Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Αντιγόνη



Όλοι στις θέσεις τους. καστος φ’ τχθη. Ένα δωρικό σκηνικό. Τρεις πόρτες. Της Αρετής, της Κακίας και της Επιλογής. Η παράσταση ρέει συγκρουσιακά και οι πόρτες χτυπούν δυνατά. Οι ηθοποιοί συγκλονισμένοι από το ρόλο τους θα μπαίνουν και θα βγαίνουν μέσα από αυτές ή θα στέκονται, αγέρωχα ανδρείκελα, μπροστά τους. Η παράσταση εστιασμένη στην αντιπαράθεση των ανθρώπων, και όχι στο αλισβερίσι με τους θεούς. Το κείμενο του αμφίσημου Ανούιγ και όχι του Σοφοκλή. Τα ανθρώπινα αποδίδονται στ´ανθρώπινα. Η διανομή ριζοσπαστική. Οι μείζονες ρόλοι θα προκαλέσουν τη μοίρα τους και θα αντιμετωπίσουν δυνάμεις που τους υπερβαίνουν. Οι βοηθητικοί ρόλοι είναι όσοι δεν καταλαβαίνουν πως ενεπλάκησαν στο μύθο ή στο κείμενο. Οι μείζονες ρόλοι είναι αυτοί που δεν θέλουν να καταλάβουν.

Αντιγόνη: Να καταλάβω…συνεχώς να καταλάβω…εγώ δεν θέλω να καταλάβω. Θα καταλάβω όταν θα γεράσω. Αν γεράσω…όχι τώρα
Η ζωή των πρώτων έχει καθοριστεί από το κείμενο, από την ιστορία, από τη στιγμή που γεννήθηκαν εκεί που γεννήθηκαν. Η ζωή των δεύτερων παραμένει από την αρχή μέχρι το τέλος άνευ ουσιαστικής σημασίας· φροντίζουν την οικογένειά τους, τα πίνουν με τους φίλους τους, παίζουν χαρτιά στο καφενείο· είναι ικανοποιημένοι από τους εαυτούς τους, την εξουσία και τη δικαιοσύνη. Από την άλλη, η Αντιγόνη έπρεπε να κάνει αυτό που είχε να κάνει αμφισβητώντας την εξουσία. Υπερασπίζεται την παιδιάστικη αφέλεια λοιδορώντας τη φρονιμάδα των μεγάλων. Και ο Κρέοντας από τη στιγμή που παράτησε τις εγκόσμιες απολαύσεις και αποδέχτηκε το ρόλο του ηγεμόνα δεν έχει πλέον άλλη επιλογή.
Κρέων: Ακουσέ με καλά! Εγώ έχω το ρόλο του κακού και εσύ του καλού. Και το ξέρεις.

Οι θεοί απόντες. Μια τραγωδία χωρίς θεούς; Οι άνθρωποι μόνο μπορούν να δώσουν λύση. Η βούληση είναι ανθρώπινη και μόνο. Κι η λύση το ίδιο αναπόφευκτη.

Κρέων: Τότε, γιατί το κάνεις αυτό; Για τους άλλους, γι’αυτούς που πιστεύουν; Για να τους ξεσηκώσεις εναντίον μου;
Αντιγόνη: Όχι.
Κρέων: Ούτε για τους άλλους, ούτε για τον αδερφό σου. Για ποιον λοιπόν;
Αντιγόνη: Για κανέναν. Για μένα.

Ο Ανούιγ δεν είναι Ζιρωντού, ούτε Κλωντέλ, ούτε φυσικά Καμύ. Παρόλα αυτά είναι κυρίαρχος του κειμένου του. Δεν καταφεύγει σε συνειδησιακές μανιέρες. Δεν αφήνεται να τον παρασύρουν ηθικοί κλυδωνισμοί. Βυθίζεται με πάθος μέσα στην ψυχογραφία των ηρώων του που ταλανίζονται από τους ίδιους τους εαυτούς τους. Τους δίνει τις επιλογές, τους θέτει πειρασμούς, τους προσφέρει λύσεις, ανέφικτες, τους κατεβάζει στα ανθρώπινα, μόνο που τα ανθρώπινα δεν τους αρκούν. Όπως και ο Οιδίποδας, έτσι κι η Αντιγόνη πρέπει να συγκρουστεί με τη μοίρα της.


