Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

H εποχή του Confiteor

Αποφεύγοντας να μιλήσω για το νησί που άφησα πίσω, το πόσο λάθος είναι να φεύγεις από την ομορφιά, ας βυθιστώ σε μια ευτυχία που είναι ακόμα παρούσα.
Ε, ναι, θα πω για βιβλία.

Ήταν μια εξαιρετική αναγνωστική χρονιά η φετινή. Ξεχωρίζω τα καλοκαιρινά.
Τα δύο βιβλιαράκια του Ντε Λούκα για αρχή. Δυσκολεύομαι να διαλέξω ανάμεσα στο «βάρος της πεταλούδας» και στα «ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια». Ίσως η πεταλούδα να μου άρεσε περισσότερο γιατί διαβάστηκε πρώτη.  Έτσι κι αλλιώς οι δύο ιστοριούλες συνδέονται.  Έρχονται από το ίδιο σύμπαν κοιταγμένο σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, από άλλα πλάσματα. Μερικά από τα πλάσματα είναι άνθρωποι.Τα υπόλοιπα όμως, ίσως και να 'ναι καλύτερα απ' τους ανθρώπους.
Συγκλονίστηκα στη συνέχεια από τον Χρήστο Οικονόμου. «Το καλό θα ‘ρθει απ’ τη θάλασσα» μου άρεσε πολύ περισσότερο από το επίσης καλό «κάτι θα γίνει θα δεις». Ο Οικονόμου διανύει σταδιακά κι απολαυστικά τη διαδρομή ανάμεσα στο διήγημα  και το ώριμο μυθιστόρημα, χωρίς ακόμα να καταλήγει στο τελευταίο. Αλλά τι να λέμε. Αν πιάνεις στα  χέρια ένα βιβλίο που κοιτάει στα ίσα τη σημερινή Ελλάδα, τις αιτίες της κατρακύλας, τους ανθρώπους και το καλό που μπορεί εντέλει και να ‘ρθει, που μιλάει όχι μόνο χωρίς τους συνηθισμένους αποκρουστικούς διδύμους του κυνισμού και του διδακτισμού, όμως έξω από τα δόντια, δαγκώνοντας σε και δεν μπορείς να αφήσεις το διάβασμα παρά τον πόνο που σου προκαλεί, ε, τότε ξέρεις πως ο συγγραφέας είναι σπάνιο ταλέντο. 

Ανάμεσα στα παραπάνω, διάβασα και μερικά άτυχα βιβλία. Πολύ χλωμά τα κακόμοιρα δίπλα στα διαμάντια. Κάποια τα άφησα στη μέση μπας και τα/με πετύχω σε ευνοϊκότερη στιγμή.
Και μετά έπεσε στα χέρια μου το μυθιστόρημα που γράφεται για να χαρακτηρίσει όχι μόνο τη χρονιά, μα μια μακριά αναγνωστική περίοδο.

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Ικέτιδες

panosz.wordpress.com
Το ξέρω, σου φαίνονται γελοίες και τριτοκοσμικές.
Αυτές οι γυναίκες -πάντα γυναίκες. Μερικά πράγματα μπορούν μόνο γυναίκες να τα κάνουν- που ανηφορίζουν γονατιστές στο δρόμο της Παναγίας.
Κάποτε, τις έβλεπα κι εγώ έτσι.
Βοηθάει που εμείς, όντας όρθιοι, στέκουμε ψηλότερα από έναν άνθρωπο γονατισμένο.
Μας κάνει κιόλας να πιστεύουμε πως αφού τις θωρούμε από ψηλά, εμείς γονατισμένοι δεν είμαστε. Μόνο εκείνες.
Μα δεν μιλάω άλλο για μας.
Θα σου πω λίγο για κείνες. Όσο μπορώ να καταλάβω.

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Όμορφα να γκρεμίζεσαι


 Ο τρόπος που γινόμαστε κομμάτια, που ερειπώνουμε, λέει πολλά για μας. Όταν καταρρέουμε, κάθε προσποίηση, κάθε προσπάθεια συγκάλυψης γκρεμίζεται πρώτη. Απεκδυόμαστε τα δήθεν και μας αρπάζει η ανάγκη. Πάνω στη σβούρα της γινόμαστε αγνώριστοι. Βαθιά στο κόκκαλο απομένει ό,τι είναι αληθινά δικό μας. Μπορεί και τίποτα δηλαδή. Πιο συχνό το τίποτα.
Οι άνθρωποι που διανύουν τη ζωή τους επιβιώνοντας, αφήνουν πίσω ένα αδιάφορο, συχνά αντιαισθητικό αποτύπωμα. Μερικές φορές, αυτό συμβαίνει και με τα κελύφη, τα σπίτια τους.
Όσοι παθιάστηκαν για τη ζωή, αφήνουν μια ανάμνηση σαν αγκαλιά. Κάθε φορά που αναδύεται η θύμησή τους, χαμογελάς. Να! Σ’ έπιασα. Γέλασες.
Τα σπίτια αυτών των ανθρώπων είναι φωλιές. Κάποιος άλλος θα μπει να ζεσταθεί εκεί. Έχουν καλό αέρα και με το δικό τους τρόπο σου ζητάνε να τα ομορφύνεις. Κι όταν πια τα σπίτια πεθάνουν – γιατί και σ΄ αυτά συμβαίνει- τότε αφήνουν πίσω ένα κουφάρι φλύαρο κι αδιάκριτο που τ’ αγκαλιάζουν χορτάρια κι αγριολούλουδα με χάρη.



Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

Πολύχρωμες προσευχές

Μ’ αρέσουν οι άδειες εκκλησίες. Οι ναοί όλων των θρησκειών μετά την αποχώρηση των ανθρώπων. 
Για μένα, οι διαφορές τους είναι αρχιτεκτονικές και τουριστικές περισσότερο.
Κάθομαι κι αφήνω το βλέμμα να περιπλανηθεί σε τρούλους, αγάλματα κι εικονίσματα. Τα πιο πολλά πρόσωπα είναι γαλήνια. Πέρα όμως από την πρόθεση του αγιογράφου ή του γλύπτη, στις εκκλησίες, αποκτούν οι άγιοι κι οι θεοί, μια επιπλέον πατίνα, φτιαγμένη από τις ματιές των πιστών. Ένα επίχρισμα ευχών.

Αφουγκράζομαι την προσευχή των ανθρώπων. Όταν οι ίδιοι είναι παρόντες, δεν έχει η συγκεντρωμένη σκέψη τους την ίδια υφή. Το σώμα τους, τη βαραίνει. Από μόνη της, έχει χαμηλότερο ειδικό βάρος. Γίνεται ελαφρύτερη απ΄τον αέρα.
Όταν ο προσευχόμενος αποχωρεί, η ευχή του απογειώνεται.
Φωτογραφία του Λεωνίδα