Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2021

Θραύσματα ενώνονται τρυφερά(*)


Λυκαβηττός 2021. Κυριακή μουντή και υγρή. Περπατάμε σιωπηλά μέσα στο αστικό άλσος του λόφου. Μπροστά η οδηγός μας. Κάτω από τα πόδια μας το βουητό της πόλης, διαρκής υποβολέας της ζωής που αφήσαμε πίσω μας. Συγκεντρωνόμαστε στον ήχο που αφήνουν οι πέτρες όταν ξεφεύγουν και κατρακυλάνε κάτω από τα παπούτσια μας. Εισπνέουμε τη μυρωδιά της χθεσινής βροχής ρουφώντας τα ελεύθερα ιόντα της. Δύο άστεγοι κάτω από ένα αστικό bunker, ο ιδιοκτήτης που φωνάζει το σκυλί του, ο δρομέας που μας προσπερνά, σακούλες σκουπιδιών δεμένες στα δέντρα, χρησιμοποιημένο προφυλακτικό πεταμένο στο μονοπάτι, παλιό γκράφιτι στο βράχο, αισθήσεις που μουδιάζουν από την παρακμή του χώρου. Το νιώθεις και σαν αναισθητικό.

Στάση Πρώτη: Τα δυο κορίτσια στην ορθοπλαγιά οριοθετούν το χώρο της παράστασης. Μαζί τους κι εμείς διερευνούμε τριγύρω μας. Μπήκαμε στο δάσος σαν άντρες. Τίποτε δεν σου είναι πιο αφιλόξενο από αυτό που άργησες να γνωρίσεις. Τίποτε δεν σου είναι πιο ανοίκειο από τον ξεχασμένο τόπο σου.  Και αυτό το ιλιγγιώδες αίσθημα που νιώθεις μέσα στη μεγάλη πόλη, αυτήν που άφησες πίσω σου, είναι ανάλογο με αυτό που νιώθεις μόνος σου μέσα στη φύση, ακόμη και αυτήν την περιορισμένη του λόφου, την αστική. Καθόμαστε. Σιωπή. Αναμονή. Νοσταλγώ μια ζωή που να μην είναι ανθρώπινη. Γροθιά. Οι σιωπές των περφόρμερ, του κόσμου, του χώρου βρίσκουν το ρυθμό τους, σε αντίστιξη με τα ερωτηματικά. Πώς να εξηγήσεις τη ζωή σου σ’ ένα δέντρο πόλεως; Το νιώθεις και σαν νοητική κάθαρση.

Ανεβαίνουμε μέχρι την καταβόθρα. Στάση Δεύτερη.

Ο ήλιος, κρυμμένος ολημερίς πίσω από τα σύννεφα, αποσύρεται για μια μέρα· ώρα περισυλλογής και αναζήτησης, ώρα να δεχτείς τα μηνύματα· η γυναίκα τροφοσυλλέκτης και δημιουργός, ο άντρας δυνατός και κυνηγός, σε μια ιδανική σχέση συν-δημιουργοί και συν-αλλάκτες. Μια εξιδανικευμένη  σχέση όπως εκφράζεται από τη μελέτη της γλώσσας των ιθαγενών, της tojolabal, εγώ μιλάω, εσύ ακούς, εγώ δίνω εσύ παίρνεις, ένα ρήμα, μια αμφίδρομη - και ισότιμη – σχέση. Το νιώθεις και σαν εσωτερικό αναβρασμό.

Και αν κάποιες - μη δυτικές κοινωνίες, με κυρίαρχο το ιθαγενικό στοιχείο βιώνουν μια άλλη σχέση με τη φύση και έχουν καταφέρει να χτίσουν ένα διαφορετικό πολιτικό αφήγημα,  το ερώτημα που παραμένει είναι κατά πόσον οι αστικές συλλογικότητες είναι ικανές να δημιουργήσουν μια έτερη σχέση με τη φύση, και που, σε τελική ανάλυση, το ερώτημα ανάγεται στο, είσαι ικανός να αποκτήσεις μια άλλη σχέση με τη φύση;

 (*) Μια ποιητική site sensitive περφόρμανς στο δημόσιο χώρο του λόφου του Λυκαβηττού από τις Άντζελα Δεληχάτσιου & Βασιλική Νομίδου, 9-24 Οκτωβρίου Σάββατο & Κυριακή στις 17:00

 

 

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2021

Τσουλούφης


 ­- Κάτι σου έπεσε, ρε Μητσάρα, του σφύριξαν.

  Κάνε θεέ μου να μην είναι αυτό, σκέφτηκε και τον έπιασε ταχυπαλμία.

Καθισμένος στο προτελευταίο θρανίο, στην τελευταία τάξη, στο ολοκαίνουργιο γκρίζο κτίριο της σχολής Εμποροπλοιάρχων του Ασπρόπυργου, προσπαθούσε να παρακολουθήσει το μάθημα, που ο καθηγητής κύριος Αντώνης Αντωνόπουλος παρέδιδε με ζήλο, Ατμολέβητες (ή Μηχανές Εσωτερικής Καύσης;) Ήταν όμως και αρκετά ιδιότροπος κι ο Μήτσος φρόντιζε να μην ταράζεται από τα πειράγματα των συμμαθητών του. Τους άφηνε όμως να τον πειράζουν άλλες ώρες, φερ’ειπείν στο διάλειμμα, κάπως έτσι παρέμενε φερ’επείν φίλος τους, χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να αναστατώνεται και να τους φοβάται.

