Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

ο χρόνος στο μεταξύ μας



They always say time change things but after all you have to change things
Andy Warhol
Έφτασα ως εδώ έχοντας πληρώσει τους φόρους της ζωής. Κατέβαλα τα τέλη στην εκπαίδευση, στη μάθηση, στην τέχνη, στο επάγγελμα, στην καθημερινή ζωή.  Χόρτασα συναισθήματα, ανακάτεψα ορμόνες, ρούφηξα δάκρυα· μαγείρεψα εμμονές και γεύτηκα επιτυχίες· πόνταρα στην αυθεντικότητα αφήνοντας πίσω μεμψιμοιρίες ένα σωρό· πρόδωσα εύκολες αγάπες κι αγκάλιασα δύσκολες ψυχές· προκάλεσα καταστροφές χωρίς να προλάβω να τις σώσω· μέτρησα αμέτρητες σιωπές από πείσμα ή συστολή· παρακάλεσα για ανακωχή, λίγο πριν τη συντριβή· είδα την κρίση μου να καταρρακώνεται μπροστά στην απλή σοφία του λαού· ήπια με τους φίλους μου ρακές και μοιράστηκα βάσανα και ντέρτια· έγλυψα τις πληγές και γέλασα μέχρι δακρύων· χόρεψα πάνω στην άμμο και ξεγυμνώθηκα σε έρημες παραλίες· ισορρόπησα πάνω στο κύμα ενώ παραπάτησα κατεβαίνοντας σ’ απόκρημνες ακτές· κρατήθηκα από μια ανέλπιστη κουπαστή ενώ κλυδωνιζόμουν για μέρες ατέλειωτες· σε ασταθή ισορροπία, κατάφερα μερικές στιγμές αλήθειας· γέμισα γκρίζες τρίχες, που τώρα βάφω με ευλαβική επιμέλεια· έκρυψα τις ανασφάλειές μου - όσο καλύτερα μπορούσα κι απέκτησα σπουδαίες δεξιότητες αντιμετώπισης κρίσεων· με πολύ επιτυχία διαχειρίζομαι μια βροχερή μέρα, αναζητώ τη βαλίτσα μου που χάθηκε και ξεμπλέκω ένα ανακατεμένο κολιέ.

Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Αντίο μαμά

Λένε οι άνθρωποι, γιατί κάτι πρέπει να πουν: "Να ζήσεις, να τη θυμάσαι."
Οι αμήχανες ευχές στις κηδείες.
Καλύτερα να μέναμε σιωπηλοί. Να ήταν αυτή η κοινοτοπία μας. Αν λαχταράς να πεις κάτι -αλλά μόνο τότε- αγκάλιασε με.
Τα σώματα ξέρουν
Με αφορμή το χωρισμό, τα σώματα κατανοούν βαθύτερα.

Στους κανόνες υπάρχουν εξαιρέσεις. Και στις κοινοτοπίες επίσης.
Αν νιώθεις το "να ζήσεις, να τη θυμάσαι", γιατί καθώς προφέρεις το "να ζήσεις", το ποτίζεις με όσα ξέρεις από ζωή, αν το "να τη θυμάσαι" το γεμίζεις με εικόνες, τότε μεταγγίζεις την ευχή σ' αυτόν που την απευθύνεις.
Κάπως έτσι, μια σοφή φίλη, με προέτρεψε να σε θυμάμαι, όχι στα τελευταία σου όταν σπάνια ήσουν η μαμά που γνώρισα, μα να φέρνω στο μυαλό μου την πιο τρυφερή, την πιο ανάλαφρη θύμησή σου.

