Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Το κελί και ο κύριος Κάποιος

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα άδειο κελί.
Ένα κελί όχι όποιο κι όποιο.
Ήταν μικρό αλλά πολύ φιλόδοξο.

Με τα πτυχία, τις άδειες, τις αξιολογήσεις και τα πιστοποιητικά του.
Έτοιμο κι ονειροπόλο ανέμενε κάτι περισσότερο από σκέτα νούμερα κι ας ήταν μεγάλα.
Όχι, είχε δυνατότητες. Μπορούσε να γεμίσει με αθροίσεις και συναθροίσεις. Μέσους όρους, απλές και λογικές σχέσεις. Συναρτήσεις και διαγράμματα χρήσιμα σε συγγράμματα. Θυμόταν πολύπλοκους μαθηματικούς και στατιστικούς τύπους. Απλούς και μυστηριώδεις. Μπορούσε να λογαριάσει και να τρέξει ταχύτερα από Ολυμπιονίκη. Να φυλακίσει ώρες, μέρες και χρόνια. Δεκαετίες ολόκληρες. Μπορούσε να κλείσει μέσα του το μέλλον και ανά πάσα στιγμή να γυρίσει στο παρελθόν χωρίς να ξεχάσει δευτερόλεπτο. Μέχρι και κείμενα χωρούσε. Θα μπορούσε ο κύριος Κάποιος να γράψει μια ιστορία μέσα του. Να αραδιάσει επιχειρήματα κι ας μην ήταν τα μπλα μπλα το δυνατό σημείο του κελιού. Αυτουνού του άρεσε να λογαριάζει. Το έλεγες και τύπο πολύ υπολογιστικό. Θα μπορούσες όμως και να το δεις σαν φίλο. Από αυτούς που κάνουν τους καλούς λογαριασμούς.
Ήταν στο χέρι του κυρίου Κάποιου να του εμπιστευθεί μικρά κι ασήμαντα πράγματα και να το αφήσει να σκεφτεί για λίγο. Ελάχιστα όμως. Όσο ένα βλεφάρισμα κι ακόμα λιγότερο και το κελί  θα επέστρεφε θαύματα και χρόνο πολύτιμο. Χρόνο να τον διαθέσει ο κύριος Κάποιος όπως ήθελε. Ακόμα και για να ονειρευτεί που λέει ο λόγος. Αν ήθελε βέβαια, γιατί στην πραγματικότητα δεν ήταν ανάγκη. Μπορούσε το κελί να τα σκεφτεί όλα ή σχεδόν όλα αντί για τον κύριο Κάποιον. Να υπολογίσει, να σερβίρει και χαρούμενο να κουνήσει την ουρά του. 
Το έλεγες και κελί απελευθερωτικό. 
Ακόμα κι αν ο κύριος Κάποιος δεν το επαινούσε, ακόμα κι αν δεν του αντιγύριζε ένα χάδι, το κελί θα παρέμενε πρόθυμο και πιστό. Κυρίως όμως αξιόπιστο.Μέσα του διεκδικούσε το παράσημο του καλύτερου φίλου του ανθρώπου.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Έθιμα ταφής


Ξαναδιάβασα τα Έθιμα Ταφής*, μετά, αφού γύρισα, και ζωντάνεψε μπροστά μου η εικονογράφηση του γραπτού λόγου. Από την Ισλανδία του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα ελάχιστα έχουν αλλάξει στα τοπία και τη φύση. Η ανθρώπινη παρέμβαση φαίνεται να είναι η μικρότερη δυνατή για χώρα του δυτικού κόσμου. Οι κοινωνικές δομές φυσικά έχουν κατά πολύ αλλάξει. Οι εποχικές ασχολίες εξελίχθηκαν και διαμορφώθηκαν χωρίς να παραμελείται η παράδοση. Προλήψεις και δεισιδαιμονίες παραχώρισαν τη θέση τους σε αγαθές δοξασίες κι απονήρευτη φαντασία. Ο χριστιανισμός απέβαλε την ωμότητα με την οποία απευθυνόταν στους άπιστους με κόστος το έλλειμα παρηγορίας που υποσχόταν στο ποίμνιό του. Οι ανθρώπινες σχέσεις όμως παρέμειναν το ίδιο πολύπλοκες και αδάμαστες, και τα συναισθήματα, είτε πρόκειται για έρωτα, απελπισμένο ή μη, για εμμονή ή πάθος, για ζήλεια ή ιδιοτελή αγάπη, εξομαλύνονται και εξασθενούν κάτω από την τραχύτητα του χειμώνα και την ερημικότητα του τοπίου.
Το πούσι είναι βάσανο συχνό”