Του’ρθαν στο μυαλό τα σχόλιά τους έτσι και το σκίτσο έπεφτε στα χέρια τους: για δείτε ένα τσίλικο κοριτσάκι, ποια είναι αυτή η ομορφούλα; τον περιγελούσαν για τα αδρά ζυγωματικά του, τις γυριστές βλεφαρίδες του, τα άλικα χείλη του, κυρίως όμως για τα δίχρωμα μαλλιά του, τα ξανθωπά της κεφαλής του σε αντίθεση με το κατάμαυρο τσουλούφι που ανυπόταχτο έσκαγε στο μέτωπό του. Και παρόλο που στη σχολή πήγαιναν κοντοκουρεμένοι, ένας νόμος το προέβλεπε, τους είχε πει αυστηρά ο διευθυντής, ποτέ δεν άφησε τον κουρέα να ξυρίσει το μαύρο τσουλούφι του, θα'χεις μπλεξίματα τον προειδοποίησε αυτός, σάμπως και τώρα δεν έχω, αναρωτήθηκε από μέσα του. Το είχε από μωρό, μια σκουρόχρωμη δεσμίδα τριχών εμφανίστηκε στο μέτωπό του, όταν έπεσε το χνούδι της γέννας, και παρέμεινε εκεί και μετά αφότου βγήκαν τα πρώτα ξανθά στο υπόλοιπο του κεφαλιού, σημάδι ότι ήταν ξεχωριστός, του έλεγε η μάνα του, που κι αυτή δεν του το είχε κουρέψει ποτέ, μόνο ψαλίδισμα μερικές φορές για να μην του πέφτει στα μάτια. Θυμόταν ακόμη την αίσθηση του χαδιού της όταν του το έστρωνε για να μην τον ενοχλεί. Μεγαλώνοντας, τα παιδιά στη γειτονιά τον κορόιδευαν γι'αυτήν την ιδιαιτερότητα του κεφαλιού του, ήρθε ο τσουλούφης, φώναζαν, αλλά τότε δεν έδινε σημασία, ποτέ δεν αισθάνθηκε τη μοχθηρία που είχε η λέξη όταν την ξεστόμιζαν οι συμμαθητές του στη σχολή, τρία χρόνια τώρα που τον είχαν βάλει στο μάτι. Εδώ, έτσι και αλλιώς, υπήρχε έντονος ανταγωνισμός από την πρώτη στιγμή, αλλά το πτυχίο το ονειρευόταν από μικρός, ήθελε να γίνει ναυτικός, να μπαρκάρει όπως ο πατέρας του, και όσο πλήθαιναν οι κοροϊδίες τόσο αυτός πείσμωνε, και παρόλο που ήθελε ακόμη τρεις μήνες για τις εξετάσεις και το πτυχίο, η αντοχή του άγγιζε τα όριά της.

  Κάνε να μην μου έχει πέσει η ζωγραφιά μόνο· ήξερε τι θα ακολουθούσε από γιουχάισμα, αφού στο σκίτσο έμοιαζε με κορίτσι, θα επιβεβαιωνόταν όλη αυτή η καζούρα και τα κρυφογελάκια πίσω από την πλάτη του. Του το είχε φτιάξει ένας λοστρόμος, μαύρος από το Άντεν, που πέθανε από κίτρινο πυρετό και τον ρούφηξε η θάλασσα, την πρώτη φορά που ταξίδεψε με τον πατέρα του. Του θύμιζε τη μητέρα του και το χάδι της και το κρατούσε πάνω του σαν φυλαχτό. Τη μητέρα του την είχε χάσει από μικρός, αλλά με το που τελείωσε το σχολείο, ο πατέρας είχε ξεμπαρκάρει, για να τον πάρει μαζί του, θέλοντας να σιγουρευτεί ότι στο παιδί θα άρεσε το επάγγελμα του ναυτικού. Δεν υπήρχε λόγος, ακόμη και να μην του άρεσε, θα έλεγε ψέματα, λαχταρούσε τόσο να βρεθεί μαζί με τον πατέρα του πάνω στο καράβι. Του είχε λείψει πολύ ο πατέρας του τα τελευταία χρόνια που έμενε πίσω με τη γιαγιά και τον παππού, και περίμενε με αγωνία τα γράμματά του - εις μάτην όμως, ο πατέρας, γράμματα δεν ήξερε πολλά, κάθε τόσο έστελνε καμιά κάρτα, με κολυβογράμματα, δικά του ή κάποιας ορντινάτσας του: Πορτ-Σάιντ, Βούργας, Σμύρνη, Μάλαγα, Αλεξάνδρεια. Κάθε φορά που την έπιανε στα χέρια του, τη μύριζε, δεν οσφραινόταν το χαρτί, μα την αρμύρα και τα μηχανόλαδα, εκείνον δεν τον ένοιαζε, πίστευε ότι η κάρτα έφερνε την αύρα από τα λιμάνια που έπιανε το καράβι του πατέρα του, κι έτσι έμαθε να αναγνωρίζει τις πόλεις από τις κάρτες και τα αρώματά τους.

Κι ενώ στριφογύριζαν εικόνες από τα λιμάνια του κόσμου του μέσα στο μυαλό του, με την άκρη του ματιού του είδε ένα κουμπί από το σακάκι του στο πάτωμα.

Ουφ, προς το παρόν την είχε γλυτώσει.

Πριν λίγες μέρες o Bιβλιοθηκάριος καταλογογραφούσε μια συλλογή εκδόσεων του Πειραιά,  όπου και εντόπισε ένα βιβλίο με τίτλο “Ατμολέβητες” του Γ. Ζ Συρίγου και υπότιτλο "διά τους μαθητάς της Γ τάξεως Ε.Ν. των Ν Σχολών Μηχανικών". Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένα σκίτσο που εικονίζει έναν άντρα. Η ανάρτηση του εξωφύλλου και του σκίτσου στο fb προκάλεσε πολλά σχόλια τόσο για τον κάτοχο του βιβλίου όσο και για τον άγνωστο καλλιτέχνη του σκίτσου. Η δυναμική αυτής της κουβέντας και των εικασιών ήταν το έναυσμα, για ένα διιστολογικό αφιέρωμα. Σαν τον παλιό (καλό) καιρό...