Και καθώς συμπληρώνονται ήδη 40 μέρες, ίσως αρκετές για μένα -και  ποιος ξέρει- ίσως και για σένα, να ποια είναι αυτή η ανάμνηση:
Φωτογραφία του Λεωνίδα
Κυριακή απόγευμα. Αύριο έχω σχολείο κι έχω μουτρώσει. Γυρνάμε από την καθιερωμένη αυτοκινητάδα. Ο μπαμπάς καπνίζει μέσα στ' αμάξι με τις χαλασμένες από την πρώτη μέρα αναρτήσεις. Δεν έχουν γίνει ακόμα ευρέως γνωστές οι συνέπειες του παθητικού καπνίσματος. Ανακατεύομαι από τον καπνό και τα τραντάγμτα. Στενοχωριέμαι κιόλας που αύριο θα ξυπνήσω πάνω στον πιο γλυκό μου ύπνο, να πάω ν΄ακούσω βαριεστημένους κι αυστηρούς δασκάλους.
Φάγαμε σε μια ταβέρνα. Παϊδάκια τα πιτσιρίκια, μπακαλιάρο σκορδαλιά ο μπαμπάς κι εσύ. Χρόνια μετά, αναρωτιέμαι γιατί σας άρεσε. Ήπιατε ρετσίνα. Μάλλον επειδή ήταν φτηνή. Δεν βρίσκω άλλο λόγο να την προτιμήσει κανείς.
Μόλις δυο ποτήρια φτάναν να σε ζαλίσουν. Τα μάγουλά σου κατακόκκινα. Να που γέρνεις το κεφάλι πίσω. Κλείνεις τα μπλε μάτια. Το μπλε της Αιγύπτου. Το χρώμα των παιδικών σου χρόνων. Από ένα κόσμο άγνωστο σε μας. Μόνο στα μάτια σου συναντούσαμε τον τόπο που πάντα θεωρούσες πατρίδα.
Δεν θυμάμαι τι ακριβώς φορούσες. Μάλλον εκείνο το πράσινο κοτλέ ταγιεράκι που το μπάλωνες και τα μεταποιούσες χρόνια. Πού να βρεις άλλο πράσινο να σου πηγαίνει τόσο. Είσαι όμορφη κι ευτυχισμένη. Ο μπαμπάς οδηγεί και σου ρίχνει λοξές ματιές. Σε καμαρώνει. Σας παρακολουθώ χωρίς να ξέρω ακόμα πως σας ανακαλύπτω. Δεν είστε μπαμπάς και μαμά αυτή την ώρα. Δυο ερωτευμένοι είστε κι εμείς του πίσω καθίσματος, μια παρένθεση της δικής σας κλωστής. Όπως κάθομαι πίσω του, τον αγκαλιάζω. Φιλάω την καράφλα του. Τον διεκδικώ βέβαια χωρίς να καταδέχομαι να το παραδεχτώ. Είναι ο μπαμπάς μου. Είναι δικός μου -τέρμα!
Γλυκαίνει μεν κι άλλο το πρόσωπο μα είναι δοσμένος αλλού.
Δηλαδή τζίφος;
Τζίφος!
Παρά την τρελή αδυναμία που μου έχει, είναι η στιγμή που το βλέμμα του κλειδώνει σ΄εσένα.
Ε, και λίγο στο δρόμο, μια και ζήσαμε να κάνουμε τη στιγμή ανάμνηση.

«Είμαι ελαφριά! Είμαι πούπουλο!» του δηλώνεις χαρούμενη και κουνάς τα χέρια λες κι είναι φτερούγες. Δοκιμάζεις ν’ απογειωθείς.

Σιγά! Στο κάθισμα του συνοδηγού παρέμεινες, αλλά σχεδόν τραγουδάς λέγοντας: «Είμαι πεταλουδίτσα! Κοίτα με! Πετάω! Πετάω!»
Δείχνεις τόσο πειστική. Τουλάχιστον εσύ είσαι σίγουρη πως τα κατάφερες. Στο μεθυσμένο σου μυαλό πετάς.
Πόσο σαχλαμάρα, σκέφτομαι. 

Κοίτα τώρα που εκείνη η σαχλαμάρα, τόσα χρόνια μετά, γίνεται ο τρόπος να σε θυμάμαι. 
Να είστε καλά σαχλαμάρες που επιτρέπετε να κλαδεύουμε τα περιττά, να ζωντανεύουμε τα χρώματα, στην ανάγκη να εφευρίσκουμε λεπτομέρειες, να στραβώνουμε εικόνες.

Να λοιπόν πώς το σκέφτομαι.
Όλο τον τελευταίο χρόνο που δεν μιλούσες πια, που ούτε καν με κοίταζες κι έμοιαζες να νιώθεις όλο και λιγότερο την παρουσία μου ακόμα κι όταν σε έκλεινα σφιχτά στην αγκαλιά, όλο αυτόν τον καιρό, έπλεκες το κουκούλι σου. Περίμενες, ετοιμαζόσουν.
Γινόσουν εκείνη η πεταλούδα που θα τα αλαφρύνει όλα, που δεν θ’ αφήσει πίσω της κανένα βάρος. Ένα χρόνο μεταμορφωνόσουν στην πιο ελαφριά σου ανάμνηση.
Στο μυαλό σου και στο δικό μου, τα κατάφερες.
Είσαι όμορφη μαμά. Πολύ όμορφη!

