Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Μπουρμπουλήθρες



Ταξίδεψα πολύ στο βυθό του κρεβατιού μου
Ζ.Περέκ

Είναι κι αυτές οι κάποιες μέρες που στοιβάζεις αναμονή, πληρώνεις τα χρωστούμενα αν δεν τα φορτώσεις στον κόκορα, ξεχνάς τα απλωμένα, παραμελείς τα ζωντανά, βουλώνεις το σιφόνι στραγγίζοντας τις σκέψεις κι ανοίγεις τη βρύση. Γεμίζεις την μπανιέρα λίγο πιο κάτω από τη σχισμή διαφυγής, την τιγκάρεις αλάτι από τα Ιμαλάια-έτσι και αλλιώς μπορεί και να μη ρίχνει την πίεση, αδειάζεις και το σωληνάριο με τις σαπουνόφουσκες του μικρού-έτσι κι αλλιώς πεταμένο το’χε στο πάτωμα, και μπαίνεις μέσα ψηλαφώντας τα λαστιχένια ζωάκια στον πάτο της. Η πρόσβαση, απολαυστικότερη από την ιδιοκτησία.
Βυθίζεσαι και τεντώνεις τα αφτιά στη διάφανη ησυχία. Και τότε καλειδοσκοπικά αποκαλύπτεται ο απόηχος της μέρας·
η ανάσα που ξεψυχά στη σιγαλιά
τα τζιτζίκια που αναβοσβήνουν συντονισμένα με το θερμόμετρο
οι πλάκες του μπαλκονιού που συρίζουν, ενοχλημένες από τις συναρμογές τους
το ροχαλητό που αποστρέφεσαι
μια μπαλκονόπορτα που σέρνεται κι αναστενάζει
ο φίκος της σκάλας που ξέστριψε με πάταγο και κοιτά προς τ’απάνω
ένα κομπιναιζόν με μια τρύπα από τσιγάρο και το δάχτυλό της να στριφογυρίζει ανάμεσα
ένα βογκητό συνουσίας που σχίζει την ησυχία-δεν αναγνωρίζεις  αν είναι της γάτας ή της κυρίας με τα μπλε
Μίλα ψιθυριστά όταν μιλάς γι’ αγάπη
Η πολυκατοικία που ξυπνά·
το ξυπνητήρι χτύπησε καθυστερημένα
ένα πλυντήριο ανενόχλητο αδειάζει τα χρωματιστά νερά του
το πουλί ανοίγει το κλουβί του, είναι η ώρα του πρωινού
κάποιος ψάχνει το αμάξι του
τα κωλόχαρτα φτερουγίζουν πίσω από μια βιαστική σκουπιδιάρα
Τίποτε δεν έχει βρει το ρυθμό του ακόμη
Σαν να άκουσες το βουητό ενός απολείποντος ανέμου κι αρχίζεις να παρακολουθείς τα αξιοθέατα της γειτονιάς· το σκυλί σπάνιας ράτσας και περίεργης ιδιοκτησίας, τη γάτα-δερβέναγα, τη γηραιά κυρία με τις λουλουδάτες ρόμπες να ταΐζει τα περιστέρια, το μέγαρο ενός αμφιβόλου ηθικής επιχειρηματία, τη τζακαράντα με εκκρεμή την αίτηση για υπηκοότητα να συναγωνίζεται στο ύψος την ευκάλυπτο.
Για να συντηρείσαι βγάζεις κάθε τόσο το κεφάλι από το νερό και τρως μπουκιές από ένα μισοξεραμένο σάντουιτς που πρόβλεψες να βρίσκεται δίπλα σου σε απόσταση χειροαπλωσιάς.
Η κάψα προχωρά υποτονθορύζοντας,
Δυο σκυλιά με σκυφτό κεφάλι προσπαθούν να ξεθάψουν λάφυρα στην πυρωμένη άσφαλτο
Ένα λεωφορείο περνά μακρύτερα, νοιώθεις  την εξάτμισή του, μέρα μεσημέρι στους 45 βαθμούς· ξαφνικά πνίγεσαι. Χωρίς να θέλεις να πνιγείς.

Σε γενικές γραμμές τίποτε άλλο δεν συμβαίνει· στην πραγματικότητα τα πάντα συμβαίνουν και, μεταφυσικά, τα πάντα είναι δυνατά. Απλώς είναι θέμα χρόνου ή τόπου ή και των δυο μας.
Για σένα πάντως είναι μια μέρα που αφουγκράζεσαι φτιάχνοντας μπουρμπουλήθρες.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Απελθέτω απ' εμού

Ξεκινάω να γράφω αυτό το ποστ χωρίς σχέδιο. Μόνο και μόνο για να ξορκίσω αυτή την πικρή γεύση που πλημμύρισε το στόμα από τα ξημερώματα της Κυριακής. Λίγες ώρες πριν τη Συμφωνία. Τότε που χιλιάδες χρήστες του διαδικτύου έγραφαν στον Τσίπρα: Αλέξη φεύγα!

