Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Pωτούσε για την ποιότητα


Vincent Van Gogh
Τελικά, η λέξη 'ποιότητα' τακίμιασε με το Θεό, την Πατρίδα, την Αλληλεγγύη, τη Δημοκρατία. Λέξεις κουρσεμένες, όλες τους. Κλειδωμένες στ΄ αμπάρια υπηρετούν σκοπούς αλλότριους. Μοιάζουν να έχουν ξεχάσει κι οι ίδιες πια ποιες είναι. Λέξεις-Καταφύγια πειρατών και σφετεριστών. Λέξεις ποτισμένες με δύναμη, που τους όρμησαν καιροσκόποι και ψεύτες.
Στο όνομα του Θεού κηρύχτηκαν διαβολεμένοι πόλεμοι. 
Την αλληλεγγύη τη μετέτρεψαν σε φόρο των αμάχων.
Ας πιάσει και κάποιος την Απελπισία, να της αλλάξει το νόημα παρακαλώ. Κι ένας άλλος θρασύς, ας ασχοληθεί λίγο με την Ντροπή.

(Ευτυχώς, υπάρχει ακόμα η ποίηση να μας λυτρώνει:

Pωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιών
και τι κοστίζουν με φωνή πνιγμένη,
σχεδόν σβησμένη απ’ την επιθυμία.
Κι ανάλογα ήλθαν οι  απαντήσεις,
αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη, 
με υπολανθάνουσα συναίνεση.
Κ.Π. Καβάφης)


Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

…βγάζουν καπνόν ακόμη,…



 Αυτά είναι τα βιβλία που ακόμα ζούνε μέσα μου. Και άλλα σίγουρα, όλα όμως από τότε, από παλιά, μέχρι τα 25. Έκτοτε, και να ψάξω, αποτυπώματα δεν θα βρω.

 1.         ΓΑΛΗΝΗ-ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ: Διότι ο γιατρός, ένας ελάσσων πρωταγωνιστής,  το μόνο που ήθελε ήταν να καλλιεργεί τα τριαντάφυλλά του στο νέο, αφιλόξενο τόπο. Η επιτομή του μοναχικού, αποτραβηγμένου ανθρώπου. Έτσι ένοιωθα τότε.

2.         LAMANT-MARGUERITE DURAS: A 25 ans, mon visage a été parti dans une direction imprévue (Στα 25 μου, το πρόσωπό μου έφυγε σε άγνωστες κατευθύνσεις) και εγώ ήμουν στην Αγγλία, όπου καθημερινά γινόντουσαν θαύματα, μέσα μου έσκαγαν πυροτεχνήματα και σαφώς και δεν με αναγνώριζα πλέον.

3.         ΒΙΟΛΕΤΕΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ:Στα περιθώρια κάποιων ποιημάτων δεν υπάρχει καθόλου κενός χώρος, ζωγραφιές, σημειώσεις, τραγούδια  που άκουγα μεταμεσονύκτια και αυτή η προδωμένη πορεία, ο αγώνας που τελικά πού κατέληξε, αυτή  η ευγενική φυσιογνωμία.

4.         MICHAEL ENDE-ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΟΣ : Η φίλη μου στην Αγγλία, δικό της ήταν, ένα βράδυ στις εστίες, από αυτά που έξω έβρεχε, λυσσομανούσε ο άνεμος, μου είπε: Διάβασέ μου ένα παραμύθι να με πάρει ο ύπνος. Και εκεί στα σκοτεινά ξεκινήσαμε και διαλύθηκε το δωμάτιο, διαλύθηκαν τα σύνορα και υπήρχαμε μόνο εμείς που ζούσαμε στο παραμύθι μέσα.


