και καντιλίτσα ως το πάτωμα του μηχανοστάσιου. Αν το καράβι βούλιαζε, ούτε σταλιά ανάσας δεν θα ‘του χε μείνει.

Ναι, λαιμός. Όμως, μισθός. Πολύ-πολύ καλός μισθός. Ξερόβηξε και συνέχισε να διαβάζει για ατμολέβητες καθισμένος ανακούρκουδα στους στενούς διαδρόμους της βιβλιοθήκης της σχολής. 



Είναι γνωστό πως η ώρα που αφιερώνει ο μαθητής στην ανάγνωση αποτελεί ένα τόσο δα μικρό ποσοστό του χρόνου που στέκεται σε κάθε βαρετή σχολική σελίδα. Τον υπόλοιπο χρόνο, ο Αντρέας φανταζόταν πως ήταν παρατηρητής πειρατικού - οπτήρας,  είχε μάθει πως λεγόταν αυτή η δουλεία. Δυστυχώς πρόκειται για ειδικότητα που είχε εκλείψει, στην εποχή της μεγάλης κρίσης. Μιας απ΄όλες τις μεγάλες κρίσεις.

Ο Αντρέας σκαρφαλωμένος στο κοφίνι του σταυρού, στένευε τα μάτια, τα σκίαζε με την παλάμη κι αμέσως η θολή γραμμή των οριζόντων γινόταν ευδιάκριτη κλωστή, που την τρυπούσαν ξένα κατάρτια. Μακρινές σημαίες τινάζονταν στον αέρα. Ανεμοστρόβιλοι γεννιόνταν και γυάλιζαν τα δόντια τους. Θαλάσσια τέρατα βούταγαν στα άπατα και στη θέση τους αναδύονταν νησιά. Φάροι και λιμάνια λαμπύριζαν στο μισοσκόταδο σαν γιορτινά κρύσταλλα.

Ως παρατηρητής,  ήξερε πού πήγαινε. Επηρέαζε την πορεία. Είχε –ίσως όχι τον τελευταίο- αλλά σίγουρα, τον πρώτο λόγο. Εχθρικό βαπόρι! (ο καπετάνιος αλλάζει πορεία.) Εμπορικό! (όρτσα)

 Στις μηχανές, μόνο λάδια, γρανάζια, ζέστη της κολάσεως, ιδρώτας, σίδερα και βρώμικα πανιά. Υπέρβαροι ατμολέβητες στη θέση των ανεμοστρόβιλων. Η φασαρία να καταπίνει τα λόγια. Όλες οι εντολές από πάνω.

Γύρισε σελίδα.

Όχι πως είχε στ’ αλήθεια μελετήσει την προηγούμενη. Αναστεναγμός. (Μισθός-μισθός-μισθός).

Η αλήθεια να λέγεται, το βιβλίο το προτιμούσε  απ' τα ζωντανά καζάνια. Μύριζε μακράν καλύτερα. Κι οι σελίδες μεταξύ των κεφαλαίων κενές. Πόση προκλητικά διαθέσιμη λευκότητα… 

Χάιδεψε τη σελίδα κι έπιασε το μολύβι- σελιδοδείκτη. Τσέκαρε τη μύτη. Όχι καλά ξυσμένη αλλά αρκούσε. Ξεκίνησε την αυτοπροσωπογραφία απ’ τα μισόκλειστα μάτια που εποπτεύουν ξένα κατάρτια, σημαίες, φάρους, νησιά, λιμάνια και θηρία. Πάντα με τα μάτια ξεκινούσε τα πρόσωπα, γιατί έλεγε από μόνος του πως καθορίζουν το υπόλοιπο πρόσωπο. Ζωγράφισε στο τέλος τα ολόμαυρα μαλλιά εξαντλώντας ό,τι απόμενε από τη μύτη του μολυβιού πριν ξεκινήσει να γδέρνει το χαρτί. Σαν να του φάνηκε πως η ζωγραφιά κουνήθηκε. Έκλεισε με δύναμη το βιβλίο κι αφουγκράστηκε το γκάπα-γκούπα της καρδιάς του. Σαν ατμολέβητας έκανε. Κι αν είναι μαγική η ζωγραφιά σαν εκείνο το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ που χε διαβάσει στα κλασσικά εικονογραφημένα; Άνοιξε σιγά-σιγά και κλεφτοκοίταξε για να ξανακλείσει με δύναμη, γιατί σαν να είχαν σβηστεί μερικές μολυβιές. Ατμοί ξέφευγαν απ' τις σελίδες.  Λίγο σαν ν' αρχίσαν ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά της ζωγραφιάς. Στην πολλοστή φορά που ανοιγόκλεισε τους ατμολέβητες, μόνο το μπροστινό τσουλούφι είχε απομείνει μαύρο. Ντουμάνι η βιβλιοθήκη. 45 βαθμοί Κελσίου στη βιβλιοθήκη κι άλλες τόσες καντιλίτσες στο λαιμό.