Η Αντιγόνη του Ανούιγ ήταν επίκαιρη όταν πρωτοπαίχτηκε μέσα στο ζόφο της γερμανικής κατοχής και την αντίσταση του γαλλικού λαού. Η Αντιγόνη του Ανούιγ σήμερα παραμένει επίκαιρη, αν όχι για κάτι παρόμοιο, για την ανεξίτηλη ανάγκη αντίστασης στην ισοπεδωτική αλλοτρίωση του προσωπικού συμβιβασμού.
Αντιγόνη: Εγώ τα θέλω όλα εδώ και τώρα! Ολόκληρα αλλιώς αρνιέμαι! Δεν θέλω να είμαι σεμνή, εγώ, και να με ένα μικρό κομμάτι αν θα είμαι φρόνιμη. Θέλω να είναι όλα όμορφα όπως όταν ήμουν μικρή-αλλιώς θα πεθάνω!
----------------
Η Αντιγόνη του Jean Anouilh, ανήκει κατά τον ίδιο το συγγραφέα στα «μαύρα» έργα, γράφτηκε το 1941-42 και παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1944, σε σκηνοθεσία του André Barsacq. Στην Αθήνα παίχτηκε 26 & 27 Απριλίου στο ΜΜΑ από τη Comédie Française.
Οι φωτογραφίες από εδώ:

Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Το όνειρο της γάτας

Aπό: Puvo cartoons http://www.toonpool.com/
Οι άνθρωποι σ’ αυτό το σπίτι είναι γενικά νευρικοί. Ακόμα και τα παιδιά. Αλήθεια σας λέω. Αντί να περιμένουν την ώρα του χαδιού, μου την πέφτουν μόλις μπανιαριστώ κι αφού έχω ξοδέψει αμέτρητες γλωσσιές στην πυκνή μου γούνα. Με βουτάνε τις πιο ακατάλληλες στιγμές και με ζουλάνε χωρίς έλεος, χωρίς να ρωτήσουν, χωρίς να πτοηθούν απ' το μουτρωμένο ύφος μου. Τόσο δύσκολο είναι να καταλάβετε μια γάτα; Μετά θέλετε να καταλάβετε τους άλλους ανθρώπους. Άσχετοι, σας λέω. Τους χρειάζεται ηρεμία, διαλογισμός ή απλώς παρατηρητικότητα.
Είμαι μεγαλόκαρδη όμως και τους συγχωρώ κι ας μην δείχνουν την ίδια ανοχή στις δικές μου ανάγκες για δαγκωνιές και μικροκαταστροφές.
Όχι, σοβαρά τώρα. Ακούστε τι έγινε τις προάλλες για να εκτιμήσετε την ανωτερότητά μου. Κούρνιασε η μαμά του σπιτιού στον καναπέ. Της αρέσει να κουλουριάζεται απέναντι στη σβηστή τηλεόραση και κοιτάζοντας την οθόνη να γλαρώνει (το ίδιο κάνει κι όταν η τηλεόραση παίζει, οπότε δεν την κατηγορώ που πάτησε το off).
Όταν κάποιος κοιμάται, πάω κι εγώ πάνω του. Γουργουρίζω στην ποδιά του, στριφογυρνάω, ζυμώνω λίγο την περιοχή και ρίχνω έναν ύπνο με ησυχία. Έτσι νόμιζα δηλαδή. Γιατί μόλις αποκοιμήθηκα, άρχισα να βλέπω αυτό που ονειρευόταν κι εκείνη. Το παθαίνουν αυτό τα πλάσματα που εμπιστεύονται το ένα το άλλο.
Έβλεπε λέει, ότι πεθύμησε λουλούδια. Άρχισε να ρουθουνίζει τον αέρα. Μυρωδιές από γαρδένιες, τριαντάφυλλα, φρέζες, αγιόκλημα και πασχαλιές στροβιλίστηκαν, κρύφτηκαν, γαργάλησαν τη μύτη της παιχνιδιάρικα και σταδιακά άρχισαν να καλύπτουν το χώρο. Να κάθονται στην υφέρπουσα τηγανίλα, να πασπαλίζουν την ξεχασμένη σκόνη, ν’ αστράφτουν στις γωνιές των επίπλων, να κρύβονται και να κυνηγιούνται στο σαλόνι σαν έξαλλα πιτσιρίκια. Η μαμά χαμογέλασε, οπότε χαμογέλασα κι εγώ. Αυτό σας εξηγώ. Εγώ, σέβομαι τις διαθέσεις τους!
Αν προσέξετε, θα διακρίνετε και τα χείλη μου ν’ ανασηκώνονται και να διαγράφεται ο ένας γατόδοντας (οι άσχετοι, τον λένε κυνόδοντα). Κι εκεί που περιμένω να σκάσουν μύτη πουλάκια, να τα δω και να τα τσακώσω –στα όνειρα τα πετυχαίνω πάντα- ακούγεται ο αγριεμένος θόρυβος τέρατος.