5.         ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ-ΤΡΙΑ ΚΛΙΚ ΑΡΙΣΤΕΡΑ & ΙΔΙΩΝΥΜΟ: Βέβαια, πρώτα είχε προηγηθεί η Παραγγελία, και ο δίσκος με τη μουσική του Κυριάκου Σφέτσα και τις απαγγελίες των ποιημάτων της, που ήταν μία αποκάλυψη. Και βέβαια, ο παιδικός μου φίλος έγραφε, έγραφε ποιήματα και είχε περάσει από τον Χρονά στην Οδό Πανός, είχε συναντήσει  τον Μιχάλη Κατσαρό, ε, στην περίπτωση της Γώγου πήγαμε μαζί στο σπίτι στην Γ’ Σεπτεμβρίου, δίπλα σχεδόν στην Αγ. Μελετίου, απλά χτυπώντας το κουδούνι, Και τι θέλετε βρε παιδιά, σας θαυμάζουμε, τι το θαυμαστό βλέπετε πάνω μου, μας κέρασε τσάι, αφήσαμε το βιβλίο στο τραπέζι στην κουζίνα, φύγαμε. ΈΝΑΣ ΥΠΕΡΗΡΩΑΣ ΗΤΑΝ Η ΚΑΤΕΡΙΝΑ.

6.         ΠΑΣΚΑΛ ΜΠΡΥΚΝΕΡ-ΤΑ ΜΑΥΡΑ  ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ: Τελειώνοντάς το και έχοντας πάει σερί για 2 μερόνυχτα αναλογήθηκα: Αυτό το βιβλίο έπρεπε να είχε καεί στην πυρά. Το απόλυτο αλάφιασμα, το πώς ο ένας εξουσιάζει τον άλλο μέσα από τον έρωτα σε συνδυασμό με την εφηβεία, όλα μία βόμβα μολότοφ έγιναν. Και τιμής ένεκεν το αναφέρω, η κολλητή μου, που δικό της ήταν το βιβλίο, το πέταξε, το πέταξε να μην το έχει. ΜΙΚΡΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΓΑΡ.

7.         ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΜΠΑΧ-ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΙΣ/ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΔΙΣΤΑΚΤΙΚΟΥ ΜΕΣΣΙΑ: Σα να είχε γραφτεί για μένα και για κανέναν άλλο, για εμένα που όλα άλλαζαν. ΖΩΗ/ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΗΣ, το κουβαλούσα και θέλω να το νιώθω πάντα δίπλα μου, όποιος γύρω μου βασανιζόταν, του το έδινα σαν αγιασμό η σαν θεία κοινωνία.

8.         ΣΥΛΒΙ ΖΕΡΜΑΙΝ-ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ ΝΥΧΤΩΝ Οι γενεαλογίες, αυτές οι περίεργες οικογένειες που ζούν εδώ και κάπου αλλού ταυτόχρονα, που το κάθε μέλος έχει την προίκα του και τον βραχύ του βίο, που τα δάκρυα της μάνας είχαν γίνει φυλακτό που προειδοποιούσαν, και συνειρμικά, θυμόμουν τη γιαγιά μου για την αδερφή της στο χωριό, κορίτσι νεαρό, που πήγε για μπάνιο στο ποτάμι και αρρώστησε και το ΄χασανε και όλα μπερδευόντουσαν ανάμεσα στα σόγια.

ΑΓΝΩΣΤΟΣ 

Στο διιστολογικό αφιέρωμα συμμετέχουν ακόμη οι:



