Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Oι ταξιδιάρικες μπουγάδες (καρτ ποστάλ)


"Lined Out", Dreama's Daily

Καλέ μου Τσαλαπετεινέ,

Σκεφτόμουν να σε ρωτήσω κάτι.
Τις προάλλες, διέσχιζα τα σκιερά δρομάκια του συγκροτήματος των εργατικών πολυκατοικιών. Έκοβα δρόμο και μάζευα δροσιά για το σπίτι. Μυρίζει αλλιώτικα εδώ. Απλωμένα ρούχα, φρεσκάδα, νοιάξιμο, μαλακτικό. Εδώ οι μπουγάδες δεν κρύβονται σε εσωτερικά μπαλκόνια. Δεν προβληματίζονται με την προσβολή της αισθητικής ενός βρακιού εκτεθειμένου σε κοινή θέα. Δεν ντρέπονται ούτε για τα χρώματα ή τ’ αρώματα ούτε για τα μπαλώματα. Δεν είναι καν προκλητικές.  Είναι αυτές που είναι. Μια χρηστική παράδοση. 
Βλέπεις, στα σπίτια που πιστέψανε πως ανήκανε στη μεσαία τάξη, που λέγαμε κάποτε, τα ρούχα αποτραβήχτηκαν απ' τα μάτια του κόσμου. Μαζί τους εξαφανίστηκε και το άρωμα του φρεσκοπλυμένου. Η πολιτική ορθότης επέβαλε να μην εκθέτουμε τα εσώρουχα, τις οσμές, τα σώψυχα, τις σκέψεις μας δημοσίως. Πολλοί σταμάτησαν και να σκέφτονται. Ανέθεσαν τους λογισμούς τους στα δελτία των ειδήσεων και τις δουλειές του σπιτιού σε κυρίες των ανατολικών χωρών. Ταυτόχρονα οι μπουγάδες τους γίνανε άοσμες κι αόρατες.

"My Venice Laundry",  Terry J Lev

Κι ας είναι κοινό το τοπίο σ' όλα τα ευλογημένα μέρη της Μεσογείου. Πινελιές για ζωγράφους, φορεσιές ταξιδιάρικες, ατίθασες, να χτυπιούνται στα σχοινιά να λευτερωθούν, να τις καταλαμβάνουν λες τα στοιχειά του ανέμου.
Ίδια η αίσθηση και στα καντούνια του νησιού. Η αστική ηθική, αγκαλιά με την πολιτική ορθότητα μένουν πίσω στην πόλη να συντηρούνται απ' το αυτόματο πότισμα. Το δημόσιο άπλωμα απενοχοποιείται. Σαν το ξεγύμνωμα στην παραλία και το λιώσιμο του έρωτα. Τα φρεσκοπλυμένα λιάζονται και μπερδεύονται στον αέρα. Συχνά, τα μανταλάκια δεν επαρκούν. Οι πετσέτες ή θα τυλιχτούν -ασφυκτικά χταπόδια- στο σκοινί, ή θα ταξιδέψουν στο διπλανό σπίτι-χωριό-ξεροχώραφο-νησί, ανάλογα με το κέφι ή τη ζοχάδα του μελτεμιού. Τα μαγικά χαλιά του ανέμου και του καλοκαιριού. Τα οσφραίνεσαι και ταξιδεύεις μαζί τους. Πλανάρεις σ' ένα σεντόνι που δεν πρόλαβε να στεγνώσει. Οι βρεγμένες άκρες του, έχουν βαρύ χέρι. Κρατιέσαι απ' τα κεντήματα μιας νωπής και φουσκωτής μαξιλαροθήκης. Νομίζει κι αυτή πως σαλπάρει. Πως είναι λέει ταχύπλοο, παρασυρμένο ανεμούριο, παιδικό μπαλόνι-δραπέτης.