Ο νεαρός σπουδαστής πανικόβλητος πέταξε το βιβλίο, το οποίο χρόνια αργότερα, έπεσε στα χέρια του Βιβλιοθηκάριου* πλήρως εξατμισμένο.

Παρά τις διαμαρτυρίες της μάνας του, ο Αντρέας παράτησε την σχολή μηχανικών εμπορικού ναυτικού κι έφυγε για ένα και μοναδικό μπάρκο στην Αμερική. Εκεί έμαθε γρήγορα κι εύκολα την γλώσσα κι έγινε διάσημος συγγραφέας μπισκότων τύχης στην
China Town, όπου έγινε αποδεκτός λόγω των ελαφρώς σκιστών ματιών του, που πάντα τα στένευε λίγο παραπάνω λες κι ατένιζε κάποιο μακρινό ορίζοντα. Έφερε και τη μάνα του κοντά, η οποία χωρίς να γνωρίζει τον πιασιάρικο όρο, εγκαινίασε τη fusion ελληνοκινεζική κουζίνα. Ανάρπαστα τα spring rolls με φέτα και δυόσμο. Χαμό έκαναν στους τουρίστες. Όλο για ταξίδια και μυθικά τέρατα μίλαγαν τα χαρτάκια του, όπως: "Προσοχή, γιατί σήμερα μπορεί να πέσετε στα βράχια", "Κανείς δεν μπορεί να ταξιδέψει προς τα πίσω στο μέλλον, εκτός κι αν είναι πλημμύρα", "Πρέπει να μάθεις να αράζεις από χθες",  "μικρή τρύπα βουλιάζει μεγάλο καράβι",  "Πίσω έχει η γοργόνα την ουρά" (αυτό λίγοι το κατάλαβαν)

Δεν έγινε ποτέ ο βασιλιάς των fortune cookies γιατί δεν κατάφερε να μάθει αρκετά καλά τα κινέζικα ώστε να μεταφράζει τις ευχές του, αλλά ο λαιμός του δεν τον ενόχλησε ποτέ ξανά. Τα μαλλιά του παρέμειναν μαύρα για χρόνια, με εξαίρεση το μπροστινό τσουλούφι που πήρε το χρώμα του ατμού.



* Πριν λίγες μέρες o Bιβλιοθηκάριος καταλογογραφούσε μια συλλογή εκδόσεων του Πειραιά,  όπου και εντόπισε ένα βιβλίο με τίτλο “Ατμολέβητες” του Γ. Ζ Συρίγου και υπότιτλο "διά τους μαθητάς της Γ τάξεως Ε.Ν. των Ν Σχολών Μηχανικών". Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένα σκίτσο που εικονίζει έναν άντρα. Η ανάρτηση του εξωφύλλου και του σκίτσου στο fb προκάλεσε πολλά σχόλια τόσο για τον κάτοχο του βιβλίου όσο και για τον άγνωστο καλλιτέχνη του σκίτσου. Η δυναμική αυτής της κουβέντας και των εικασιών ήταν το έναυσμα, για ένα διιστολογικό αφιέρωμα. Σαν τον παλιό (καλό) καιρό...

 Συμμετέχουν:

Βιβλιοθηκάριος

Quasar

Tsalapetinos

Rubies and Clouds 

Αγράμπελη



Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

Καφές

Πιτσιρικα, δεν ήξερα τίποτα να μαγειρεύω κι αντιστεκομουν σθεναρά στα δόγματα της εποχής περί νοικοκυροσύνης των κοριτσιών.

