Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Portogallo

Η Πορτογάλοι είναι ένας παρεξηγημένος λαός. Πολλοί τους θεωρούν λατίνους. Η αλήθεια είναι ότι είναι Ίβηρες, με κέλτικες, λατίνικες και αραβικές επιρροές. Κι τέχνη τους ακολούθησε τις επιρροές αυτές. Με την αποδοχή του Βατικανού πάντα. Δεινοί θαλασσοπόροι, κατάφεραν να γίνουν ηγετική αυτοκρατορία. Γίναν αποικιοκράτες χωρίς να έχουν το γονίδιο των Άγγλων. Σιγά-σιγά ξέπεσαν. Προσεταιρίστηκαν την Αγγλία για να αντιμετωπίσουν το αντίπαλο δέος, τους Ισπανούς. Κάποιοι ζουν και ονειρεύονται τις πάλαι ποτέ κατακτήσεις τους. Οι περισσότεροι είναι προσγειωμένοι. Παλεύουν με την κραταιά Ευρώπη πια, χωρίς να καταφέρνουν να αποβάλλουν το γεγονός ότι είναι λαός του νότου. Και ως λαός του νότου υπακούουν σε όποιον φωνάζει περισσότερο, σε όποιον διατάζει. Υιοθέτησαν τους ιησουίτες. Ανέχτηκαν 48 χρόνια δικτατορία. Στείλανε εκλεκτό στρατιωτικό σώμα να πολεμήσει στο πλευρό του φράνκο. Σήμερα, μακριά από την υπόλοιπη Ευρώπη με τα μυαλό στο παρελθόν και τα μάτια στον ωκεανό, επιβιώνουν ανέμελα. Κι όταν ζορίζονται ζωγραφίζουν. Και δεν σταματάνε να ζωγραφίζουν...Η Λισαβώνα τώρα παρά ποτέ είναι παντού ζωγραφισμένη. 

 Τα σοκκάκια είναι ζωγραφισμένα. 



Οι τοίχοι είναι ζωγραφισμένοι.
 Τα τρένα είναι ζωγραφισμένα. 
και όταν πάλι δεν τους αρκεί η ζωγραφική και τους πιάνει το αγέρι από τον του Ατλαντικό, τότε νοσταλγούν, κι όταν νοσταλγούν τραγουδάνε

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2015

Μπράβο! Άριστα!