Και να λοιπόν, τι θέλω να σε ρωτήσω:
Εσύ, που ως πτηνό, φτερουγίζεις πότε εδώ και πότε εκεί κι έχεις τη δυνατότητα να τα βλέπεις όλα από θέση προνομιακή, θα ‘θελα να μου πεις, πώς σου φαίνονται όλα τούτα τ’ απλωμένα στα σκοινιά; Σου τραβούν την προσοχή; Φτάνει η ανθρωπίλα τους ως τον ουρανό;
(Δεν φαντάζομαι να κουτσουλάς τα μαγικά χαλιά, ε;)



Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2014

Δράσεις δροσιάς

(φωτό Elena Gogou)
Η Μάνια Μαράτου κάνει μια εκπληκτικά υποβλητική ανάγνωση της Ιλιάδας 
μαζεύοντας αρκετούς θαμώνες κάθε βράδυ, για 12 συνεχόμενα βράδια, στα σκαλάκια της Ερεσσού στα Εξάρχεια. Με καρέκλες από την κατάληψη στο Βοξ. Με χάπενινγκ γειτονιάς. Με κρασάκι και σπιτικά μεζεδάκια για όσους ξεμένουν. Με κεριά κάτω από το πανό που κρέμεται από το φανοστάτη. Εκεί ακριβώς που τις υπόλοιπες νύχτες γίνεται το dealing.


Ο εξαίρετος βιβλιοθηκάριος ξιφουλκεί υπερασπιζόμενος το αυτονόητο, το δημόσιο χαρακτήρα της Εθνικής Βιβλιοθήκης, λογχίζοντας με τις αναρτήσεις του τους ιδιώτες που έχουν βαλθεί να (δια)σώσουν τον εθνικά ύψιστο φορέα γνώσης, ιστορίας και παράδοσης.

Στο Γύθειο, στον πυρήνα του πολιτικού συντηρητισμού, στο νομό που παραδοσιακά κρατεί το μεγαλύτερο εκλογικό ποσοστό δεξιών και ακροδεξιών δυνάμεων, δίπλα στην προς εκποίηση, αξιοποίηση και εντέλει κακοποίηση της παραλία του Σίμου στην Ελαφόνησο, εκεί, επιλέγει η νεολαία του Σύριζα να διοργανώσει την καλοκαιρινή της κατασκήνωση, διεκδικώντας τις παραλίες, τα καλοκαίρια και τη ζωή του κοντινού μέλλοντός της.

Στο Μαρούσι, αριστερές συλλογικότητες και ομάδες antifa οργανώνουν πορεία, ζητώντας να κλείσουν τα γραφεία που μουλωχτά μια βδομάδα πριν άνοιξε η χρισηαβγή

Κι εσύ τώρα, ξωμένοντας πίσω, προσπαθείς να μαζέψεις τις σταγόνες από τον αγώνα τους, επαπειλούμενες δροσοσταλίδες μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, να διώξεις το ζόφο των θανάτων τριγύρω σου, να ελαφρύνεις την αλυσίδα που σε βαραίνει και σέρνεσαι καθημερινά, να πάρεις ανάσα και δύναμη για να συνεχίσεις, μηρυκάζοντας μια παλιά σοφή συμβουλή:

Κοίτα το θεριό στα μάτια και χτύπα το μες στην καρδιά



Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Άριστα

Το ελληνικό καλοκαίρι είναι ήπιο φέτος . Μιλάω για τον καιρό μόνο. Ίσως και να 'ναι η μόνη απ΄τις ευχές μου που εισακούσθηκαν. Να μην βράσετε κι από τη ζέστη, εσείς τα δοκιμαζόμενα παιδιά των εξετάσεων.
Τα άλλα, χάλια καλέ μου. Ο κόσμος ματώνει, δολοφονείται, βομβαρδίζεται και όσοι παίζουν με τις ανθρώπινες ζωές, μας πετούν αυταπάτες και ψίχουλα να 'χουμε να τσιμπάμε και ν' αντιδικούμε. Επιτρέποντας μόνο, να δούμε μια μικρή γωνιά της πραγματικότητας, μέσα από χίλιους μύριους καθρέφτες.Δικούς μας, δικούς τους, παραμορφωτικούς όμως πάντα. Δεν ξέρω την αλήθεια. Γελάω μ' αυτούς που νομίζουν πως τη γνωρίζουν. Για να μην κλάψω, μην νομίζεις. Τους καταλαβαίνω όλους αυτούς τους ερμηνευτές της πραγματικότητας. Ασφυκτιούν. Θέλουν να ανασάνουν καθαρότητα. Οπότε την εφευρίσκουν. Το κάνω κι εγώ συχνά-πυκνά, μην νομίζεις. Αυτόματη αντίδραση. Σου διηγούνται ένα γεγονός και σπεύδεις να πάρεις θέση. Λάθος συνήθως. Εντάξει, δεν πειράζει, Αρκεί να είσαι μια σταλιά γενναίος, μια στάλα ανοιχτόκαρδος πρώτα, κι ανοιχτόμυαλος μετά και να ξανακοιτάς το θέμα. Όταν λίγο ξεκαθαρίσει. Κι αν υπάρχει καιρός.
Είναι τόσο πηχτό  αυτό το καλοκαίρι καλέ μου, που μόνο σε όνειρο μπορείς να το δεις. Κι ας έχουν τόσο υποτιμηθεί τα όνειρα.
Μα όσο πόνο κι αν υποφέρει ο μεγάλος κόσμος, εδώ, ο μικρός, ο δικός μας, ακούγεται δυνατότερα. Κάνει τα ουρλιαχτά και τις εκρήξεις παράσιτα. Θα το πούνε εγωιστικό. Ας το πούνε όπως θέλουν. Λες και δεν είναι ο εγωισμός ο πρώτος κι ο τελευταίος μας σύντροφος. Για μας τουλάχιστον, τους κοινούς ανθρώπους.
Εγωισμός λοιπόν. Γι αυτό και είναι ο δικός σου πόνος που με έχει παραλύσει. Απ όλη την απελπισία του πλανήτη, με σένα γεμίζει το μυαλό μου. Είναι κι οι μαμάδες σαν τους ερωτευμένους βλέπεις. Μονόχνωτες, ακοινώνητες. Κι ας ξέρω πως ο πόνος αυτός, δεν αξίζει τη στενοχώρια σου. Σημασία δεν έχει η δική μου γνώση, μα το τι ξέρεις εσύ. Κι είσαι τόσο νέος. Σου είναι δύσκολο να προεκτείνεις το χρόνο. Ο δικός σου χρόνος είναι το σήμερα, ο άλλος μήνας, άντε ο επόμενος χρόνος. Θυμάμαι -μην νομίζεις- πόσο μακρινά μου φαίνονταν τα τριάντα, όταν ήμουν δεκαοχτώ. Πού να σου λέω, πόσο μακρινότερα μου φαίνονται τώρα.

Να 'ξερες καλέ μου, πόσο με πόνεσε να σε παρακολουθώ, μερικές θέσεις πιο πίσω, να κοιτάς και να ξανακοιτάς τους βαθμούς σου. Τα παλιονούμερα γαμώτο. Κι όσο τους κοιτάς να κυρτώνεις, να χαμηλώνεις, ν’ απομακρύνεις τα μαλλιά που πέφτανε στα μάτια και σε μπερδεύανε. Να τα τραβάς, χωρίς να το ξέρεις. Να θες να τα ξεκολλήσεις. Κι έπειτα, ν' αναζητάς το βλέμμα μου. Όλο απογοήτευση. Πόσο με βούλιαξες να σε ακούω να παραμιλάς: "μα ούτε ένα άριστα;"

Τρομακτική σκοτεινιά.  Γιατί δεν ήξερα πώς θα τη χειριστείς. Κι ας είναι οι βαθμοί ένα ξεθυμασμένο ανέκδοτο. Όποια κι αν είναι η αιτία, η σκοτεινιά είναι παρούσα. Και πρέπει να βρω λόγια που ν' ακούσεις. Να μην είναι κενά, να μην είναι κλισέ, να σημαδέψουν την καρδιά σου με βάλσαμο. 