Μάλιστα οι σχετικές παραινέσεις δίνονταν, σχεδόν αποκλειστικά, από γυναίκες, γεγονός που στα μάτια μου, τις έκανε ακόμα πιο παράλογες.Μόνη εξαίρεση ο ελληνικός που έφτιαχνα στον υπέροχο μπαμπά μου. Αυτόν που όταν ήταν σπίτι, ετοίμαζε ο ίδιος τα γεύματα μου, τα μόνα που απολαμβανα στη μακριά-οπως φαινόταν τότε- περίοδο της παιδικής κακοφαγιας.Δεν άφηνα ούτε μαμά, ούτε γιαγιά ν' αγγίξουν το μπρίκι.Σιγά την πολύπλοκη συνταγή μουρμουραγαν αυτές. 

Κι όμως ο ελληνικός ή τούρκικος όπως τον είχα πρωτομαθει, είναι ο καφές της αγάπης. Οι αναλογίες ζυγιαζονται με το μάτι της καρδιάς, ίσα ν' αρέσουν σε κείνον που θα τον απολαύσει. Παραμονεύεις με υπομονή τις φουσκάλες που μεγαλώνουν κι απομακρύνεις απ' τη φωτιά ένα τσικ πριν σκάσουν και χαλάσουν το καϊμάκι. Μπορεί να διαρκέσει κι έναν γεωλογικό αιώνα προσμονής αυτό το φούσκωμα.

Χρόνια μετά, αιώνες μετά, προσπερνώντας τις εποχές των φρέντο, καπουτσίνο, λατε, λουνγκο, επανέρχομαι τα πρωινά, στον ελληνικό που μου ετοιμάζω όπως τότε.Μια συνήθεια που καθιέρωσα στην εποχή της καραντίνας για να μου αυξήσω τις αντοχές και να με κακομαθω απ'την αρχή.Απολαμβάνω αυτή την τόσο ευωδιαστή επιστροφή στην παιδική ηλικία, την ελαφρώς χωμάτινη υφή-ισως γι' αυτό να σερβίρουν ελληνικό στις κηδείες- χους και εις χουν, και κάπου εκεί, δίπλα, ψηλά, ποιος ξέρει, ο υπέροχος μπαμπάς σχολιάζει: ο καλύτερος καφές του κόσμου.



Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Οι γυναίκες του τρένου

Στο τρένο αγαπώ τις γυναίκες που κοιμούνται καθώς μόλις σχόλασαν από μια δουλειά που τις κόβει μικρά μικρά κομμάτια. Οι γυναίκες διαλύονται λίγο περισσότερο από τους άνδρες, που επιστρέφουν απλώς κατηφεις. Κλείνουν τα μάτια και τα κομμάτια γλιστρούν στις χαρακιές της σκληρότητας. Ούτε που τα παίρνουν είδηση που κρύβονται κάτω απ'το κάθισμα, που τα πατούν οι απρόσεκτοι επιβάτες. Θα γυρίσουν σπίτι λιγότερες. Θα προσπαθήσουν να τα φτιάξουν όλα. Χωρίς μεγάλη επιτυχία, αλλά θα συνεχίσουν γιατί όλοι περιμένουν απ' αυτές να συνεχίζουν. Δεν θα τις ρωτήσουν πώς πέρασαν τη μέρα τους, εκείνες όμως θα βρουν λίγο χρόνο να ονειρευτούν πώς θα ήθελαν να την περάσουν.
Θέλω να τις πάρω αγκαλιά αλλά έχουν μάθει να τρομάζουν εύκολα.

Mommy, I Want To Be Good Now - Mima Museum

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

Παιδικός έρωτας


Το παρακάτω είναι ένα κειμενάκι που έγραψα πρόχειρα στο facebook καθώς ήθελα να κρατήσω ζωντανή την γλύκα μιας συζήτησης. Ο αγαπημένος Τσαλαπετεινός μου ζήτησε να το μεταφέρω εδώ, στο σκονισμένο μπλογκ. 
Το ίδιο περί σκόνης παράπονο είχε εκφράσει χθες  κι  συννεφοξαδέρφη Μαμαδοπούλου. 
Πώς να τους χαλάσω χατίρι;
Ευτυχώς, δεν με περίμεναν απλήρωτοι λογαριασμοί κάτω απ΄την πόρτα.

Χθες βράδυ κουβέντιαζα στο τηλέφωνο με την αγαπημένη θεία.
Τις περισσότερες ιστορίες που διηγείται, τις έχω ακούσει πιτσιρίκι από τη μητέρα μου, όμως η μικρότερη αδερφή της, προσθέτει πάντα ένα γκλιτερ μαγείας.