Πάω μια βδομάδα πίσω. Στην πλατεία Συντάγματος, λίγο πριν το δημοψήφισμα. Όμορφος νέος κόσμος παντού. Οι νέοι της ανεργίας και της σίγουρης μετανάστευσης, αυτοί που παρά ή ίσως εξαιτίας της απουσίας μέλλοντος, παρέμεναν αμέτοχοι κι απολιτίκ, είχαν επιτέλους κινηματοποιηθεί. Ακούστηκαν πολλά ωραία και ποιητικά σε κείνη τη συγκέντρωση, απ’ αυτά που οι αριστεροί γνωρίζουν καλά να εμπνέουν και ν’ανασαίνουν. Τίποτα όμως δεν ήταν τόσο συγκινητικό όσο οι ίδιοι οι άνθρωποι της πλατείας. Αυτοί που είχαν επιλέξει τα αχαρτογράφητα νερά. 
Το πρωθυπουργικό  διάγγελμα ήταν σύντομο και χλιαρό. Πώς αλλιώς; σκέφτηκα. Βαραίνει όλος αυτός ο κόσμος στους ώμους του. Πολλοί λένε πως είχε πάρει ήδη τις αποφάσεις του. Αλλά δεν νομίζω. Αν ήδη ήξερε τι θα κάνει, θα ήταν πιο αλαφρωμένος.


Απ΄όσα ειπώθηκαν εκείνη τη μέρα, ένα κατέγραψε η μνήμη μου: 
Μεγάλε, ούτε ψύλλος στον κόρφο σου. 
Παρά τις γιγαντοοθόνες, ο κόσμος ήταν τόσος πολύς που δεν μπόρεσα να διακρίνω ποιος το είπε. Πάντως απευθυνόταν στον Τσίπρα. Ο γελαστός Αλέξης είχε ήδη αντικατασταθεί από έναν σκυθρωπό και άυπνο άνθρωπο, στα όρια της εξάντλησης και ίσως πέρα απ’ αυτά.

Ακολούθησε ο θρίαμβος και η ανατροπή. Αν οι ψηφοφόροι του Όχι ανέμεναν τη θεαματική πτώση του ευρώ, οι Γερμανοί ήταν προετοιμασμένοι να μην μας κάνουν τη χάρη. Ποσά πολλαπλάσια του ελληνικού χρέους δαπανήθηκαν στα χρηματιστήρια για να αποσοβηθεί ο αντίκτυπος του δημοψηφίσματος. 
Οικονομικά,  το Όχι εμφανίστηκε ως μη γενόμενο, όμως δεν συνέβη το ίδιο με την παγκόσμια κοινή γνώμη που έμοιασε επιτέλους να αφυπνίζεται. Κι αυτή ήταν η μοναδική νίκη του Σύριζα σε ό,τι αφορά την υπόθεση της διαπραγμάτευσης. Γιατί πέρα από αυτό-που δεν το λες και λίγο- η αριστερά κατέγραψε μόνο ήττες. 
Συναντήσεις πέρα δώθε, χωρίς καμιά ελπίδα. Μέχρι τη συμφωνία που θυμίζει τραγικά Βάρκιζα. 

Καταλαβαίνω -όσο μπορώ- και αναγνωρίζω την κούραση, τη θλίψη, τη συντριβή του Τσίπρα. Φαντάζομαι μόνο το μέγεθος του εκβιασμού, που εμείς, ένα μέρος του μάθαμε. 

Όταν κάποιος φέρεται τόσο εκδικητικά σε περίπτωση συμφωνίας, σκέψου τι θα έκανε σε περίπτωση διαφωνίας. Και βέβαια μιλάω μόνο για τη Γερμανία γιατί φαντάζομαι πως έγινε σαφές και στον πιο ανίδεο πως Ενωμένη Ευρώπη δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο μία χώρα που κατάφερε επιτέλους να κερδίσει όλους τους χαμένους της πολέμους. 