 Συμμετέχουν:

Βιβλιοθηκάριος

Quasar

Tsalapetinos

Rubies and Clouds 

Αγράμπελη


Πειρατής

 Αγαπούσε τη θάλασσα. Τις μηχανές όχι τόσο.

Το δεύτερο, το έλεγε από μέσα του. Δεν χρειαζόταν να τ' ακούσει η μάνα του. Κι ας το υποψιαζόταν. Τι σημασία είχαν οι φόβοι των παιδιών μπροστά στον τρόμο της πείνας;

 Γιατί ο μισθός του μηχανικού στα βαπόρια ήταν καλός -πολύ καλός- κι ας έσφιγγε ολοένα ο ναυτικός κόμπος στο λαιμό του. Σκαλί και καντιλίτσα ως το πάτωμα του μηχανοστάσιου. Αν το καράβι βούλιαζε, ούτε σταλιά ανάσας δεν θα ‘του χε μείνει.

Ναι, λαιμός. Όμως, μισθός. Πολύ-πολύ καλός μισθός. Ξερόβηξε και συνέχισε να διαβάζει για ατμολέβητες καθισμένος ανακούρκουδα στους στενούς διαδρόμους της βιβλιοθήκης της σχολής. 



Είναι γνωστό πως η ώρα που αφιερώνει ο μαθητής στην ανάγνωση αποτελεί ένα τόσο δα μικρό ποσοστό του χρόνου που στέκεται σε κάθε βαρετή σχολική σελίδα. Τον υπόλοιπο χρόνο, ο Αντρέας φανταζόταν πως ήταν παρατηρητής πειρατικού - οπτήρας,  είχε μάθει πως λεγόταν αυτή η δουλεία. Δυστυχώς πρόκειται για ειδικότητα που είχε εκλείψει, στην εποχή της μεγάλης κρίσης. Μιας απ΄όλες τις μεγάλες κρίσεις.

Ο Αντρέας σκαρφαλωμένος στο κοφίνι του σταυρού, στένευε τα μάτια, τα σκίαζε με την παλάμη κι αμέσως η θολή γραμμή των οριζόντων γινόταν ευδιάκριτη κλωστή, που την τρυπούσαν ξένα κατάρτια. Μακρινές σημαίες τινάζονταν στον αέρα. Ανεμοστρόβιλοι γεννιόνταν και γυάλιζαν τα δόντια τους. Θαλάσσια τέρατα βούταγαν στα άπατα και στη θέση τους αναδύονταν νησιά. Φάροι και λιμάνια λαμπύριζαν στο μισοσκόταδο σαν γιορτινά κρύσταλλα.

Ως παρατηρητής,  ήξερε πού πήγαινε. Επηρέαζε την πορεία. Είχε –ίσως όχι τον τελευταίο- αλλά σίγουρα, τον πρώτο λόγο. Εχθρικό βαπόρι! (ο καπετάνιος αλλάζει πορεία.) Εμπορικό! (όρτσα)

 Στις μηχανές, μόνο λάδια, γρανάζια, ζέστη της κολάσεως, ιδρώτας, σίδερα και βρώμικα πανιά. Υπέρβαροι ατμολέβητες στη θέση των ανεμοστρόβιλων. Η φασαρία να καταπίνει τα λόγια. Όλες οι εντολές από πάνω.

Γύρισε σελίδα.

Όχι πως είχε στ’ αλήθεια μελετήσει την προηγούμενη. Αναστεναγμός. (Μισθός-μισθός-μισθός).

Η αλήθεια να λέγεται, το βιβλίο το προτιμούσε  απ' τα ζωντανά καζάνια. Μύριζε μακράν καλύτερα. Κι οι σελίδες μεταξύ των κεφαλαίων κενές. Πόση προκλητικά διαθέσιμη λευκότητα… 

Χάιδεψε τη σελίδα κι έπιασε το μολύβι- σελιδοδείκτη. Τσέκαρε τη μύτη. Όχι καλά ξυσμένη αλλά αρκούσε. Ξεκίνησε την αυτοπροσωπογραφία απ’ τα μισόκλειστα μάτια που εποπτεύουν ξένα κατάρτια, σημαίες, φάρους, νησιά, λιμάνια και θηρία. Πάντα με τα μάτια ξεκινούσε τα πρόσωπα, γιατί έλεγε από μόνος του πως καθορίζουν το υπόλοιπο πρόσωπο. Ζωγράφισε στο τέλος τα ολόμαυρα μαλλιά εξαντλώντας ό,τι απόμενε από τη μύτη του μολυβιού πριν ξεκινήσει να γδέρνει το χαρτί. Σαν να του φάνηκε πως η ζωγραφιά κουνήθηκε. Έκλεισε με δύναμη το βιβλίο κι αφουγκράστηκε το γκάπα-γκούπα της καρδιάς του. Σαν ατμολέβητας έκανε. Κι αν είναι μαγική η ζωγραφιά σαν εκείνο το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ που χε διαβάσει στα κλασσικά εικονογραφημένα; Άνοιξε σιγά-σιγά και κλεφτοκοίταξε για να ξανακλείσει με δύναμη, γιατί σαν να είχαν σβηστεί μερικές μολυβιές. Ατμοί ξέφευγαν απ' τις σελίδες.  Λίγο σαν ν' αρχίσαν ν’ ασπρίζουν τα μαλλιά της ζωγραφιάς. Στην πολλοστή φορά που ανοιγόκλεισε τους ατμολέβητες, μόνο το μπροστινό τσουλούφι είχε απομείνει μαύρο. Ντουμάνι η βιβλιοθήκη. 45 βαθμοί Κελσίου στη βιβλιοθήκη κι άλλες τόσες καντιλίτσες στο λαιμό.