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Ζωή στα σύννεφα / Echoes in the Cloud



You set my desire

I trip through your wires

Desire, U2
 Ήμουν το ίδιο ευάλωτος όπως κι οι άλλοι. Τίποτα δεν με ξεχώριζε στην πραγματικότητα απ’όλους εκείνους τους αποπροσανατολισμένους που κρύβονταν πίσω από μια οθόνη. Είχα κι εγώ ανάγκη από βεβαιότητες. Κι ένοιωθα σαν τον La Bruyère με την απέραντη δυστυχία του να μην μπορεί να μείνει μόνος... Σταμάτησα να έχω φέισμπουκ από τότε που έπιασα τον εαυτό μου να ξυπνάω κάθε πρωί ή και μέσα στη νύχτα να αρπάζω το κινητό για να βλέπω πως πήγαν οι αναρτήσεις μου. Δεν άντεξα πάνω από ένα μήνα.

Το ίντερνετ ξεπετάχτηκε στα τέλη του προηγούμενου αιώνα σαν αγριόχορτο στις ρωγμές της παραδοσιακής συν-θλιμμένης από τόνους μπετόν και γυαλί κοινωνίας. Ξεκίνησε σαν μια υποκουλτούρα χωρίς όνομα με ελάχιστες προσδιοριστικές ταμπέλες, αλλά με χιλιάδες κοινούς ελκυστές που ενώνονταν μπροστά στα μάτια μας σαν ένα ψηφιακό DNA σχηματίζοντας την πολυπόθητη έλικα αυτογνωσίας. Επιστήμη, τέχνη, media και λόγος συνδυάστηκαν ασύγχρονα και συμπληρωματικά για να δημιουργήσουν έναν καθρέφτη της ίδιας της κοινωνίας, μια replica της πραγματικότητας. Με γνώμονες την ανάγκη ελεύθερης πρόσβασης στην πληροφορία και τη μελλοντολογία του κυβερνοπάνκ, την ηθική του hacking, τον ουμανισμό και την αισιοδοξία των ανθρώπων του δικτύου χάραξε ένα νέο σύνορο για τους πιστούς τού προς εξερεύνηση διαστήματος. Κάποιοι πίστεψαν στους κυβερνοποιητές μιας καινούργιας αναγέννησης που  με το βλέμμα στο μέλλον και τα ηνία της τεχνολογίας στο χέρι θα χαρτογραφούσαν τη χλωρίδα και την πανίδα ενός μεταλλασσόμενου εικονικού τοπίου. Το τοπίο όμως τσαλαπατήθηκε από την ελεύθερη αγορά της παγκόσμιας διασύνδεσης κι απέμεινε βορά στις αναλύσεις του social engineering και στην επέλαση του αδυσώπητου φιλελευθερισμού. Η ελευθερία της πληροφορίας ρουφήχτηκε από τους άρχοντες των μίντια και το ατέλειωτο ταξίδι που μας είχαν υποσχεθεί σκόνταψε πάνω στους brand builders. Τη σιωπή του κυβερνοδιαστήματος κάλυψε ο θόρυβος της επικοινωνίας. Το όραμα κατατμήθηκε σε κομματάκια εύκολης κατάποσης και τάισε τους πελάτες των ίντερνετ καφέ και των ψηφιακών αγορών. Αυτοί που πίστεψαν απογοητεύτηκαν και οι dreamers of the dreams αποσύρθηκαν. Οι πρωτοπόροι της οιονεί πραγματικότητας έγιναν οι έσχατοι του μεταμοντερνισμού. Και αυτή η ίδια η οικουμενικότητα κατέληξε ένας μύθος, αφού, 40 χρόνια μετά, μόνο το 40%* του πληθυσμού της γης έχει πρόσβαση στα δίκτυα, κάποιοι υπό αυστηρούς περιορισμούς. Κι έτσι ο κόσμος μας, ολοένα και περισσότερο, βυθίζεται σε μια περίοδο όπου, ενώ το ιεραρχημένο σύστημα έχει αρχίσει να καταργείται από την τεχνολογία και να μετατρέπεται σε αποκεντρωμένο, η βία μετασχηματίζεται από ωμά κατασταλτική σε δομική διαποτίζοντας ύπουλα τους όρους της ανθρώπινης ύπαρξης. Το δίκτυο δομώντας τις διαδραστικές κοινωνίες του παρέλειψε να χτίσει την ηθική του και να διαμορφώσει έγκαιρα την κουλτούρα του. Οι καινούργιες νόρμες και οι προσδοκίες του τσαλακώθηκαν από τη γενετικά προδιαγεγραμμένη τάση για επιβολή - των ισχυρών, και την ανάγκη για χειραγώγηση - των αδυνάτων. Το We, the Media και το Power-to-the-bloggers, προς στιγμή, μας χάρισαν μια ανάσα ελευθερίας. Αυτόματα σχεδόν, τα παραδοσιακά μέσα έσπειραν θύελλες ορθώνοντας τα τείχη του φανατισμού και της μισαλλοδοξίας.