Ήρθε το αλάτι, σηκώθηκε ο θανατερός βοριάς και η μαύρη άμμος άρχισε να τσούζει”
Δεν καταλάβαινα το τοπίο, ήξερα μόνο τις πέτρινες γλώσσες γης που έσκιζαν το τέλειο φιλί του ουρανού και θάλασσας”
Η θάλασσα είναι αλλιώτικη στο Βάτσνες. Κάποιες φορές το νερό στο φιορδ είναι σαν καθρέφτης. Σού'ρχεται να το γλύψεις...“Άδειο σαν το μάτι του πεθαμένου”, έλεγε ο Νάταν.”

Μια φορά είδα δύο παγόβουνα να τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο. Τα έσπρωχνε ο αέρας και πλησίαζαν. Όταν έφτασαν κοντά, είδα πως είχαν πιασμένα ξύλα στον πάγο τους. Κι όπως ακουμπούσαν τώρα και τρίβονταν, άκουσα μετά' από λίγο έναν τρομερό κρότο και είδα πως τα ξύλα είχαν πάρει φωτιά”

Η ακρογιαλιά έχει βότσαλα και φύκια, μακριά, μπερδεμένα φύκια που έρχονται από το πουθενά και μοιάζουν με μαλλιά πνιγμένων”

Είναι πολλή τόση σιωπή. Είναι πολλές τόσες πέτρες.



*Hannah Kent, Έθιμα ταφής (Burial Rites), Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδ.Ίκαρος

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Γκουχ

Clouds & Sky, Homer
Όσο απομακρύνομαι από την ομορφιά, ξεχνάω.
Τι είναι σημαντικό.
Ποιος είναι ο στόχος.
Η απομάκρυνση δεν είναι θέμα χώρου, σου λέω.
Είναι δηλαδή και χρόνου;
Αμ δεν είναι;
Τα απωθητικά, τα ημιθανή καταβροχθίζουν το χρόνο, τη ζωή, εμένα.
Να μου σταθούν στο λαιμό να σωθώ.
Να βήξω.
Γκουχ
Ταϊζουμε τον χρόνο με τα κομμάτια μας μωρέ.
Κοίτα μια μπουκιά!
Μια αναβολή.
Άλλη μία.
Μια δικαιολογία.
Ας τη βαφτίσω.
Ηθική υποχρέωση.
Ναι, ίσως και να 'ναι.
Κοίτα που μέχρι να την καταπιείς πεθαίνεις.

Βήξε!