Βιβλιοθηκάριος: Η Ανάγνωση δεν χωράει σε Λίστες

Κυνοκέφαλοι (Γρηγόρης Στ.): αλαΛΙΣΤΑτα

Κυνοκέφαλοι (Γιώργος Μπ.): Η Λίστα του Γιώργου

Ο Ήχος του Ανέμου: Στα 21 καίγεσαι

Kospanti: Ο αναγνώστης kospanti

Τσαλαπετεινός: Ρευστή λίστα

7 τραγούδια (εχμ, 20 βιβλία) θα σας πω

Jenedy Paige painting
Υπάρχουν βιβλία τοξότες. Σε σημαδεύουν. 
(Υπάρχουν και βιβλία Υδροχόοι, που σε μεθούν, αλλά γι αυτά θα πούμε άλλη φορά, ελπίζω).
Ξεκινάω με μια γενικότητα. Εγώ κι η κόκκινη παρέα μου, αυτή στο κολονάτο, αγαπάμε τις γενικότητες: Για να σε σημαδέψει ένα βιβλίο πρέπει πρώτον:  να σε πετύχει στην κατάλληλη ηλικία, ώστε να έχεις όλα τα σχετικά αναγνώσματα αδιάβαστα και δεύτερον, πρέπει να έχεις ωριμάσει αρκετά για να πιάσει το μαγικό τσακ-φλουπ μετάγγισης λέξεων στο αίμα. Τρίτο: πρέπει το βιβλίο να είναι υπέροχο.
Με -περίπου- χρονολογική σειρά σημαδέματος, να η δική μου λίστα-που δεν είναι λίστα :