Ο νεαρός σπουδαστής πανικόβλητος πέταξε το βιβλίο, το οποίο χρόνια αργότερα, έπεσε στα χέρια του Βιβλιοθηκάριου* πλήρως εξατμισμένο.

Παρά τις διαμαρτυρίες της μάνας του, ο Αντρέας παράτησε την σχολή μηχανικών εμπορικού ναυτικού κι έφυγε για ένα και μοναδικό μπάρκο στην Αμερική. Εκεί έμαθε γρήγορα κι εύκολα την γλώσσα κι έγινε διάσημος συγγραφέας μπισκότων τύχης στην
China Town, όπου έγινε αποδεκτός λόγω των ελαφρώς σκιστών ματιών του, που πάντα τα στένευε λίγο παραπάνω λες κι ατένιζε κάποιο μακρινό ορίζοντα. Έφερε και τη μάνα του κοντά, η οποία χωρίς να γνωρίζει τον πιασιάρικο όρο, εγκαινίασε τη fusion ελληνοκινεζική κουζίνα. Ανάρπαστα τα spring rolls με φέτα και δυόσμο. Χαμό έκαναν στους τουρίστες. Όλο για ταξίδια και μυθικά τέρατα μίλαγαν τα χαρτάκια του, όπως: "Προσοχή, γιατί σήμερα μπορεί να πέσετε στα βράχια", "Κανείς δεν μπορεί να ταξιδέψει προς τα πίσω στο μέλλον, εκτός κι αν είναι πλημμύρα", "Πρέπει να μάθεις να αράζεις από χθες",  "μικρή τρύπα βουλιάζει μεγάλο καράβι" "Πίσω έχει η γοργόνα την ουρά" (αυτό λίγοι το κατάλαβαν)

Δεν έγινε ποτέ ο βασιλιάς των fortune cookies γιατί δεν κατάφερε να μάθει αρκετά καλά τα κινέζικα ώστε να μεταφράζει τις ευχές του, αλλά ο λαιμός του δεν τον ενόχλησε ποτέ ξανά. Τα μαλλιά του παρέμειναν μαύρα για χρόνια, με εξαίρεση το μπροστινό τσουλούφι που πήρε το χρώμα του ατμού.



Πριν λίγες μέρες o Bιβλιοθηκάριος καταλογογραφούσε μια συλλογή εκδόσεων του Πειραιά,  όπου και εντόπισε ένα βιβλίο με τίτλο “Ατμολέβητες” του Γ. Ζ Συρίγου και υπότιτλο "διά τους μαθητάς της Γ τάξεως Ε.Ν. των Ν Σχολών Μηχανικών". Στην τελευταία σελίδα του βιβλίου υπάρχει ένα σκίτσο που εικονίζει έναν άντρα. Η ανάρτηση του εξωφύλλου και του σκίτσου στο fb προκάλεσε πολλά σχόλια τόσο για τον κάτοχο του βιβλίου όσο και για τον άγνωστο καλλιτέχνη του σκίτσου. Η δυναμική αυτής της κουβέντας και των εικασιών ήταν το έναυσμα, για ένα διιστολογικό αφιέρωμα. Σαν τον παλιό (καλό) καιρό...

 Συμμετέχουν:

Βιβλιοθηκάριος

Quasar

Tsalapetinos

Rubies and Clouds 

Αγράμπελη



Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

Καφές

Πιτσιρικα, δεν ήξερα τίποτα να μαγειρεύω κι αντιστεκομουν σθεναρά στα δόγματα της εποχής περί νοικοκυροσύνης των κοριτσιών.

Μάλιστα οι σχετικές παραινέσεις δίνονταν, σχεδόν αποκλειστικά, από γυναίκες, γεγονός που στα μάτια μου, τις έκανε ακόμα πιο παράλογες.Μόνη εξαίρεση ο ελληνικός που έφτιαχνα στον υπέροχο μπαμπά μου. Αυτόν που όταν ήταν σπίτι, ετοίμαζε ο ίδιος τα γεύματα μου, τα μόνα που απολαμβανα στη μακριά-οπως φαινόταν τότε- περίοδο της παιδικής κακοφαγιας.Δεν άφηνα ούτε μαμά, ούτε γιαγιά ν' αγγίξουν το μπρίκι.Σιγά την πολύπλοκη συνταγή μουρμουραγαν αυτές. 

Κι όμως ο ελληνικός ή τούρκικος όπως τον είχα πρωτομαθει, είναι ο καφές της αγάπης. Οι αναλογίες ζυγιαζονται με το μάτι της καρδιάς, ίσα ν' αρέσουν σε κείνον που θα τον απολαύσει. Παραμονεύεις με υπομονή τις φουσκάλες που μεγαλώνουν κι απομακρύνεις απ' τη φωτιά ένα τσικ πριν σκάσουν και χαλάσουν το καϊμάκι. Μπορεί να διαρκέσει κι έναν γεωλογικό αιώνα προσμονής αυτό το φούσκωμα.

Χρόνια μετά, αιώνες μετά, προσπερνώντας τις εποχές των φρέντο, καπουτσίνο, λατε, λουνγκο, επανέρχομαι τα πρωινά, στον ελληνικό που μου ετοιμάζω όπως τότε.Μια συνήθεια που καθιέρωσα στην εποχή της καραντίνας για να μου αυξήσω τις αντοχές και να με κακομαθω απ'την αρχή.Απολαμβάνω αυτή την τόσο ευωδιαστή επιστροφή στην παιδική ηλικία, την ελαφρώς χωμάτινη υφή-ισως γι' αυτό να σερβίρουν ελληνικό στις κηδείες- χους και εις χουν, και κάπου εκεί, δίπλα, ψηλά, ποιος ξέρει, ο υπέροχος μπαμπάς σχολιάζει: ο καλύτερος καφές του κόσμου.



Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Οι γυναίκες του τρένου

Στο τρένο αγαπώ τις γυναίκες που κοιμούνται καθώς μόλις σχόλασαν από μια δουλειά που τις κόβει μικρά μικρά κομμάτια. Οι γυναίκες διαλύονται λίγο περισσότερο από τους άνδρες, που επιστρέφουν απλώς κατηφεις. Κλείνουν τα μάτια και τα κομμάτια γλιστρούν στις χαρακιές της σκληρότητας. Ούτε που τα παίρνουν είδηση που κρύβονται κάτω απ'το κάθισμα, που τα πατούν οι απρόσεκτοι επιβάτες. Θα γυρίσουν σπίτι λιγότερες. Θα προσπαθήσουν να τα φτιάξουν όλα. Χωρίς μεγάλη επιτυχία, αλλά θα συνεχίσουν γιατί όλοι περιμένουν απ' αυτές να συνεχίζουν. Δεν θα τις ρωτήσουν πώς πέρασαν τη μέρα τους, εκείνες όμως θα βρουν λίγο χρόνο να ονειρευτούν πώς θα ήθελαν να την περάσουν.
Θέλω να τις πάρω αγκαλιά αλλά έχουν μάθει να τρομάζουν εύκολα.

Mommy, I Want To Be Good Now - Mima Museum

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

Παιδικός έρωτας


Το παρακάτω είναι ένα κειμενάκι που έγραψα πρόχειρα στο facebook καθώς ήθελα να κρατήσω ζωντανή την γλύκα μιας συζήτησης. Ο αγαπημένος Τσαλαπετεινός μου ζήτησε να το μεταφέρω εδώ, στο σκονισμένο μπλογκ. 
Το ίδιο περί σκόνης παράπονο είχε εκφράσει χθες  κι  συννεφοξαδέρφη Μαμαδοπούλου. 
Πώς να τους χαλάσω χατίρι;
Ευτυχώς, δεν με περίμεναν απλήρωτοι λογαριασμοί κάτω απ΄την πόρτα.

Χθες βράδυ κουβέντιαζα στο τηλέφωνο με την αγαπημένη θεία.
Τις περισσότερες ιστορίες που διηγείται, τις έχω ακούσει πιτσιρίκι από τη μητέρα μου, όμως η μικρότερη αδερφή της, προσθέτει πάντα ένα γκλιτερ μαγείας.

Μου μίλησε λοιπόν για τον πρώτο έρωτα της μαμάς μου.

O κύριος δεξιά, ήταν ο πρώτος ο έρωτας της μαμάς
Είναι ΒΠΠ στην Αλεξάνδρεια που βομβαρδίζεται  μεν, έχει αγγιχτει ωστόσο πολύ λιγότερο από τον πόλεμο σε σχέση με την Ελλάδα. Ειναι ένα ζεστό μεσημέρι κι οι δύο αδερφές μαλώνουν στο κοινό παιδικό δωμάτιο για το αν η μικρή (η θεία ντε) θα ψηλώσει ή θα παραμείνει στούμπος όπως της επεσημαίνει η γλυκούλα μαμά μου. Η μικρή, αν και κοντούλα, δεν μασάει. Για να αποδείξει πόσο μεγάλωσε, φοράει την στολή του γυμνασίου της αδερφής της κι εκεί που επιχειρηματολογεί πως ψήλωσε τόσο ώστε να μην πατάει τη φούστα, χτυπάει το κουδούνι. Οι γονείς κοιμούνται κι η μικρή στέλνεται ν' ανοίξει την πόρτα με κίνδυνο της ζωής της (να μπουρδουκλωθει με την στολή και να σαβουριαστει σε κάθε βήμα).
Στην είσοδο αντικρίζει πόδια. Σηκώνει το κεφάλι και τα πόδια συνεχίζονται. Κάπου στο ύψος του ήλιου ανακαλύπτει ένα πολύ ξανθό φακιδομουρικο κεφάλι.
(Όχι ο τύπος μου επισημαίνει η θεία που σαφώς και γνώριζε στα 8 ποιος άντρας είναι ο τύπος της.)

Ο κάτοχος του κεφαλιού θέλει τον μπαμπά (τον παππού μου).
Η οικογένεια συγκεντρώνεται στο σαλόνι όπου η ταλαντούχα κόρη (η μαμά μου) καλείται να παίξει πιάνο. Παίζει και ερωτεύεται τον Σκωτσέζο φακιδομουρη αξιωματικό. Ακαθόριστο αν την εντυπωσίασε ο ίδιος ή η στολή του. Σύμφωνα με τη θεία, ο Σκωτσέζος κάτι καταλαβαίνει και πυκνώνει τις επισκέψεις μάλλον διασκεδάζοντας με την αμηχανία, τα κοκκινίσματα και τις παθιασμένες εκτελέσεις του Σοπέν.

Ο παππούς αντιλαμβάνεται πως η μεγάλη αγάπησε. Μπορεί να διαθέτει τα σφουγγαράδικά του για την κρυφή μεταφορά συμμαχικών δυνάμεων στα Δωδεκάνησα, αλλά δεν θέλει η κόρη του να γλυκοκοιτάει κοκκινοκωλους, όπως συλλήβδην χαρακτηρίζει τους Βρετανούς. Οι επισκέψεις θα γίνονται πια στο γραφείο.

Ραγισμένη καρδούλα. 

Η κοντή μικρή αδερφή παρηγορεί τη μεγάλη και ψηλώνει λίγο στα μάτια της. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, θα ψηλώσει κι άλλο. Όχι κυρίως σε πόντους αλλά σε ψυχή. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία.