Άκουσε καλέ μου.
Όταν λέω πως είμαι περήφανη για σένα, το εννοώ.
Γιατί, μόλις πέταξες το χαρτί, στράφηκες στο φίλο σου που έκλαιγε να τον παρηγορήσεις. Γιατί αγκάλιασες και χάρηκες -ή κι ακόμα πιο γενναίο αυτό, έδειξες χαρά στη φίλη σου που αρίστευσε και την άφησες να σε σφίξει στην αγκαλιά της, εσύ που δεν μας αφήνεις να σ’ αγγίξουμε. 
Είμαι περήφανη, γιατί δεν άλλαξες τους στόχους σου. Δεν ταπείνωσες τα θέλω σου. Γιατί, σερνάμενος, πληγωμένος, κατάστρωσες τα σχέδια σου, από δω και πέρα. Είμαι περήφανη καλέ μου, γιατί σηκώθηκες. Γιατί σε ξανάκουσα να γελάς. 
Κι αν δεν είναι αυτό άριστα, τότε τι είναι;

Μα κι αν ακόμα, δεν τα κατάφερνες όλα αυτά, να ξέρεις πως λόγους να ήμουν περήφανη, θα εύρισκα. Στην ανάγκη θα εφεύρισκα έναν, δύο, τρεις -όσους χρειαζόσουν.  Τι στο καλό. Εδώ οι άλλοι εφευρίσκουν την απόλυτη αλήθεια. Και την πιστεύουν κι οι ίδιοι. Θα μαγείρευα κι εγώ λίγη φρέσκια αγάπη, λίγο καμάρι, λίγη περηφάνεια ακόμα.
Άλλωστε, τι άλλο είμαστε οι μαμάδες, αν όχι μαγείρισσες κι εφευρέτες κουράγιου; 

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

ρέκβιεμ για έναν γαλιδέα

ήταν που η μητέρα του το είχε παραμελήσει για χάρη των υπολοίπων ήταν που από την αρχή δήλωσε ανεξάρτητη φύση ξέκοψε για τα καλά παραμένοντας ωστόσο στην πρώτη γραμμή των γεγονότων-μην τυχόν και χάσει τα νέα της γειτονιάς-κι έτσι ζούσε στην άκρη της μάντρας αγναντεύοντας δεξιά κι αριστερά τους περαστικούς που και που έριχνε καμιά επιμελώς αδιάφορη ματιά στη μάνα με τα νιάνιαρα προστατευμένα στην αγκαλιά της άφαντος ο πατέρας περνούσε πάραυτα κάθε τόσο μήπως και από παραδρομή ανακάλυπτε καμιά παραπεταμένη μπαλίτσα από ψωμοτύρι που θα’χε ξεφύγει από την προσοχή των υπολοίπων έτσι καθισμένο ολημερίς νιαούριζε στη θέα των περαστικών και των ενοίκων του σπιτιού αναζητώντας άλλες συμμαχίες κι όταν άρχιζε η μουρμούρα δύσκολα σταματούσε μέχρι να του δοθεί η δέουσα σημασία κι αν προς στιγμή γύριζες το κεφάλι και το εντόπιζες με το βλέμμα άρχιζε η μικρή παράσταση: μπαινόβγαινε ανάμεσα από τα κάγκελα επιτρέποντας να του χαϊδέψουν τη ράχη αναποδογύριζε και ξάπλωνε στο στηθαίο αποζητώντας τη μητρική γλωσσίτσα έπαιρνε φόρα κι έφτανε μέχρι το χείλος από το πεζούλι σταματώντας ξαφνικά πριν προλάβεις να λαχταρίσεις χίλιους δυο τρόπους σκαρφιζόταν για να πλασαριστεί ανάμεσά μας του άπλωνες το χέρι ξάπλωνε και γουργούριζε στη χούφτα σου όσο μπόι του έλειπε τόσο θάρρος συσσώρευε κι όσο λαχταρούσε τη μητρική αγκαλιά άλλο τόσο φρόντιζε να τονίσει την ανεξαρτησία του μέρα με τη μέρα χόρταινε με αυτοπεποίθηση αντί με της μάνας του το γάλα και σιγά-σιγά άρχιζε να διασχίζει το δρόμο στην αρχή σαν παιχνίδι μετά αναζητώντας την παραπάνω γνώση να δει τον κόσμο από την απέναντι μάντρα
μα ήταν που ήταν κατάμαυρο ήταν που’ταν μια σταλίτσα δύσκολο να το ξεχωρίσεις με το σιδερένιο άρμα σου μες στο σούρουπο
στενάχωρος ο κόσμος τούτος για τις όμορφες ψυχές