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Ομορφιά μου

Τη φύση και τίποτ’ άλλο πρέπει να μελετάς
Nicolas Boileau, Lart poétique (1674)
Σε τσακίζει η ομορφιά. Σε πατάει κάτω, πριν καλά-καλά το καταλάβεις. Το ξάφνιασμα σε λυγίζει, αλλά δεν σπας. Τα χάνεις, αλλά δεν στραβώνεις. Στην αρχή αντιστέκεσαι, μετά μαθαίνεις ότι είναι μάταιο. Στην αρχή ξέρεις. Στο τέλος τα ξεχνάς όλα. Ενδιάμεσα έχεις χάσει τις λέξεις. Πένητες οι λέξεις μπροστά στους δαίδαλους του ποταμιού στο φαράγγι, κι ένα λεξικό, ακόμη και το πιο παλιό, αυτό με τις εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις, ανίσχυρο μπροστά στις νιοστές δυνάμεις της απροσδιοριστίας. Στον καταρράκτη, ζωντανεύεις κι αλαφιάζεις. Στο χείλος του ηφαιστείου, νοιώθεις το δέος κι ανατριχιάζεις. Στον ωκεανό αδειάζεις τελείως.
Φλας ομορφιάς. Τόσα πολλά που στο τέλος στραβώνεσαι. Πονάει η ομορφιά.
Έξω ο αέρας/Μου καίει τα μάτια/Θα τα βγάλω/Για να γλυτώσω το κάψιμο

Είσαι σε μια διαρκή ένταση. Ένταση και συγκίνηση. Παραμιλάς γιατί δεν θέλεις να σε ακούσει. Χαϊδεύεις τις εκδορές πάνω στα χέρια σου. Πονάει η ομορφιά.
Παύεις. Σταματάς να σκέφτεσαι το μετά, το πέρα από αυτό, το επέκεινα μένει απροσδιόριστο. Ο χρόνος δεν έχει σημασία. Συνηθίζεις το απρόβλεπτο. Τίποτε δεν είναι σε τάξη. Κι όμως είναι όμορφα. Με τον απόλυτο και αιώνιο τρόπο. Αρχετυπικά.

Αφήνεσαι να σε παρασύρει το κύμα, το ρέμα, το ποτάμι, ο καταρράκτης, η σταθερή ροή, η ήρεμη δύναμη, η μανία, η σύγκρουση, κι αισθάνεσαι την ευγνωμοσύνη για το κάθε λεπτό της ζωής σου να διαπερνά με βελόνες τους πόρους του δέρματός σου. Πονάει η ομορφιά.
Σου προκαλεί μια ανοίκεια ηδονή. Σαν να σταλάζει πυρωμένο πάγο μέσα σου. Σαν να σε μαστιγώνει με βάλσαμο ο αέρας. Μέτραγες συναισθήματα, τα 'φτασες στα έξι, σου ζητάνε έκπτωση, στα τέσσερα, το ρομπότ στο ξεκαθάρισε: τα συναισθήματα είναι ένα: ON-OFF. Το ένα και το μηδέν. Η σύμβαση. Κι η ομορφιά είναι σύμβαση. Δεν έχει απολύτως τίποτε να κάνει με τη ζωή. Πλην της φύσης. Η φύση μπορεί να είναι όμορφη. Δεν έχει να κάνει τίποτε με το λόγο. Η φύση είναι αλάθευτη.

<προτελευταία προειδοποίηση>
Νοιώθεις ασφαλής - δεν είναι η ομορφιά, η χώρα είναι, έξω στη φύση δεν είσαι ασφαλής, οι άνθρωποι εδώ πάνω ζούνε από παλιά, χρόνια πολλά, λιγότερα από οπουδήποτε αλλού, και όχι αρκετά ώστε να φαγωθούν από το σαράκι της αχορτασιάς· δύσκολος ο χειμώνας, ο καιρός δεν συνδιαλέγεται, κι η φύση δεν ξεγελιέται· η απομόνωση διψά για ανθρωπιά.