1.     Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο. ‘Ένας νεαρός, θυμωμένος, βαθύς, αληθινός σαν πληγή, Έρικ Μαρία Ρεμάρκ, γράφει για τον πόλεμο. Τον πόλεμο των χαρακωμάτων. Λέει κάπου ο συγγραφέας (το γράφω όπως το θυμάμαι, δεκαετίες μετά): Όλοι οι πολεμιστές των αντιπάλων στρατοπέδων, οι πετσοκομμένοι, οι σκοτωμένοι, οι τρελαμένοι, οι δηλητηριασμένοι, θα πρεπε να ‘ναι θεατές γύρω από ένα ρινγκ. Να βάζουν στοιχήματα και να πίνουν μπύρες. Να είναι αρτιμελείς και χαρούμενοι. Να λένε βρομόλογα, να φτύνουν, να γελάνε μεθυσμένοι, να πειράζονται, να σκουντιούνται και να κοροϊδεύουν τους παλαιστές. Οι παλαιστές θα έπρεπε να είναι οι ηγέτες που τους έστειλαν να σκοτωθούν. Να παλεύουν αυτοί μέχρι θανάτου. Κι ο νικητής να κερδίζει τον πόλεμο. Ο Ρεμάρκ τα λέει πολύ καλύτερα, αλλά δεν ξέρω που κρύβεται το βιβλίο. Αν το διαβάσεις αυτό στα 14, ε, κάπου εξατμίζεσαι ως αναγνώστης. Γίνεσαι σταγονίδιο αιωρούμενο πάνω από το ρινγκ.
2.   Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ. Όσκαρ Ουάιλντ, όπως λάμψη. Ένα μυαλό κατασκευασμένο σε αδαμαντοκοπείο. Τέλειο βιβλίο από κάθε οπτική γωνία.
3.      Ο Φύλακας στη Σίκαλη. Την ίδια εποχή με τα παραπάνω, διάβασα το διάσημο βιβλίο του Σάλιντζερ. Πολυδιαφημισμένο, είχε συνεπάρει τις φίλες μου. Περίμενα πολλά. Απογοητεύτηκα. Παραήμουν πιτσιρίκα για να το εκτιμήσω. Επίσης, η εφηβεία μου χαρακτηριζόταν από μια παραπλανητική νηνεμία. Το ξαναδιάβασα πρόσφατα, αφού λάτρεψα το νούμερο 7 της λίστας. Μερικές φορές δουλεύουν οι δεύτερες ευκαιρίες.
4.       1984. Εκείνη τη χρονιά (το διάβασα το 1984), ο κόσμος του ‘Όργουελ έμοιαζε συγκλονιστικός μεν, εξωπραγματικός δε.Πίστευα ακόμα,πως η αγάπη μπορεί να σώσει ακόμα κι έναν εφιαλτικό κόσμο. Γι αυτό και τη δική της δύναμη ανάγνωσα ως κυρίαρχη ιδέα του βιβλίου. Από τότε, μέρα τη μέρα, υποψιαζόμουν όλο και περισσότερο πως η παραποίηση των λέξεων, της ιστορίας, της αλήθειας, η χειραγώγηση, πατούσαν στη ράχη της αγάπης, μέχρι που την έκαναν χαλάκι στην πόρτα της πραγματικότητας.
5.       Τρυποκάρυδος (αυτό ανήκει σ' αυτά που πρωτίστως σε μεθούν, αλλά για τον Τομ θα κάνω πολλές εξαιρέσεις). Πρωτοδιάβασα Ρόμπινς κάπου στα 17. Λάτρεψα έκτοτε-αν και όχι ισοδύναμα- όλα τα βιβλία του και μάλλον έτυχε, αυτό να είναι το πρώτο. Έκρηξη. Ψυχεδέλεια, ρηξικέλευθος λόγος και ιδέες ξεσηκωτικές. Πρωτότυπες. Σταθείτε μόνο (αν τα καταφέρετε) στις μεταφορές του. Έχετε ξανασυναντήσει τόσο απαστράπτοντα, παιχνιδιάρικα άλματα;  Ένας συγγραφέας-επαναστάτης-Sui generis.
6.       Κυβεριάδα. Ιστορίες με ρομπότ, αλλά όχι για ρομπότ. Σουρεαλιστικές. Το Σολάρις δεν μου άρεσε γιατί ποτέ δεν φανταζόμουν, ότι ο Στάνισλαβ Λεμ, ο συγγραφέας του πιο ξεκαρδιστικού βιβλίου που έχω διαβάσει, θα μπορούσε να γράψει κάτι τόσο ασφυκτικό. Πάντα αναρωτιόμουν, πώς γίνεται, όλοι να ξέρουν το δεύτερο και να αγνοούν το πρώτο. (Nαι, ξέρω, φταίνε οι ταινίες)
7.       Ψηλή σηκώστε Στέγη Ξυλουργοί/Σίμορ, συστατικά στοιχεία. Μια ανάγνωση δεν αρκούσε για να ξετυλίξω το κουβάρι του μακροπερίουδου λόγου του Σάλιντζερ. Όσο ξαναδιάβαζα, τόσο γοητευόμουν. Ο Σάλιντζερ γράφει κι ακούς τον Παγκανίνι να σολάρει. Σταμάτησα κάπου στην 20η επανάληψη, γιατί δάνεισα το βιβλίο στη συμπλόγκερ (ξίνισε). Ίσως το καλύτερο βιβλίο που έχω διαβάσει.
8.       Έγκλημα και Τιμωρία. Είχα τόσες αντιρρήσεις, στο ύφος, στην υπερβολή, στην κατήφεια του Ντοστογιέφσκι. Μου θύμιζε τόσο τη μιζέρια των Ελλήνων συγγραφέων. Μα έλα που αυτό το βιβλίο εισχωρεί στους πόρους, κυλάει στις φλέβες και σου ανεβάζει πυρετό πριν το πάρεις είδηση.
9.       Παπαδιαμάντης. Οι γονείς είχαν αγοράσει τα άπαντα και κάτι ατελείωτα ιδρωμένα καλοκαίρια, διάβαζα για μαυρομαντυμένες, τυλιγμένες, καμπουριασμένες, φόνισσες. Έμαθα τη γλώσσα του συγγραφέα, άρχισα να σκέφτομαι σ’ αυτήν. Εθίστηκα. Κατάλαβα επίσης πως ένας μεγάλος γραφιάς διακρίνεται όχι μόνο για τις ιδέες, την πλοκή, τους χαρακτήρες, τη ροή του λόγου, αλλά κυρίως για το μοναδικό συγγραφικό του αποτύπωμα.
10.   Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Στο σπίτι υπήρχαν και τα άπαντα του Σολωμού. Σχεδίασμα στο σχεδίασμα, εικονοποιώντας τον ποιητή να παιδεύει τους στίχους, να βασανίζεται, να γράφει, να τσαλακώνει, να πειραματίζεται, να ξεγυμνώνει ως την ύστατη απλότητα-την γραφή του, αποκαθάροντας την στην τελειότητα, σκεφτόμουν πως αρκεί ένα μόνο έργο –αυτό- για να λογαριάζεσαι ανάμεσα στους μεγάλους.
11.   Μετά έπεσε στα χέρια μου ο Καβάφης. Έπαψα να ψάχνω ποιητές. Ο Καβάφης έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Μια απ αυτές είναι πως όσο κι αν έχει επηρεάσει κόσμο και κοσμάκη, δεν δημιούργησε σχολή. Κανείς δεν μπορεί να γράψει σαν αυτόν.