Η μητέρα μου δεν θα ξεχάσει ποτέ τον πρώτο της έρωτα και πάντα θα μιλάει τρυφερά για τον ήρωα του πολέμου. Εγώ θα βαριέμαι τις σχετικές διηγήσεις μέχρι χθες το βράδυ, που θες γιατί η κουβέντα ήταν ένα μνημόσυνο της μαμάς διανθισμένο με αστεία- όπως δηλαδή πρέπει να γίνονται τα μνημόσυνα- θες που άκουσα την εκδοχή από το αγεραστο πειραχτηρι της οικογένειας, ήταν σαν να έστελνα μια αγκαλιά. Κι ένα χαμόγελο. Κι ένα: τι γλυκούλα που ήσουν μαμά.

Στην πιο κάτω φωτογραφία, ένα αμφίβιο αρσενικό ψαράκι προσπαθεί να σαγηνεύσει το θηλυκό πετώντας λίγο, πετώντας πάνω από τη λάσπη, πετώντας όμως, στην υπηρεσία του έρωτα.


Τετάρτη 26 Ιουνίου 2019

Ερπετό γλυκόπικρο

Δεν αναγνωρίζω καμμιά υποχρέωση παρά το να ερωτεύεσαι
Α. Καμύ


Ήταν μια περιπατητική παράσταση για τη βίωση του έρωτα από γυναίκες δημιουργούς και εκτελεστές, ένα bootcamp, όπως οι ίδιες το χαρακτηρίζουν, ένα εντατικό πρόγραμμα εξάσκησης ενορχηστρώνοντας μια ωδή στον αέναο κύκλο του έρωτα. Μία παράσταση που αν και πλήρως ενταγμένη στον αστικό ιστό αντιστεκόταν στο τρέχον μοτίβο της αποξένωσης και του εκ-τοπισμού, διαρρηγνύοντας τα βλέμματα των θεατών - τι θα ήταν άλλωστε η τέχνη αν, στη σημερινή εποχή, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο δρόμο;
Έτσι καταφέραμε να αφουγκραστούμε τη θηλυκή κραυγή μέσα σε ένα ολοζώντανο και σε διαρκή εξέλιξη αστικό τοπίο: άστεγοι και μετανάστες παρακολουθούν μαζί μας, ποδήλατα και δρομείς μάς διασχίζουν, τα σκυλιά αναχαιτίζουν την πορεία τους κι επιστρέφουν διψασμένα για ποίηση στα αφεντικά τους, τα παπαγαλάκια από δέντρο σε δέντρο αλλάζουν συνεχώς τις γωνίες θέασής τους, τα μωρά μπουσουλάνε προς το κέντρο μιας αθέατης σκηνής, τα παιδιά απομένουν να μαζεύουν τα πεσμένα νεράντζια ενώ γλυκοκοιτάζουν τις μπάλες της παράστασης...
Ανάμεσα στην άμπωτη και τη ροή της κίνησης καταλήξαμε στη συνειδητότητα μιας τέχνης που φαίνεται να "μπορεί να πάρει θέση στο πλευρό των πολλών και να αποθέσει τη μοίρα τους στα ίδια τους τα χέρια". 
Σταθήκαμε ακριβώς εκεί όπου τα όρια ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη μπλέχτηκαν γλυκά κι αφήσαμε το απαλό βοριαδάκι να συνομολογεί πως η φύση, εντέχνως παρούσα, παρά, ή μάλλον εξαιτίας της ανθρώπινης παρέμβασης, παραμένει αστείρευτη πηγή έμπνευσης. 

Στο σημείο 1 το προσωπικό είναι πολιτικό: Ξεκινώντας από το άγαλμα της Αθηνάς, σύμβολο της πόλης που ανακαταλαμβάνεται, ιππεύσαμε τη λέαινα, θηλυκό σύμβολο υπεροχής ανακράζοντας: “όμως το ξέρω πως δε γίνεται ποτέ κανείς να ελπίζει σε ολάκαιρη την ευτυχία· ένα μικρό μερίδιο να προσδοκάει μονάχα· κει που δεν το περιμένει”*

Στο σημείο 2 νοιώθουμε την επιθυμία που γίνεται λαχτάρα, δεν ήτανε ανάγκη βασίλισσα να με κάνεις του ΠερούΑνάγκη ήτανε να σκύψεις από πάνω μου, να δω στα μάτια σου εκείνα τα δυο φωσάκια”**
Το πάθος εκπληρώνεται στο σημείο 3 και στον πικροδαφνοστόλιστο χώρο μπροστά από το μνημείο του Ιερού Λόχου γευόμαστε“την πιο ηδονική αφή που έχει το σταφύλι το πρωί, σαν είναι δροσερό και σκεπασμένο με κείνη την άχνη τη λεπτή”**

Στον πυρήνα του άλσους, στο σημείο 4 κάτω στο μαρμαρένιο αλώνι, η καταληκτική απώλεια αλαφραίνει∙ τα παιδιά σταματάνε την ξέφρενη πορεία τους, ξεπεζεύουν από τα ποδήλατα και παρατηρούν τις περφόρμερ πάνω στα πατίνια, αναρωτιώνται για αυτές τις δυσανάλογες φιγούρες πάνω στα παιδικά πλαστικά ποδηλατάκια, μετράνε τους πήδους τους στο σχοινάκικαι σκάνε χαμόγελα σαν τις βλέπουν να κυνηγάνε μπουρμπουλήθρες∙
Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά,

για πάντα εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για
πάντα το κακό σημάδι του, παραφροσύνη δίχως γυρισμό, φοβέρα σκιάζει, μια ιερή σαρκοφαγία που εξαντλεί***



Για να καταλήξουμε στους ροδώνες, θνήσκουσες τριανταφυλλιές σε φυσική παρακμή―δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερο σημείο «αποδοχής»―το ερπετό ξεδιπλώθηκε και στραφτάλισε στο δειλινό, λιγοψύχησε και χάθηκε στο ξερό ποτάμι, εγκαταλελειμμένο αρδευτικό χαντάκι για τους ρεαλιστές∙ θα μείνει εκεί μέχρι τον αναπόφευκτο επόμενο έρωτα.

