Πήγαινα Τρίτη γυμνασίου όταν ήρθε στο σχολείο καινούρια Γυμνασιάρχης.
Η πρώτη γυναίκα σε θέση διευθυντική, που
γνωρίζαμε. Μεσήλικη, ψηλή, ξανθή, ανάσαινε περηφάνια και ξεφυσούσε αυτοπεποίθηση.
Φιλόλογος ήταν, αλλά περισσότερο κι από τ’
αρχαία, μας μιλούσε για ευθύνη, σοβαρότητα, αξιοπρέπεια, φεμινισμό. Ήλιος μας φαινότανε και κρεμόμαστε όλα τα
κορίτσια απ’ τα χείλη της. Θέλαμε να της
μοιάσουμε.
Μια μέρα, διασταυρώθηκε με μια μαθήτρια που έκλαιγε. Και μία
άλλη και μία τρίτη. Δεν θυμάμαι το λόγο των αναφιλητών. Κακοί βαθμοί; Τους κακομίλησε κάποιος
καθηγητής/συμμαθητής/φίλος; Κάτι απ΄ όλα
αυτά. Σημασία έχει η διάλεξη που μας έδωσε στη συνέχεια. Μάζεψε εμάς τα
κορίτσια και μας ανέλυσε πόσο εκβιαστικό, εξευτελιστικό, πόσο ενοχλητικό για τους
άλλους, πόσο μεγάλο πλήγμα για την αξιοπρέπειά μας και την εικόνα της γυναίκας
γενικότερα, είναι να λιώνουμε στα δάκρυα μπροστά στον κόσμο. Μας είπε πως τα
κόκκινα μάτια, οι μυξιασμένες μύτες, η συγκινησιακή φόρτιση συνιστούν θέαμα
αντιαισθητικό. Προσβλητικό. Μας μίλησε για την ισότιμη σχέση με το σύζυγό της.
Το θαυμασμό που ένιωθαν ο ένας για τον άλλο. Θαυμασμό που δεν αποσπάστηκε βιαίως ούτε κερδήθηκε από περιττές υγρασίες Είπε πολλά. Τα είπε με παγερή
αυστηρότητα. Σαν κρυοπηξία τα λόγια της για μένα την κλαψιάρα.