Η ανάγνωση δεν χωρά σε λίστες (πόσο σίγουροι είστε;)

Αντιπαρέρχομαι την αντιφατικότητα του εγχειρήματος και αρχίζω να αναρωτιέμαι: Και τι είδους λίστα να φτιάξω; Τη λίστα των αγαπημένων μου βιβλίων; Ή τα βιβλία που θα ήθελα να διασωθούν όταν θα τελειώνει ο κόσμος; Ή αυτά που είναι καταγεγραμμένα βαθιά μες τη ψυχή μου; Αυτά που θα πρότεινα να διαβάσει κάποιος που θα μας επισκεπτόταν από άλλο πλανήτη; Ή αυτά που θα έπρεπε να διαβάσει κάποιος για τη σωτηρία της ψυχής του; Με την εσκεμμένη αυτοαναφορικότητα του μπλόγκερ, ας μιλήσω για τη λίστα των βιβλίων που με ξεδίψασαν όταν αναζητούσα τη γνώση, που με διαμόρφωσαν όταν έστηνα την ηθική και μετρούσα τις αξίες μου, που τελικά διεύρυναν το πρίσμα μέσα από το οποίο παρακολουθώ τον κόσμο, δημιουργώ και βιώνω τις εμπειρίες μου. Είναι αυτά που θα ήθελα να μοιραστώ με κάποιον, χωρίς να έχει σημασία το φύλο του, η δοξασία του, η ανθρώπινη κατάστασή του, δηλαδή μαζί σας:

Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Ποιος φοβάται ποιον;

Ήθελαν να μας βοηθήσουν/(βυθίσουν)
Διαβάζω άλλα αντ’ άλλων. Συνεχώς. Εξάρθρωση αντί για αναδιάρθρωση. Μνημόσυνο αντί για μνημόνιο. Παράδοση αντί για διαπραγμάτευση. Μαγκάλι αντί για μανουάλι. Λαπετούζα αντί για Φαρμακονήσι.
Painting of a woman with her dead child by: Käthe Kollwitz Words from: Kindertotenlieder
Το μυαλό μου διαστρέφει επίσημες ανακοινώσεις. Μου ψιθυρίζει πως δεν τις διαστρέφει, μόνο επιστρέφει (το αρχικό νόημα χωρίς το περιτύλιγμα).
Είναι ένα μυαλό άρρωστο ή είν’ ο λόγος τους άρρωστος; Είναι η αλήθεια στη μέση ή η μέση είναι μέθη/πλάνη/κοινοτοπία/αποτέλεσμα παζαρέματος, που καμιά σχέση δεν έχει με την αρχική ιστορία; Βλέπω τους χαροκαμένους μετανάστες , βλέπω και τον υπουργό . Η καρδιά τρέχει να ψηφίσει. Το μυαλό στέκει αμήχανο. Είναι δυνατόν; Μα ποιος έχει συμφέρον να πει ψέματα;
Αν η ιστορία είναι τόσο προφανής, πού είναι οι συμπολίτες μου; Είναι ζωντανοί; Ο φόβος τους έχει νεκρώσει; Γιατί ελάχιστοι συζητούν γι αυτό; Και τι δικαίωμα έχει ο νεκρός ν αποφασίζει για τους ζωντανούς; Όσους απέμειναν ζωντανοί. Γιατί και η σιωπή, απόφαση είναι.
Αποδέχεσαι να δολοφονούν παιδιά; Αποδέχεσαι έστω, να πλανάται η υποψία μιας μαζικής δολοφονίας; Τι είδος είσαι; Αν εσύ φοβάσαι τόσο τους πρόσφυγες και τα μωρά τους, τόσο που δεν σε νοιάζει κι αν τα πνίξουν οι δικοί σου υπάλληλοι, τότε κι εγώ φοβάμαι εσένα.