Εξαιρετική απόδοση της ποίησης της Σαπφούς*, της Μάτσης Χατζηλαζάρου** και της Τζένης Μαστοράκη*** σε ένα απόγευμα αναψυχής για μας τους πρίγκηπες-θεατές που με τα φανταστικά καλειδοσκόπιά μας ξαναβρήκαμε τον φωτεινό κόσμο στο κέντρο-απόκεντρο της μητρόπολης. Κι ως εραστές της ζωής, κλείσαμε το δικό μας κύκλο ευτυχίας, χθες, στο κεντρικό πνεύμονα της πόλης, μόνο που, φευ, δεν μπορώ να συστήσω να πάτε τη δείτε, αφού επρόκειτο για την τελευταία παράσταση. 
Σε αναμονή λοιπόν της επόμενης δουλειάς τους, αγαπάμε άλλωστε να παρατείνουμε τις προσδοκίες μας. 

Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Άντζελα ΔεληχάτσιουΣυνδημιουργοί – Ερμηνεύτριες: Κατερίνα Δρακοπούλου, Κατερίνα Κλειτσιώτη, Μάγδα Κρυσταλλινού, Ιωάννα Κυρίτση, Βασιλική Νομίδου, Νατάσσα Νταϊλιάνη, Δήμητρα ΣκέμπηΕνδυματολόγος:Μαργαρίτα ΔοσούλαΣύμβουλος δραματουργίας: Νατάσσα ΝταϊλιάνηΠρωτότυπη μουσική: Άντζελα ΔεληχάτσιουΒοηθοί σκηνοθέτη: Ιωάννης Βασιλόπουλος, Δήμητρα ΛούπηΓραφιστική επιμέλεια: Ιωάννα ΚυρίτσηΦωτογραφίες:Σπύρος ΑγριανίτηςΕπικοινωνία:Στέλλα Πεκιαρίδη

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2019

Αμόρ

Είναι ο γιος μου, περηφανεύτηκε η Αφροδίτη, είμαι ο πατέρας του, είπαν ταυτόχρονα ο Άρης και ο Ήφαιστος, είναι ο ακόλουθός μου, ξεκαθάρισε ο Διόνυσος / Έρημος δείχνει ο Όλυμπος χωρίς τον έρωτα, παρατήρησε ο von Kleist / Η ψυχή μου όταν αγκάλιαζα τον Αγάθωνα ανέβαινε στα χείλη μου, σάμπως η δύστυχη να έμελλε να κάνει πανιά για αλλού / είδα την κάβλα να βγαίνει από τα μάτια του, γράφει κάπου ο Μαρκήσιος / μα τι πράγμα είναι αυτός ο έρωτας, αναρωτήθηκε ο Καμπανίλε / έρως ανίκατε μάχαν, διαμήνυσε ο Σοφοκλής, omnia vincit amor συμφώνησε o Βιργίλιος και ζωγράφισε ο Carravaggio / έρως είναι ένα επιτυχημένο doodle, είπε η Google, Έρως εστί…σουβλάκι, είπε η Καλλιθέα και το Μαρούσι αντέτεινε την Eros pizza του / on ne badine pas avec l’ amour, τόνισε αυστηρά ο Musset / αγαπώ την ελευθερία στον έρωτα, βροντοφώναξε ο Δον Ζουάν / Μίλα ψιθυριστά, αν μου μιλάς γι' αγάπη, ψιθύρισε ο Γουίλιαμ / Κέλομαί σε Γογγύλα, αναφώνησε η Σαπφώ / Λότε! Λότε! Οι αισθήσεις μου ταράζονται, πάνε οχτώ μέρες που δεν έχω τη δύναμη να σκεφτώ, τα μάτια μου είναι γεμάτα δάκρια, δεν είμαι καλά πουθενά και είμαι καλά παντού, δεν επιθυμώ τίποτε, δεν ζητώ τίποτε, παραπονέθηκε ο νεαρός Βερθέρος / Love is in the air, ακούστηκε από τα μεγάφωνα, την πήρε να χορέψουν ένα ταγκό, φορούσε το κόκκινο φόρεμα-είχε ξεβάψει η καρδιά του / Αν πιστέψω το ημερολόγιο, αγαπημένη μου φίλη, λείψατε δυο μέρες, αν πιστέψω την καρδιά μου, λείψατε δύο αιώνες, της έγραψε ο κόμης Βαλμόν / L'amour est un oiseau rebelle que nul ne peut apprivoiser, τραγούδησε η Κάρμεν / το μεγαλύτερο μέρος της libido, μεταβιβάζεται στο αντικείμενο, το οποίο παίρνει τη θέση του εγώ, διευκρίνισε ο Φρόυντ / Η αγάπη δεν γνωρίζει κανόνες, αντέτεινε ο San Girolamo, μεθερμηνεύοντας τη Βίβλο...
Ακούγοντας όλα αυτά το παιδί, τρόμαξε, μπήκε "στο καράβι του με την αμεριμνησία των μελτεμιών του και φλόκο την 
ελπίδα του", κι όταν έφτασε, έγειρε κι αποκοιμήθηκε, κράτησε μόνο το ανέμελο, ίσως και λιγάκι πονηρό χαμόγελο...