Μου μίλησε λοιπόν για τον πρώτο έρωτα της μαμάς μου.

O κύριος δεξιά, ήταν ο πρώτος ο έρωτας της μαμάς
Είναι ΒΠΠ στην Αλεξάνδρεια που βομβαρδίζεται  μεν, έχει αγγιχτει ωστόσο πολύ λιγότερο από τον πόλεμο σε σχέση με την Ελλάδα. Ειναι ένα ζεστό μεσημέρι κι οι δύο αδερφές μαλώνουν στο κοινό παιδικό δωμάτιο για το αν η μικρή (η θεία ντε) θα ψηλώσει ή θα παραμείνει στούμπος όπως της επεσημαίνει η γλυκούλα μαμά μου. Η μικρή, αν και κοντούλα, δεν μασάει. Για να αποδείξει πόσο μεγάλωσε, φοράει την στολή του γυμνασίου της αδερφής της κι εκεί που επιχειρηματολογεί πως ψήλωσε τόσο ώστε να μην πατάει τη φούστα, χτυπάει το κουδούνι. Οι γονείς κοιμούνται κι η μικρή στέλνεται ν' ανοίξει την πόρτα με κίνδυνο της ζωής της (να μπουρδουκλωθει με την στολή και να σαβουριαστει σε κάθε βήμα).
Στην είσοδο αντικρίζει πόδια. Σηκώνει το κεφάλι και τα πόδια συνεχίζονται. Κάπου στο ύψος του ήλιου ανακαλύπτει ένα πολύ ξανθό φακιδομουρικο κεφάλι.
(Όχι ο τύπος μου επισημαίνει η θεία που σαφώς και γνώριζε στα 8 ποιος άντρας είναι ο τύπος της.)

Ο κάτοχος του κεφαλιού θέλει τον μπαμπά (τον παππού μου).
Η οικογένεια συγκεντρώνεται στο σαλόνι όπου η ταλαντούχα κόρη (η μαμά μου) καλείται να παίξει πιάνο. Παίζει και ερωτεύεται τον Σκωτσέζο φακιδομουρη αξιωματικό. Ακαθόριστο αν την εντυπωσίασε ο ίδιος ή η στολή του. Σύμφωνα με τη θεία, ο Σκωτσέζος κάτι καταλαβαίνει και πυκνώνει τις επισκέψεις μάλλον διασκεδάζοντας με την αμηχανία, τα κοκκινίσματα και τις παθιασμένες εκτελέσεις του Σοπέν.

Ο παππούς αντιλαμβάνεται πως η μεγάλη αγάπησε. Μπορεί να διαθέτει τα σφουγγαράδικά του για την κρυφή μεταφορά συμμαχικών δυνάμεων στα Δωδεκάνησα, αλλά δεν θέλει η κόρη του να γλυκοκοιτάει κοκκινοκωλους, όπως συλλήβδην χαρακτηρίζει τους Βρετανούς. Οι επισκέψεις θα γίνονται πια στο γραφείο.

Ραγισμένη καρδούλα. 

Η κοντή μικρή αδερφή παρηγορεί τη μεγάλη και ψηλώνει λίγο στα μάτια της. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, θα ψηλώσει κι άλλο. Όχι κυρίως σε πόντους αλλά σε ψυχή. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία.

Η μητέρα μου δεν θα ξεχάσει ποτέ τον πρώτο της έρωτα και πάντα θα μιλάει τρυφερά για τον ήρωα του πολέμου. Εγώ θα βαριέμαι τις σχετικές διηγήσεις μέχρι χθες το βράδυ, που θες γιατί η κουβέντα ήταν ένα μνημόσυνο της μαμάς διανθισμένο με αστεία- όπως δηλαδή πρέπει να γίνονται τα μνημόσυνα- θες που άκουσα την εκδοχή από το αγεραστο πειραχτηρι της οικογένειας, ήταν σαν να έστελνα μια αγκαλιά. Κι ένα χαμόγελο. Κι ένα: τι γλυκούλα που ήσουν μαμά.

Στην πιο κάτω φωτογραφία, ένα αμφίβιο αρσενικό ψαράκι προσπαθεί να σαγηνεύσει το θηλυκό πετώντας λίγο, πετώντας πάνω από τη λάσπη, πετώντας όμως, στην υπηρεσία του έρωτα.