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Η σπορά

CRÉER, C'EST RÉSISTER. RÉSISTER, C'EST CRÉER
Creation is resistance, resistance is creation
Creare e resistire, resistire e creare
Η δημιουργία είναι αντίσταση, η αντίσταση είναι δημιουργία

Όσο πιο απλώνει η παγκοσμιοποίηση, η ανεξάντλητη δίψα της εξουσίας, η απεριόριστη απληστία των αγορών και των πολυεθνικών, η βία των κρατούντων προς τους αδυνάτους, τόσο περισσότερα τα θύματά τους, τόσο μεγαλύτερες οι καταστροφές τους, τόσο πιο πολύ θα σφίγγουν οι καρδιές των ανθρώπων, τόσο πιο πολύ θα στραγγίζουν τα μυαλά τους αναπαράγοντας περισσότερη βία, περισσότερα θύματα, περισσότερη αδικία...
Και όσο κι αν είναι ευκολότερη η αγανάκτηση, δυσκολότερη η αντίδραση και κοπιαστικός ο αγώνας, τόσο πιο λυτρωτική είναι η απόρριψη και τόσο πιο απελευθερωτική η αντίσταση...

Και τότε εσύ, τόσο πιο πολύ θα θαυμάζεις, θα ακολουθείς και θα στηρίζεις ανθρώπους που απολαμβάνουν τη ζωή τους, που απορρίπτουν τον καταναλωτισμό-παγίδα, που  ενημερώνονται από ανεξάρτητα δίκτυα και μέσα, που μοιράζονται τη γνώση, που ονειρεύονται για τη ζωή των παιδιών τους, που υπερασπίζονται τη γη και τους καρπούς της,  που μάχονται για το περιβάλλον, που πολεμάνε την κοινωνική αδικία, που στηρίζουν τα θύματα και τους αδυνάτους, που παλεύουν για ένα δικαιότερο, τιμιότερο και ομορφότερο κόσμο.

Σπορά με τον παραδοσιακό τρόπο-Οχτώβρης 2013-Μυγδαλιά Αρκαδίας

Ποστ αφιερωμένο στον αγώνα που δίνει η φίλη μου Έλενα  με τους ανεξάρτητους αγρότες για την ελευθερία και τη διαχείριση των σπόρων ενάντια στις πολιτικές των δυνατών που θα θεσμοδοτήσουν για τη γεωργία στις 21 Γενάρη 2014 στις Βρυξέλλες