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018

Το έτος 2018 - πανηγυρικώς

Μέσα στο 2018 που αποχαιρετούμε σε λίγο γιορτάσαμε, τιμήσαμε, μνημονεύσαμε:

50 χρόνια από την εξέγερση και τις διαδηλώσεις του Γαλλικού Μάη
100 χρόνια από την επανόρθωση της ανεξαρτησίας της Λιθουανίας (έτσι ορίζεται επίσημα)
250 χρόνια του Εθνικού Τυπογραφείου της Πορτογαλίας
250 χρόνια του Βοτανικού Κήπου της Ajuda, στη Λισαβώνα
Για πρώτη φορά η 20 Μάη ως Παγκόσμια Μέρα Μέλισσας
25η επέτειος του Συντάγματος της Ανδόρρας
100 χρόνια από το θάνατο των Gustav Klimt, Egon Schiele, Koloman Moser και Otto Wagner
500 χρόνια από τη γέννηση του Τιντορέττο
100 χρόνια από τη γέννηση του Χέλμουτ Σμιτ
75η επέτειος του θανάτου του Κωστή Παλαμά 
70 χρόνια από την Ένωση της Δωδεκανήσου με την ηπειρωτική Ελλάδα
70 χρόνια από τη Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών
150 χρόνια από τη γέννηση του Raul Brandão, Πορτογάλου ποιητή και δημοσιογράφου
50 χρόνια χωρίς τον πρώτο και πιο δημοφιλή Πάπα Πίο, τον άγιο Πάπα, αφού 100 χρόνια πριν και όταν ήταν 31 ετών απέκτησε τα «σημάδια» του Θεού
150η επέτειος του Συντάγματος του Λουξεμβούργου 
70η επέτειος του Συντάγματος της Ιταλίας
100 χρόνια από τη λήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου [CentenaryoftheendofWorldWarI
100 χρόνια από την ίδρυση της Αυστρίας
100 χρόνια από την ίδρυση της Τσεχοσλοβακίας και 25 χρόνια από την ίδρυση της Δημοκρατίας της Σλοβακίας
100 χρόνια από την ίδρυση της Πολωνίας
100ηεπέτειος των Βαλτικών Χωρών
100ηεπέτειος της Δημοκρατίας της Εσθονίας 
100η επέτειος της ανεξαρτησίας της Λιθουανίας
τα 50α γενέθλια του βασιλιά Φιλίππου της Ισπανίας
η χρονιά που η σωρός της Simone Weil περνάει στο Γαλλικό Πάνθεον
50 χρόνια από την εκτόξευση του δορυφόρου ESRO-2B(IRIS)
420η επέτειος από τη γέννηση του Ιταλού γλύπτη Gian Lorenzo Bernini
140η επέτειος του Wimbledon
20α γενέθλια της Google
100 χρόνια Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας
Από τον Απρίλη του 2018 η Αθήνα είναι η Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του Βιβλίου
την Αθήνα ως Ευρωπαϊκή πρωτεύουσα Καινοτομίας
την Βαλέτα, ως Πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης
τα 60 χρόνια του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών
200 χρόνια από δημοσίευση της ιστορίας του Φρανκεστάιν από τη Mary Wollstonecraft Shelley
80 χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Ζαχαριάδη
220 χρόνια από την ανακοίνωση της απομόνωσης του ατόμου πολωνίου και του ραδίου από τους Μαρί και Πιερ Κιουρί
100 χρόνια από τη γέννηση του Γιαννούλη Χαλεπά
500 μείον 1 χρόνια από το θάνατο του Leonardo DaVinci
40 χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του Tom Waits στη μεγάλη οθόνη
50 χρόνια μετά τη σφαγή διαμαρτυρόμενων φοιτητών στο Tlatelolco του Μεξικού, 300 νεκροί κανείς ποτέ δεν καταδικάστηκε
1 χρόνο από την είσοδο σε τροχιά του διαστημοπλοίου του Cassini γύρω από τον Κρόνο
230η επέτειος της γέννησης της Mary Prince, εθνικής ηρωίδας των Βερμούδων 
180 χρόνια από τη Βρετανική πράξη κατάργηση της σκλαβιάς που απελευθέρωσε πάνω από 800.000 σκλάβους στις Βερμούδες
70 χρόνια ανεξαρτησίας της Σρι Λάνκα (Κεϋλάνης)
Γιορτή Περαχέρα στο Κάντι
40 χρόνια της ανακήρυξης του Κίτο και των Γκαλαπάγκος ως Μνημεία Κληρονομιάς
10 χρόνια TVXS
10 χρόνια από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου
75 χρόνια από την ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας, οι έξι σοσιαλιστικές δημοκρατίες που την αποτελούσαν έχουν πλέον αυτονομηθεί
44 χρόνια διαγαλαξιακού ραδιομηνύματος του Arecibo
Ο Leonard Bernstein το 2018 θα γινόταν 100 χρονών 
90α γενέθλια της Maya Angelou-θα γιόρταζε αν ζούσε
185ηεπέτειος από τη γέννηση του Αλεξάντερ Πορφυγιεβιτς Μποροντίν
40 χρόνια από την ανακήρυξη της Λίμνης Τικιτάκα ως Εθνική Προστατευόμενη Περιοχή
105 χρόνια από την κατάκτηση του Ολύμπου από τους F.BoissonnasD.Baud-Bovy και Χρήστο Κάκκαλο
50 χρόνια μετά τις μαζικές φοιτητικές ταραχές στο Βελιγράδι, μερικά αιτήματα των φοιτητών-τελικά-ικανοποίησε ο Τίτο
100 χρόνια γιορτάζει το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Παράδοσης στην Αθήνα
100 χρόνια από τη θεσμοθέτηση του εκλέγειν και εκλέγεσθαι για τις γυναίκες του Ηνωμένου Βασιλείου, η πρώτη ψηφοφορία των γυναικών
20 χρόνια Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης
50 χρόνια από την Άνοιξη της Πράγας

(7 χρόνια λειτουργίας αυτού του συνεταιριστικού ιστολογίου, που ψυχορραγεί, αλλά ποτέ δεν πεθαίνει)