Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2017

Αλευροπόλεμος στο χωριό

ή χορέψτε καλά ή αφήστε το χορό”
Ήταν Αποκριές. Γενική ευθυμία επικρατούσε στην πόλη. Ένα ηλιόλουστο διάλειμμα μιας συννεφιασμένης ημέρας. Οι Έλληνες φαίνονται αποφασισμένοι να χαρούν αυτή τη διασκέδαση, που ακόμα και οι αποχαυνωμένοι τύραννοί τους δεν μπορούν να εμποδίσουν. Πολλοί φορούσαν μάσκα και άλλοι είχαν μουτζουρώσει τα πρόσωπά τους. Χοροπηδούσαν, ξεφώνιζαν, τραγουδούσαν. Τελικά στήθηκε χορός, ένας κύκλος για τους άντρες, ένας για τις γυναίκες. Στην αρχή οι χορευτικές κινήσεις γίνονταν με περπατητό ρυθμό, ύστερα η μουσική ζωήρεψε, έγινε πιο γρήγορη και έφθασε σε ένα κινητικό παραλήρημα. Οι εξαντλημένοι χορευτές αποσύρονταν και έμπαιναν άλλοι”, γράφει ο Άγγλος περιηγητής Dodwell που επισκέφτηκε το 1801 (ή 1805) το Γαλαξίδι τις μέρες της Αποκριάς. Το μουτζούρωμα και το μετέπειτα αλευρομουτζούρωμα δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου. Από τις προφορικές αφηγήσεις γνωρίζουμε ότι η προέλευση του εθίμου εμφανίζεται και διατηρείται απ’ την εποχή των καραβιών (1840 και μετά). Λένε ότι οι Γαλαξιδιώτες θαλασσοπόροι είδαν παρόμοιες ομαδικές λαϊκές γιορτές σε πόλη της Σικελίας, κατά τις οποίες οι διασκεδάζοντες είχαν χρωματίσει τα πρόσωπά τους, όπως οι παλιάτσοι των ιπποδρομιών, τους εντυπωσίασαν και τις μεταφύτευσαν στο Γαλαξίδι. Και για να μιμηθούν τους γλεντοκόπους της Σικελίας, χρησιμοποίησαν λευκό άλευρο μαζί με το λουλάκι και το βερνίκι…
Στην εποχή των καραβιών, την Καθαρή Δευτέρα οι Γαλαξιδιώτες έτρωγαν και έπιναν σε συντροφιές ή στα σπίτια τους ή με καλό καιρό σε κήπους και στις γύρω εξοχές. Και «εν ευθυμία τελούντες» πήγαιναν όλοι στην «αγορά» όπως έλεγαν τότε την προκυμαία. Οι άνδρες φορούσαν παλιά, άχρηστα ρούχα και καπέλα. Απ’ τους ώμους τους, σταυρωτά, κρεμούσαν δυο μεγάλες πάνινες σακούλες. Η μία είχε αλεύρι και η άλλη χαρτοπόλεμο. Στη μέση τους και στο μπροστινό μέρος κρεμούσαν μπουκάλια γεμάτα με λουλάκι ρευστό ή με βερνίκι παπουτσιών. Όλα τα καφενεία είχαν εγχώρια όργανα. Τις μέρες της Αποκριάς ενισχύονταν από τσιγγάνους με το τούμπανο και την καραμούζα”, αναφέρει στο βιβλίο του το “Γαλαξείδι στον καιρό των καραβιών” ο Ευθύμιος Ν. Γουργουρής.
Το διονυσιακό έθιμο χαράς κι ευθυμίας πέρασε και στον επόμενο και στον μεθεπόμενο αιώνα, κι έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Κι εκεί που μουτζουρώνονταν μόνο οι άντρες, ενώ οι γυναίκες, με αντρικά ρούχα ξεγελώντας τους περιορισμούς ξεφάντωναν μόνο στους χορούς γύρω από τη φωτιά την Κυριακή της Αποκριάς, μετά τη δεκαετία του '70 συμμετέχουν και αυτές, στον πόλεμο, με τα χρωματιστά αλεύρια από φούμο, ώχρες και λουλάκι· η παράδοση του αλευρομουτζουρώματος μεταφυτεύτηκε στα παιδιά των ναυτικών, και μετά στα παιδιά των παιδιών τους, ξεπέρασε την παράδοση, αγκάλιασε τους φίλους των παιδιών τους, προσέλκυσε συμμετέχοντες από όλη την Ελλάδα, που καταφτάνουν κάθε χρόνο, αμέριμνοι και απροστάτευτοι. Κι όλοι αυτοί κάθε τέτοια μέρα αναγεννιούνται μέσα στη μέθεξη της χοντροκοπιάς και του φιλικού μένους, της χαράς και της ζωντάνιας, των τραγουδιών και των κυκλωτικών χορών που κρατάνε μέχρι να σβήσει η μέρα...
Ας είναι μόνο αυτές οι μικρές μάχες οι μόνες που θα γνωρίσουν τα παιδιά μας







Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

και ζήσαν αυτοί καλά με ένα Oscar

Η χρονιά που πέρασε υπήρξε σε κάτι καλή. Κι αυτό το κάτι ήταν οι κινηματογραφικές παραγωγές. Αν συνόψιζα τις ταινίες που είδα, θα έλεγα πως χαρακτηρίζονται από την επιστροφή του γουέστερν στα καλύτερα του αλλά και από τη σφραγίδα δύο σχετικά νέων ηθοποιών που φέτος διεκδικούν βραβεία Όσκαρ πρώτου γυναικείου και ανδρικού ρόλου με συμμετοχές σε περισσότερες από μία προτεινόμενες ταινίες.

Στα εξαιρετικά γουέστερν συγκαταλέγονται τα: "Πάση θυσία", "νυκτόβια πλάσματα", τα αδίκως αγνοημένα από τις οσκαρικές υποψηφιότητες "Τσεκούρι από κόκαλο" και "μισητοί οκτώ", " αλλά και το ρουμάνικο "Άφεριμ" που δεν ξέρω γιατί δεν προτάθηκε για ξενόγλωσσο. 


Οι ηθοποιοί που κυριάρχησαν ήταν οι Άντριου Γκάρφιλντ, με πολύ καλές ερμηνείες στα "Hacksaw Ridge" και "Silence" και η Έιμι Άνταμς, πρωταγωνίστρια στα "Nocturnal Animals"  και στο "Arrival". 
Ο Γκάρφιλντ δεν είμαι σίγουρη ότι μου είναι συμπαθής. Για να ακριβολογήσω, δεν μου είναι αντιπαθής γιατί είναι τόσο καλός ηθοποιός, διαφορετικά θα τον κατέτασα στην κατηγορία Ματ Ντέιμον: το αντίστοιχο σε ηθοποιό του σουρσίματος κιμωλίας σε μαυροπίνακα. Ωστόσο, θεωρώ δικαιότερο, το α' ανδρικό να το πάρει ο ταλαντούχος (σε αντιδιαστολή με τον αδερφό του) Κέισι Άφλεκ.
Αντίθετα, η Έιμι Άνταμς δε είναι μόνο ταλαντούχα αλλά και αξιολάτρευτη. Φέτος, βέβαια, ερμηνευτικά, τρώει τη σκόνη δύο τεράτων: της Μέριλ Στριπ που δεν θα είχε αντίπαλο με τη Florence της, αν δεν υπήρχε η Ιζαμπέλ Υπέρ στο "Εκείνη".


Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Κάθε πρωί

Όταν φεύγω για τη δουλειά κάνει βαθύ σκοτάδι. 

Με εξαίρεση το γατί που ανασηκώνει το κεφάλι από γατίσια ευπρέπεια, οι υπόλοιποι κοιμούνται κι αυτή είναι μια στιγμή που αγαπώ.

Τους κοιτώ έναν-έναν. 
Λέω πως το χέρι μου προεκτείνεται και τους χαϊδεύει τα κεφάλια. 
Κάθε πρωί.
Φαντάζομαι τα κορμιά τους να πλημμυρίζουν αγάπη και δικαιοσύνη. Μου φαίνονται ικανά όπλα να την παλέψουν και σήμερα.

Ξέρω πως υπάρχουν άνθρωποι που χλευάζουν αυτού του είδους τις σκέψεις. Αλλά πάλι τι σημασία έχει; Μπορεί να ήμουν κι εγώ έτσι μια φορά.

Όταν γίνεσαι γονιός εν μέρει ξαναγεννιέσαι μαζί με τα παιδιά σου. Εκείνα που κορόιδευες, τα κοιτάς με μάτια νεογέννητα. Οι νεογέννητοι δεν έχουν πεποιθήσεις. Μόνο περιέργεια. Δοκιμάζουν πράγματα. Ξανακοιτούν τους γονείς τους.

Ο πατέρας μου, κάθε που έβρεχε, αγωνιούσε να μάθει αν είχα βραχεί. «Γιατί μπαμπά; Δεν είμαι από ζάχαρη»,  του έλεγα γελώντας.
Δεν μου απάντησε παρά μια φορά: «Γιατί προσεύχομαι να μην βραχείς».


Η αλήθεια είναι πως δεν βρεχόμουν κι ακόμα και τώρα, πάνε δεκαέξι χρόνια που χει φύγει, η βροχή δεν με πετυχαίνει.