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Και πίστεψα στη μέρα



Σήμερα το πρωί στο γραφείο βρήκα ένα ετεροχρονισμένο πασχαλινό δώρο, ένα objet dart με ένα μήνυμα αναγνώρισης, πασπαλισμένο με μπόλικη αγάπη και απόδειξη φιλίας. Και αφού το απέσπασα από τη μουντή μελαμίνη του γραφείου και το φωτογράφησα σε πιο αισιόδοξο φόντο, αφουγκράστηκα τη στιγμή, ξετρύπωσα την ανάμνηση,  χάιδεψα τις λέξεις και διάβασα:


Ένα από τα πράγματα που ο θείος Άλεξ έβρισκε μεμπτό για τα ανθρώπινα όντα ήταν πόσο σπάνια παρατηρούν ότι είναι ευτυχισμένοι. Ο ίδιος έβαζε τα δυνατά του ώστε να αναγνωρίζει κάθε γλυκιά στιγμή. Θα μπορούσαμε να πίνουμε λεμονάδα στη σκιά μιας μηλιάς μες στο κατακαλόκαιρο, και ο θείος Άλεξ να διακόψει τη συνομιλία και να πει, " Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι; "(*)



 (*) από την παρουσίαση του βιβλίου του Kurt Vonnegut “If this isn’t nice, what is?” στο λατρεμένο brainpickings.org

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Το κορίτσι με το ποδήλατο


Πάσχα στο χωριό. Πάσχα με τον παραδοσιακό τρόπο ή σχεδόν. Με τα σπίτια των Αθηναίων να ανοίγουν και τα λινά να αερίζονται, με το συνωστισμό στην εκκλησία, με το βουητό της παραλίας, με τα μπιτ στα μπαρ και τις λογοδιάρροιες στα καφενεία, με  τις πασχαλινές μυρωδιές εδεσμάτων, ανθών και πρασινάδας. Το κορίτσι με το ποδήλατο πέρασε δίπλα μου καθώς περπατούσα στο δρόμο και όχι στην προβλήτα του λιμανιού, γλυτώνοντας  προς στιγμή την πολυκοσμία και τις χαιρετούρες. Το κορίτσι δεν είναι πλέον κορίτσι βέβαια, αλλά θα το  δεχτούμε αυτό, για χάρη της αφήγησης (και της αφηγήτριας).  