Όλα εκεί οδηγούν στην αρχή. Κι η αρχή είναι η φύση. Ο λόγος ήρθε μετά, πολύ. Κι έφερε τις αλήθειες του. Αυθάδικα, τολμάς να αρθρώσεις κι η τέχνη; δοκίμασε κι αυτή, έχασε, κι έπαψε να είναι παραστατική. Κατά προσέγγιση ψαύεις την αλήθεια. Κι αν δεν τη βρεις εδώ, δεν θα την βρεις πουθενά αλλού, λένε.
<τελευταία προειδοποίηση>
Η ομορφιά τριγύρω σε θωρακίζει σαν αντιοξειδωτική μεμβράνη. Πόσο θα αντέξει; Θα προλάβεις να δεις την ανατολή; Θα παραμείνεις αρκετά στη δύση; Με τι αντάλλαγμα; (ανάθεμα τη λογική που έχει απομείνει). Κι ύστερα, ο πόνος της επιστροφής, ξέρεις ότι θα επιστρέψεις, κοιτάς τις φωτογραφίες που ξεθωριάζουν χωρίς τη ζωή σου, κοιτάς τη ζωή σου που ξεθωριάζει χωρίς τις φωτογραφίες.


Η ομορφιά ταράζει και εκπλήσσει. Και φέρνει πόνο, σαν την αλήθεια· κατ’αυτήν την έννοια, η φύση είναι η αλήθεια. Στάθηκα μπροστά της άλαλη. Έμεινα μπροστά της ανέτοιμη. Θα ήθελα να είναι η πρώτη μέρα της νέας μου ζωής, θα ήθελα…

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

H εποχή του Confiteor

Αποφεύγοντας να μιλήσω για το νησί που άφησα πίσω, το πόσο λάθος είναι να φεύγεις από την ομορφιά, ας βυθιστώ σε μια ευτυχία που είναι ακόμα παρούσα.
Ε, ναι, θα πω για βιβλία.

Ήταν μια εξαιρετική αναγνωστική χρονιά η φετινή. Ξεχωρίζω τα καλοκαιρινά.
Τα δύο βιβλιαράκια του Ντε Λούκα για αρχή. Δυσκολεύομαι να διαλέξω ανάμεσα στο «βάρος της πεταλούδας» και στα «ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια». Ίσως η πεταλούδα να μου άρεσε περισσότερο γιατί διαβάστηκε πρώτη.  Έτσι κι αλλιώς οι δύο ιστοριούλες συνδέονται.  Έρχονται από το ίδιο σύμπαν κοιταγμένο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, από άλλα πλάσματα. Μερικά από τα πλάσματα είναι άνθρωποι.Τα υπόλοιπα όμως, ίσως και να 'ναι καλύτερα απ' τους ανθρώπους.
Συγκλονίστηκα στη συνέχεια από τον Χρήστο Οικονόμου. «Το καλό θα ‘ρθει απ’ τη θάλασσα» μου άρεσε πολύ περισσότερο από το επίσης καλό «κάτι θα γίνει θα δεις». Ο Οικονόμου διανύει σταδιακά κι απολαυστικά τη διαδρομή ανάμεσα στο διήγημα  και το ώριμο μυθιστόρημα, χωρίς ακόμα να καταλήγει στο τελευταίο. Αλλά τι να λέμε. Αν πιάνεις στα  χέρια ένα βιβλίο που κοιτάει στα ίσα τη σημερινή Ελλάδα, τις αιτίες της κατρακύλας, τους ανθρώπους και το καλό που μπορεί εντέλει και να ‘ρθει, που μιλάει όχι μόνο χωρίς τους συνηθισμένους αποκρουστικούς διδύμους του κυνισμού και του διδακτισμού, όμως έξω από τα δόντια, δαγκώνοντας σε και δεν μπορείς να αφήσεις το διάβασμα παρά τον πόνο που σου προκαλεί, ε, τότε ξέρεις πως ο συγγραφέας είναι σπάνιο ταλέντο. 

Ανάμεσα στα παραπάνω, διάβασα και μερικά άτυχα βιβλία. Πολύ χλωμά τα κακόμοιρα δίπλα στα διαμάντια. Κάποια τα άφησα στη μέση μπας και τα/με πετύχω σε ευνοϊκότερη στιγμή.
Και μετά έπεσε στα χέρια μου το μυθιστόρημα που γράφεται για να χαρακτηρίσει όχι μόνο τη χρονιά, μα μια μακριά αναγνωστική περίοδο.