Περισσότερες πληροφορίες και δράσεις εδώ 

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Μια μέρα μόνο


Οι γονείς ανησυχούσαν απ την αρχή της χρονιάς για τη δασκάλα της Τρίτης Δημοτικού. Στη συνάντηση γνωριμίας εμφανίστηκε με έναν κότσο καρφωμένο με βελόνες πλεξίματος. Θύμιζε τις γιαπωνέζες του Τριβιζά. Ναι, αυτές που βούτηξαν τ’ αγκάθια του έρμου του σκαντζόχοιρου Ερμόλαου. Κανείς δεν κατάφερνε ν’  αριθμήσει –έστω με μια αποδεκτή απόκλιση- τον  αριθμό των αλλεπάλληλων στρωμάτων ρούχων, όπου οργίαζαν φλοράλ, λαχούρια, ρίγες σε υπνωτικούς και ψυχεδελικούς συνδυασμούς Αν βέβαια ήσουν:
1) άνθρωπος καλοπροαίρετος ,
2) ξεπερνούσες τον πρώτο ίλιγγο και
3) την ατένιζες από μια απόσταση ασφαλείας -σαν πίνακα του Μονέ στα πολύ πιτσιλωτά του, τότε -ενδέχεται πάντα- να υποψιαζόσουν την ύπαρξη κάποιας αρμονίας, την οποία έτσι κι αλλιώς, δεν γινόταν ν’ αντέξεις για ώρα χωρίς την επίκληση ενός αποφασισμένου Ομμμμ. Με τη σωστή προφορά βέβαια.
«Αυτή θα είναι η δασκάλα των παιδιών μας;» αναρωτιόνταν οι έντρομοι γονείς. Μετά από ικανές αλλά αποτυχημένες προσπάθειες απομάκρυνσης της παραπάνω εκπαιδευτικού, οι περισσότεροι το πήραν απόφαση πως θα έπρεπε να την ανεχθούν κι όσοι δεν αποδέχτηκαν την ήττα, κράτησαν για εύλογο διάστημα την ανάσα τους.  Χωρίς ουσιώδες αποτέλεσμα.
Η δασκάλα παρέμεινε. 
Κι όπως αναμενόταν,  τα παιδιά της πήραν τον αέρα. 
Η τάξη της ήταν πάντα η πιο θορυβώδης (κι η πιο χαρούμενη). Οι τοίχοι καλύφθηκαν σύντομα με ζωγραφιές, κάποιες απ’ τις οποίες ήταν τρομαχτικά ιδι(όμορφες). Φυσικά, τα πιτσιρίκια τη λάτρευαν. Δεν τα μάλωνε, δεν τους χαλούσε χατίρι, τους  έβαζε ελάχιστα για διάβασμα, τα πήγαινε συχνά βόλτες στο κοντινότερο πάρκο (που δεν ήταν και τόσο κοντινό) και είχε έναν ή περισσότερους-καλούς-λόγους για τον καθένα. Ξεχωριστούς πάντα. Αν και όχι εμφανώς εύστοχους. Όμως τι στο καλό έκανε; Αγωνιώδη ερωτήματα επικρέμονταν απειλητικά:
  1. Θα μάθουν τα παιδιά την προπαίδεια;
  2. Θα γράφουν τις καταλήξεις των ενεργητικών ρημάτων με –ω και όχι με -ο-Παναγίτσα μου;
  3. Θα διακρίνουν τη διαφορά του επιθέτου πολύς απ’ το επίρρημα πολύ;
  4. Θα μπορέσουν να συνεχίσουν του χρόνου με μια κανονική δασκάλα ή θα χάσουν μια ολόκληρη χρονιά απ' τη ζωή τους;
  5. Θα θέλουν να είναι πρώτοι; Πρώτοι-πρώτοι;
  6. (πόσο σύντομα θα πάρουν το Lower;) 
  7. (Και τη μαύρη ζώνη στο καράτε;) 
  8. (Και πότε θα τα καλέσουν στη NASA;)
  9. (στα Μπολσόι για audition;)

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Aς υπερβάλλουμε με τους ζωντανούς