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

ΠΑΤΕΡΣΟΝ*



Poetry is just the evidence of life **
Στον κόσμο του Πάτερσον οι μέρες περνάνε βασανιστικά ομοιόμορφα· ο Πάτερσον, o οδηγός του λεωφορείου νούμερο 23 της πόλης του Πάτερσον, επαναλαμβάνει την καθημερινότητά του, σταθερά και ντετερμινιστικά, ενώ η γυναίκα του, Λώρα – κατά σύμπτωση το όνομα της μούσας του Πετράρχη– ζει οριακά εσώκλειστη στο τυπικό αμερικάνικο σπίτι, μέσα σε ένα ονειρικό φαντασιοκόπημα, γεμάτη σχέδια, ιδέες κι εκπλήξεις, όχι πάντα βιώσιμες ή αποδεκτές. Όσο οι κόσμοι τους αντιτίθενται, τόσο οι εσωτερικές φωνές του Πάτερσον δυναμώνουν, και οι στίχοι του σαν τους καταρράκτες κυλούν πάνω στα μαλλιά της*** χτίζοντας ένα σύμπαν δεδομένο κι ασφυκτικά ασφαλές, που μόνο συνήθη και μικρά απρόοπτα της ζωής μπορούν να αναστατώσουν. Τότε ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός και καμπυλώνει, κι ο πρωταγωνιστής σαν από θαύμα διασώζεται, επιλέγοντας πάντα την αρχή, το ξεκίνημα, και ποτέ το τέλος, αποφεύγοντας τις κακοτοπιές, και εντρυφώντας στην ποίηση που κάνει τη μονότονη ζωή του πιο υποφερτή. Κι όταν η ρουτίνα του Πάτερσον μπλέκει με την ευφάνταστη ζωή της Λώρα, σε ασπρόμαυρο φόντο πάντα, η σύγκρουση είναι γλυκιά σαν μέλι, κι η ποίηση, εικαστική ή γραπτή βγαίνει στο τέλος νικήτρια, επιβεβαιώνοντας πως το ποίημα έχει μυστική ζωή και ο ποιητής δεν ξέρει τίποτε γιαυτό.****
Στην πόλη του Πάτερσον, ο καθένας κυκλοφορεί με τον δίδυμο εαυτό του, ζει και κινείται σε λούπες, που η κάμερα τονίζει, επαναλαμβάνει συζητήσεις και λέξεις, συμφωνεί ή διαφωνεί με το alter ego του, "would you rather be a fish?" Στο προβλέψιμο μικροσύμπαν του Πάτερσον το συναίσθημα ανακατώνεται κι ο θεατής ανασύρει, αναγνωρίζοντας θριαμβευτικά, κάποιο ψήγμα της προσωπικότητάς του.
Στον κόσμο του Πάτερσον η βία, που ελλοχεύει μόνο στο μυαλό του θεατή, και όλων όσων είναι συνηθισμένοι σε αυτήν και στις εικόνες της, αυτοαναιρείται, το μόνο κακό που συμβαίνει είναι μια αναποδιά, η καταστροφή του μυστικού βιβλίου της ποίησης, από τον Μάρβιν, το σκύλο, που αντιδρά – μόνος αυτός – στην επανάληψη της καθημερινότητάς του, μικρό το κακό όμως αφού στον κόσμο του Πάτερσον υπάρχει ο από μηχανής θεός, ο Ιάπωνας ποιητής, για να επαναφέρει τα πράγματα στην πρότερή τους –σχεδόν – κατάσταση, ένα  παράθυρο ανοίγει εκεί που μια πόρτα κλείνει.
Στον κόσμο του Jarmusch σε μια ισοπεδωτική μεταμοντέρνα κοινωνία, όπου η ελάχιστη αντίσταση, όπως να κρυφακούς συνομιλίες επιβατών στο λεωφορείο ή να ζεις χωρίς κινητό, συνθέτει από μόνη της ένα ποιητικό σημάδι, εμφορείται ένας μελλοντολογικός αφαιρετικός στοχασμός, μία ποιητικά αισιόδοξη δυστοπία, όπου, κατ’αντιδιαστολή με την τρέχουσα αντίληψη, η επανάληψη δεν δημιουργεί παρέκκλιση, αλλά ομορφιά. 

Στον κόσμο του Πάτερσον η μόνη αρετή που έχει σημασία είναι η καρδιά*****, και η συντροφικότητα, θα πρόσθετα εγώ, αν μου το επέτρεπε, ο ποιητής…

*   τίτλος ποιήματος του William Carlos Williams

** If your life is burning well, poetry is just the ash. Leonard Cohen

*** Ron Padgett

**** Stanley Kunitz

*****Τ.Λειβαδίτης
"would you rather be a fish?" from 'Swinging on a star’ song recorded in 199 by Bing Crosby