 Γίνεται πολλή κουβέντα για την αριστεία τον τελευταίο καιρό. Συζητούν κάποιοι αποδεδειγμένα άριστοι, μερικοί άσχετοι (σαν και του λόγου μου) και κάποιοι απαστράπτοντες φελλοί. Οι  τελευταίοι φωνασκώντας ή τσιρίζοντας.  Να ξεκαθαρίσω πως συμφωνώ με την επιδίωξη της αριστείας. Όπως όλες όμως οι θετικές ιδέες φορτίζεται κι αυτή με την εκάστοτε ελαττωματικότητα των ανθρώπων που προσπαθούν να την εφαρμόσουν.
Στην εφαρμογή δε, συμμετέχουν πολλοί. Όχι μόνο ο νομοθέτης που σχεδιάζει τα όρια, αλλά εκπαιδευτικοί, γονείς, μαθητές, φοιτητές, η ακαδημαϊκή και ερευνητική κοινότητα.
Να παραθέσω εδώ ένα σχόλιο Ισπανού ξεναγού, που ζωγραφίζει την αριστολατρεία των Ελλήνων γονιών, η οποία συναγωνίζεται επιτυχώς την αρχαιολατρεία μας:
'Όλες οι Ελληνίδες που γνωρίζω, είναι μητέρες αρίστων. Μόνο μητέρες αρίστων. Δεν υπάρχουν παιδιά γονιών που επισκέπτονται την Ισπανία, που να μην τα διεκδικεί η NASA, το CERN, να μην θέτουν σοβαρή υποψηφιότητα για Νόμπελ, να μην είναι το καμάρι της γειτονιάς, της χώρας, της ηπείρου και εντέλει του πλανήτη."
Εντάξει, ο άνθρωπος υπερέβαλε λίγο, αλλά προφανώς αποτύπωσε τη γενικότερη εικόνα των Ελλήνων που προσπαθούν να προβληθούν μέσω των παιδιών τους. Με αυτό το δεδομένο, η εφαρμογή της Αριστείας γίνεται κάπως προβληματική. Κυρίως στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, όπου οι παρεμβάσεις των γονιών είναι εντονότερες.
Από την προσωπική μου πείρα, μπορώ να καταγράψω κάποιες σχετικές περιπτώσεις.
Παράδειγμα 1ο
Πριν χρόνια, παρακολουθούμε εισαγωγικό σεμινάριο σε κάποιον από αυτούς τους πολύ προχωρημένους παιδικούς σταθμούς. Έχουμε ήδη γράψει τον 4χρονο, τότε, γιο μας και η διευθύντρια ενημερώνει τους γονείς για το πρόγραμμα. Ένας από τους μπαμπάδες, φανερά περήφανος για το πιτσιρίκι και τα επιτεύγματά του, ρωτάει αν ο σταθμός προτίθεται να αξιολογήσει την απόδοση των νηπίων και να τα κατατάξει σε αντίστοιχες τάξεις, γιατί προφανώς το παιδί του είναι ένας αμούστακος Λεονάρντο Νταβίντσι (όχι το χελωνονιντζάκι). Φαντάζομαι κάποιοι μπορούν να νιώσουν ξεχωριστοί και για το υπερηχογράφημα του εμβρύου, ή όπως έλεγε η πεθερά μου: άλλος δεν έκανε παιδί, μόνο η Μαριώ το Γιάννη.
Η νηπιαγωγός του απάντησε κάπως έτσι:
«Αυτό είναι ένα σύστημα στο οποίο πειραματιστήκαμε πριν καιρό. Όσο και αν σε κάποιους φαίνεται αστείο, μια τέτοια αξιολόγηση μπορεί να γίνει. Δεν βασίζεται τόσο στην εξυπνάδα των παιδιών αλλά στη διαφοροποίηση του ρυθμού ωρίμανσης τους. Χωρίς λοιπόν να ενημερώσουμε τους γονείς, χωρίσαμε τα παιδιά σε τάξεις διαφορετικού βαθμού ωριμότητας. Η ιδέα ήταν να εστιαστούμε στην παροχή περισσότερων πληροφοριών στο πρώτο τμήμα όπου τα παιδιά μπορούσαν να μείνουν περισσότερη ώρα συγκεντρωμένα και να ενισχύσουμε  την κοινωνικότητα και τις δεξιότητες στο 2ο.  Με κάποιο τρόπο, η πληροφορία διέρρευσε. Και μάλιστα με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Κάποιοι γονείς επιβεβαίωσαν πως μεγαλώνουν μεγαλοφυϊες, ενώ κάποιοι άλλοι πείσθηκαν πως θεωρούσαμε τα παιδιά τους ηλίθια κι έγιναν έξαλλοι. Η είδηση μεταφέρθηκε στα παιδιά και το πρόγραμμα τινάχτηκε στον αέρα. Τα «έξυπνα» θεώρησαν πως δεν έχουν τίποτα να μάθουν γιατί τα ξέραν ήδη όλα, όπως επιβεβαιώνει κι ο Νιόνιος. Επιδόθηκαν λοιπόν σε κομπασμούς κατά των «ηλιθίων». Τα 2α ένιωσαν απόρριψη και αδικία και στράφηκαν κατά των πρώτων. Η ανάμειξη των γονιών χειροτέρεψε τα πράγματα. Τα πιτσιρίκια πλακώνονταν σε κάθε ευκαιρία, μετά έκλαιγαν κι έπρεπε να τα παρηγορούμε συνέχεια. Περήφανοι μπαμπάδες κι εξαγριωμένες μαμάδες τσακώνονταν με τους νηπιαγωγούς αλλά και μεταξύ τους. Αυτούς κανείς δεν μπορούσε να τους παρηγορήσει. Κυκλοφορούσαν φήμες για μέσα, χρηματισμούς και άλλα χαριτωμένα. Η παιδαγωγική διαδικασία πήγε περίπατο και δεν έχουμε σκοπό να την ξαναδοκιμάσουμε.»
Ο περήφανος πατέρας προέβαλε τις αντιρρήσεις του, αλλά ο Σταθμός είχε καεί στο χυλό και δεν το συζητούσε. Δεν θυμάμαι αν τελικά ο μεγαλοφυής πιτσιρίκος έγινε συμμαθητής του γιου μου ή απέσυραν την εγγραφή του από το οπισθοδρομικό αυτό σχολείο.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Άνοιξη, άνοιξε, γιατί δεν αντέχω