*Γαλιδεύς*· ό τής γαλής σκύμνος. Κρατίνος "Ωραις.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

τοίχο-τοίχο

Περπατάει τοίχο-τοίχο. Στις απέλπιδες σκιές. Κάθε τόσο σταματά και αφουγκράζεται. Βαριανασαίνει. Εισπνοή, εκπνοή, που και που ξεφεύγει ένας μικρός στεναγμός. Το ρυθμό ακολουθούν οι σκέψεις. Όσες ξεφεύγουν πέφτουν στο καυτό τσιμέντο κι εξατμίζονται. Όσες μένουν γυρνάνε πίσω κάνοντας αντήχηση. Ανάμεσα στις ρόδες των αυτοκινήτων στριμώχνονται πεσμένα τα νεράντζια. Ποδοπατημένες καρδιές.

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2014

Δεν περνάς, περνάς!

Τη μακρινή δεκαετία του '80, τέσσερις μέρες μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των 'πανελληνίων εξετάσεων' ένας φίλος από την παρέα οργάνωσε ένα μεγάλο πάρτυ. Ήταν ο μόνος που δεν είχε περάσει σε κάποιο από τα ιδρύματα των μετέπειτα φοιτητικών μας χρόνων. Για όλους μας ήταν μια αξέχαστη βραδιά. Η ευτυχία έρεε ανάμεσά μας πολλαπλασιάζοντας τα φιλιά, τις ευχές και τα συγχαρητήρια. Ήταν η αρχή της ενηλικίωσής μας. Το ξεκίνημα της νέας μας ζωής. Και το γιορτάζαμε αχόρταγα, ανέμελα και ανεξίτηλα.

Σήμερα, τη μέρα που βγήκαν οι βαθμοί των πανελληνίων εξετάσεων, που μάλλον αφορούν τα παιδιά της γενιάς εκείνης, χρόνια μετά το βράδυ εκείνο σκέφτομαι όλους αυτούς τους παλιούς μου φίλους και γνωστούς - πολλοί από αυτούς είναι πλέον και δημόσια και αναγνωρίσιμα πρόσωπα, τις διαδρομές μας, τις μετέπειτα κατακτήσεις μας, τα κέρδη και τις χασούρες μας, και αναρωτιέμαι όλη μέρα αν τις στιγμές της τότε ευφορίας μας γνωρίζαμε τι είναι επιτυχία. Και μετά, σκαλίζοντας τα κατάστιχά μου, βρίσκω (και μεταφράζω) το τσιτάτο του Ralph Waldo Emerson, που συμπυκνώνει έξοχα όλες αυτές τις ανάκατες σκέψεις της ημέρας μου:

Να γελάς συχνά και πολύ · να κερδίζεις το σεβασμό των ευφυών ανθρώπων και την αγάπη των παιδιών · να κερδίζεις την εκτίμηση των έντιμων επικριτών και να υπομένεις την προδοσία των ψεύτικων φίλων· να εκτιμάς την ομορφιά, και να βρίσκεις το καλό στους άλλους · να αφήσεις τον κόσμο λίγο καλύτερο, είτε με ένα υγιές παιδί, είτε με ένα μπάλωμα στον κήπο ή με μια αναγνωρίσιμη κοινωνική κατάσταση · να ξέρεις ότι τουλάχιστον ένα πλάσμα ανέπνευσε ευκολότερα μόνο και μόνο επειδή εσύ υπήρξες. Αυτό σημαίνει ότι τα κατάφερες”.