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Από κόσμο σε κόσμο

Υπερήρωας φωτογραφημένος απ' το Λεωνίδα
Βγαίνω στο δρόμο για τη μαμά. Χειροτέρεψε πολύ αυτές τις μέρες. Δυσκολεύομαι να την ταΐσω. Εκείνη, μόνο με κοιτάζει. Το φοβάμαι λίγο το βλέμμα της άλλης όχθης, το βλέμμα των άστεγων, των ζητιάνων, των αδέσποτων, των πλασμάτων του πλανήτη της απόγνωσης. Μ' αγριεύουν τα μάτια των πρώην γήινων που με αναζητούν.
Θέλω να παραμείνω στα οικεία, αλλά δεν είμαι και σίγουρη.  Εμείς, λέει (βρείτε το υποκείμενο του ρήματος), είμαστε οι κάτοικοι του πραγματικού κόσμου. (Του ποιου;)
Για κάποιους, η πραγματικότητα ταυτίζεται με τον κόσμο των αγορών, του ρεαλισμού και της ελεύθερης οικονομίας. 
Για άλλους πάλι, είναι απλώς άνοιξη. Τουλάχιστον, μέχρι ν’ αλλάξει ο καιρός. 
Περιπλανιέμαι ανάμεσα στον κόσμο της μαμάς, του ρεαλισμού και των ανθισμένων αυλών, εκτελώντας αιφνιδιαστικές επισκέψεις. Τις καταδύσεις των ερωτοχτυπημένων, τις έχω αφήσει κάτι χρόνια πίσω, αλλά τα σπλατς απ΄ τις βουτιές των άλλων, με νοτίζουν ακόμα.
Και καθώς αναπολώ την απελπισία του έρωτα και τις μισόκλειστες αναμνήσεις, χάνω το δρόμο. Δεν οδηγώ πια στη μαμά. Έστριψα αλλού. Διστάζω να το βαφτίσω λάθος, μεγάλη κουβέντα το λάθος και το σωστό. Συνεχίζω να οδηγώ ανάμεσα σε οδούς χιλιοπατημένες, που τις παρατηρώ όμως τώρα, λες και τις πρωτοβλέπω. Ούτε τους κήπους είχα προσέξει ούτε τα λουλούδια τους. Κάτι λίγο με σκουντούσαν οι μοσχοβολιές της πασχαλιάς, αλλά βλέπεις, βιαζόμουν πάντα. Αγκάθια, κοψίματα, χρώματα, τσουκνίδες, μολόχες, πόνοι και γιατρειές, όλα δίπλα-δίπλα. Η πραγματικότητα της άνοιξης είναι γιορτή. Για τον κόσμο των αγορών, όσα βλέπουν αυτή τη στιγμή τα μάτια μου, έχουν εξοριστεί στο γκέτο των ασήμαντων. Οι εποχές αντικαταστάθηκαν από λευκό θόρυβο με μια πράξη νομοθετικού περιεχόμενου που κανείς δεν διάβασε. Κοίτα να δεις τώρα. Χωρίς αλλαγές περνάει ο χρόνος και στον κόσμο της μαμάς. Εκεί το πραξικόπημα το διέπραξε η άνοια. Όπως και να ‘χει, τα ερωτικά γκρεμοτσακίσματα βρέθηκαν εκτός νόμου εδώ κι εκτός μνήμης εκεί. Γι αυτό κι αποτελούν πράξη αντίστασης απέναντι στη βαρβαρότητα της σαφήνειας και των κοφτερών προτάσεων. Ταυτόχρονα όμως, οι περιφρονημένες από τους τεχνοκράτες ευαισθησίες, αντιμιλούν στη λησμονιά και στο θάνατο. Άμα χάνεις το δρόμο σου, καταλήγεις να σκέφτεσαι πως η κοινή λογική κι η άνοια συμμαχούν ενάντια στην άνοιξη, που τις έχει γραμμένες αμφότερες.

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

μια απριλιάτικη μπόρα

*
Έφτασε Παρασκευή απόγευμα, χωρίς να το καταλάβω Η άνοιξη σε προϋπαντά στην πόλη, δίχως να το πάρεις είδηση. Σου πλημμυρίζει τη μύτη πριν καν το αντιληφθούν τα μάτια σου. Όταν όμως την πιάσουν και τα μάτια, αρχίζει το καρδιοχτύπι. Εσύ το αποφεύγεις γιατί δεν σε αφορά. Βρίσκεσαι στο τέλος της βδομάδας χωρίς σχέδιο. Τέλος χρόνου χωρίς προοπτική. Ακόμα χειρότερα, με προοπτικές χωρίς νόημα ή χωρίς ενδιαφέρον.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Παραλίγο μετανάστης

Η ευκαιρία ήταν καλή. Η δουλειά, φυσική εξέλιξη όσων κάνω χρόνια τώρα. Ο μισθός πολλές φορές μεγαλύτερος από τη συνεχώς συρρικνούμενη αμοιβή μου. Η χώρα συμπαθητική (αλλά όχι η πατρίδα), ο άνθρωποι χαριτωμένοι κι ευγενικοί (αλλά όχι οι φίλοι μου). Οι κολλητοί ενθουσιάστηκαν με την προοπτική:
-          θα ‘χουμε ένα σπίτι να μένουμε στις Βρυξέλλες, είπαν χαρούμενα.
-          Είναι ότι καλύτερο για σένα. Once in a life time.
Και να μαι στο κέντρο της Ευρ. Ένωσης.
Η συνέντευξη δεν πήγε καλά. Όχι γιατί δεν μπορούσε, αλλά δεν έμεινα ευχαριστημένη από τις απαντήσεις μου. Στη θέση των εξεταστών, δεν θα με προσλάμβανα. Έλλειψη ενθουσιασμού, γενικόλογες θέσεις, μέτρια μελέτη των στόχων του πρότζεκτ.
Φεύγοντας από το υπερμοντέρνο κτίριο, κράταγα απ’ το χεράκι κι ένα γκρινιάρικο αίσθημα ήττας. Με μάλωνα για την προχειρότητα της προετοιμασίας που καθόλου δεν μου ταιριάζει.