Εξάλλου η σύγχρονη Γερμανία έχει μακριά παράδοση στην υποδαύλιση πολέμων και διχασμών σε τόσες και τόσες χώρες. Στην πρώην Γιουγκοσλαβία, στην Ουκρανία, στη Συρία. Γενικά, απ΄όπου περνάει η γερμανική εκδοχή του βυζαντινού διαίρει και βασίλευε, οι χώρες γίνονται παρελθόν. Αποκτούν ένα πρόθεμα «πρώην» και στη συνέχεια διασπώνται σε πολλά μικρά αιματοβαμμένα κρατίδια. Πιθανόν να είχε έτοιμο σχέδιο και για την Ελλάδα. Αν και θα ήταν λίγο δύσκολο να το εφαρμόσει χωρίς να ταυτιστεί πλήρως με το ναζιστικό παρελθόν της. Κι αυτό είναι κάτι που καθόλου δεν θα αρέσει στους Γερμανούς ψηφοφόρους.

Το τι θα γινόταν αν έλεγε και ο Πρωθυπουργός όχι, δεν το ξέρουμε. Σίγουρα το αποτέλεσμα δεν θα ήταν καλό. Σίγουρα θα ήταν χειρότερο από τη σημερινή μέρα, αλλά ενδεχομένως να ταυτιζόταν με τις μέρες του επόμενου μήνα. Το τι ειπώθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες, μας είναι επίσης άγνωστο. Κι όταν η λογική δεν έχει στοιχεία, είναι ανίσχυρη. Βλέπουμε μόνο αυτό που έχουμε . Και  είναι τόσο ειρωνικά αυτοαναιρούμενο που είναι αδύνατο να εφαρμοστεί και να προσκομίσει έστω την παραμικρή ωφέλεια.  Αυτά έχουν ήδη αναλυθεί αρκετά και δεν υπάρχει λόγος να τα καταγράψω. Διαπραγματευτικά επίσης, η Κυβέρνηση αφοπλίστηκε.
Η Βάρκιζα που λέγαμε.
Χάθηκε και η αμυδρή-αμυδρότατη πιθανότητα να οδηγηθεί ο καταστροφικός για την Ευρώπη Σόιμπλε σε παραίτηση. Απίθανο, αλλά αν δεν συνέβαινε στο απόγειο του φιλελληνικού ρεύματος που γέννησε το Δημοψήφισμα, μάλλον δεν θα συμβεί ποτέ. Ας πούμε πως κάποιες σχετικές προτροπές είχαν αρχίσει να ακούγονται. Μετά τη συμφωνία, όχι μόνο σίγησαν, αλλά ο Γερμανός Υποικ εμφανίστηκε θριαμβευτής.

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

προσ-φυγή

Όταν ζορίζομαι, στον ύπνο μου καταφεύγω σε σπίτια, ή μάλλον τα σπίτια προστρέχουν σε μένα, αρωγοί στη θέσπιση των ορίων της προστασίας μου. Χάνομαι μέσα σε οικεία ή ανοίκεια σπίτια, στα σπίτια των παιδικών μου χρόνων, σε διαδαλώδη διαμερίσματα, σε σπίτια με πολλές εισόδους-σίγουρα περισσότερες απ' ότι εξόδους, σε ειδικά διαμορφωμένα σπίτια που να πληρούν τις ανάγκες του ονείρου, ευανάγνωστη ανάγκη και γεννεσιούργημα. Εκεί μέσα εμπλέκομαι με γνωστούς κι αγνώστους, συνήθως φίλους και λιγότερο συγγενείς, συνήθως ζωντανούς και λιγότερο απελθόντες, με διάφορες σχέσεις κι εξαρτήσεις κι εξαρτύσεις. Και παραμένω-τις περισότερες φορές ασυνείδητα, μέσα σε εκείνους τους χώρους που προορίζονται να δεξιωθούν και να απαλύνουν τον ανθρώπινο ψυχισμό, μέχρι λυτρωτικά να ξημερώσει. 
Τότε ξυπνάω με αυτήν τη γνώριμη-πια-αίσθηση του χαμένου χρόνου και του άγνωστου τόπου, με σωματοποιημένη επιθυμία να παραμείνω αδρανής και δραστήρια ταυτόχρονα, γεγονός που με κάνει για αρκετή ώρα να αμφιταλαντεύομαι απρόσκοπτα.
Εκείνες τις φορές παλεύοντας με την απροσδιοριστία του χώρου και κατισχύοντας τη βεβαιότητα του προσωπικού μου χρόνου, καταφέρνω μια στάλα να απωθήσω την πραγματικότητα, φορτώνοντάς τη με λίγη χρυσόσκονη ονειροπόλησης, που βρίσκω δίπλα εύκαιρη, πάνω στο κομοδίνο μου, και μέσα από τη φρούδα λάμψη των ποιητικών εικόνων της γρηγορούσας συνείδησης ανακαλώ όλα αυτά που θα έρθουν, που δεν έχουν έρθει ή που θα ήθελα να έρθουν...έτσι “εν πλήρη περισυλλογή”.