The air was thick like honey


Looking through the room


The room had open windows 


To let the springtime through 




Ανοίγεις το παράθυρο, σε πνίγει η γλυκύτητα, απότομα το ξανακλείνεις, σε πνίγουν οι σκέψεις, κι αυτό επαναλαμβάνεται πολλές φορές, μέχρι να ταϊστεί και να χορτάσει το θυμικό σου. Γυρίζω το κεφάλι και τη βλέπω σκεφτική-έτσι-λέω-εγώ-τώρα, μέχρι κι εσύ νομίζεις ότι αν μπορούσε να σκεφτεί θα αναρωτιόταν  τι θα μας ξημερώσει, αλλά αν είχε φωνή θα μας ρωτούσε, πώς να τα προλάβουμε κι αυτή τη φορά· να μυρίσουμε χορτάρια τρυφερά, να κρυφτούμε πίσω από πυκνές συστάδες θάμνων, να κυλιστούμε στους απαλούς αγρούς, να ρουφήξουμε απ’τα πέταλα τις δροσοσταλίδες μιας αυγής, να σκάψουμε το ξεραμένο χώμα μέχρι να αποκαλύψουμε τη δροσιά που κρύβει μέσα του, να τα ρημάξουμε όλα μέχρι να βρούμε αυτό που ίσως και να αναζητούσαμε-έχοντας ξεχάσει τι,
κι εκεί, σαν το βρούμε, να απλωθούμε, να ξεχαστούμε, να μείνουμε μέχρι να περάσει αυτή η αναπάντεχη εποχή, μέχρι να ξαναμπούμε στα κουκούλια μας, ένας γύρος όλος-κι-όλος, ένας κύκλος τριγύρω μας, ένας κύκλος-γύρος.
Αυτή η εποχή σε ξεθεώνει, σε τραντάζει συθέμελα, σε κάνει να τα θέλεις όλα, ξανά και πάντα από την αρχή, όπως τότε στις λείες θύμησες των παιδικών σου χρόνων, σου τάζει μέλι στ’ακροδάχτυλα, σου σφραγίζει με γύρη τα χείλη, σε γεμίζει με ηδονές λεμονανθών, κόκκινης φράουλας και καψαλισμένης καραμέλας. Και σαν ξεφύγεις, σταματάς σε κάθε νεραντζιά της πόλης ρουφώντας το άρωμά της, κοιτάς τον ουρανό, σκοντάφτοντας στα ρείθρα του δρόμου, σου ξεφεύγουν ματιές στα παλίμψηστα στενά κι ανακαλύπτεις στις γωνιές τα ξέφτια του χειμώνα, και αναβλύζει μέσα σου η επιθυμία να τα μπαλώσεις όλα αυτά πριν προχωρήσεις στη καθυστερημένη-πια-διεκπεραίωση των τετριμμένων. Και να’σαι πάλι πίσω από το παράθυρο, με τις εικόνες στο τζάμι κολλημένες-είναι αυτές ή είσαι εσύ; Είναι η έφηβη που σε απορρίπτει ή η ενήλικη που σε ζυγιάζει; Είναι η νιότη σου που σε προκαλεί; Οι θάλασσες που περιμένουν να σε αγκαλιάσουν, οι αέρηδες να σε ξελογιάσουν, η άνοιξη που σε εκλιπαρεί, κι εσύ εκεί, κολλημένη στο τοίχο, να κοιτάς το παράθυρο που δεν λέει να ανοίξει.