Αν σκιτσάριζα τον Μ., θα έφτιαχνα έναν τετράγωνο, κοκάλινο σκελετό γυαλιών κι ένα χαμόγελο. Χαμόγελο της γάτας Tσέσαϊρ. Νάτο που αιωρείται σαν ξαπλωτό φεγγάρι, πάνω απ' τα κεφάλια των πενθούντων. Μας κάνει πλάκα το χαμόγελο-σύντροφος. Ακόμα κι όταν το αμαξίδιο δεν αρκούσε, τότε που ο πόνος καθόταν σε κάθε νευρικό κύτταρο, το χαμόγελο επέμενε -απείραχτο απ τη σκλήρυνση, πιο πιστό κι απ' την Πηνελόπη. Γι αυτό δεν ήθελα να πλησιάσω το φέρετρο για κείνον τον τελευταίο ασπασμό.
Χωρίς γυαλιά, χωρίς χαμόγελο, πώς να τον γνωρίσω; Ο ασπασμός είναι για τους ζωντανούς λέω. Τι να τα κάνουν τα φιλιά και τους επικήδειους οι πεθαμένοι;
Αλήθεια, αν έχεις τόσο θερμά λόγια να πεις για κάποιον, πες τα στον ίδιο. Όσο ακούει. Για όσο θα πιάσουν τόπο. Πρόλαβε. Υπερέβαλε, ναι. Αλλά να υπερβάλλεις έγκαιρα. Αγαπάω τις υπερβολές. Ξεχειλίζουν αγάπη.
Αλλά δεν είναι οι επικήδειοι που με αποτελειώνουν. Είναι οι ζωντανοί γονείς. Αυτούς δεν μπορώ να κοιτάξω στα μάτια. Αυτή την αχώνευτη αδικία που τους στραγγαλίζει, είναι που δεν αντέχω. Το γιατί τους με διαλύει.
Ποιον ρωτάνε;
Απευθύνονται σ' αυτόν τον τύπο με τον οποίο κανείς δεν θέλει να έχει πολλά-πολλά. Είναι απο κείνους τους πολλά βαρείς που ανασηκώνουν το φρύδι και σε εκτελούν. Όχι μεταφορικά. Στ' αλήθεια.
Καλό είναι να περνάς απαρατήρητος δίπλα του.Να μην τον προκαλείς. 
Μπορεί στο γιατί, να γυρίσει να σε κοιτάξει.
Ακόμα χειρότερα.
Μπορεί να σ' απαντήσει. Κι όσο απερίγραπτος κι αν είναι ο πόνος της απώλειας ενός παιδιού, η απόκρισή του μπορεί να είναι χειρότερη. Έχει μια σοφία αιώνων ο αχρείος. Ποιος ξέρει ποια σκοτεινή γωνιά σου θα φωτίσει.
Ας τον ξεχάσουμε λοιπόν για λίγο. Ας υποκριθούμε πως δεν περιπολεί στα μέρη μας. Όχι ακόμα.Πως δεν σκέφτεται να μας κόψει κλήση.
Αναζητώντας γιατρικά -φαρμάκια της λησμονιάς- πήγα στο γυμναστήριο. Ενδορφίνες. Xρειαζόμουν ενδορφίνες. Ή μια σφυριά στο κεφάλι. Απ' το σφυρί, προτίμησα τους κοιλιακούς. Εκεί λοιπόν, που ξαπλωμένη στο στρώμα, διπλώνομαι και κάπως χαλαρώνουν τα ηλεκτρικά σήματα και οι εκρήξεις των νευρώνων, εκεί που καλωσορίζω το πρώτο χασμουρητό, στέκεται μπροστά μου ένας πανέμορφος άντρας. Μπορεί και να μην είναι στ' αλήθεια τόσο ωραίος, μα τώρα, αυτή τη μικρή στιγμή, φωτίζεται όπως πρέπει, φοράει ότι ταιριάζει, έχει το ύφος που είναι ιδανικά ανυποψίαστο.
Καθώς ακούει αυτό:


...αρχίζει να κάνει ασκήσεις. Χέρια, πόδια, μέση, ρυθμός. Χοροπηδάει, χορεύει, ξορκίζει,  πάλλεται, λευτερώνει. Όσο κρατάει το τραγούδι, γίνεται ο βαρκάρης της επιστροφής.
Χαμογελάω.
Σαν να τον βλέπω να υψώνει το μεσαίο και περιποιημένο του δάχτυλο στα μούτρα του μεγάλου αρπακτικού.  

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Φου-φου-φου (3 κεράκια)

painting by Delilah Smith

Και να που το μωρό μας, το μπλογκ μας,  έγινε τριών χρονών.  To κανακέψαμε από έμβρυο,  το καμαρώσαμε να μεγαλώνει,  το χαζέψαμε να παίζει με μπογιές,    ζωγραφιές και χρώματα.   Το πήγαμε για κούρεμα,   ράψαμε τα ρουχαλάκια του.  Χαζέψαμε το πρώτο του φιλί,   μας στρίμωξε με άβολες ερωτήσεις,   έπαιξε με άλλα παιδάκια,  κοριτσάκια  κι αγοράκια. Όπως όλα τα μικρά, ευχήθηκε στη γιορτή  της μητέρας, πήγε εκδρομές με τους φίλους του    και βόλτες στην πόλη.

Μας κανάκεψε, μας αντάμειψε, μας καθρέφτισε κι εμείς το κακομάθαμε.

Να ζήσεις  αγαπημένο.
Ακολουθεί και επετειακό ποστ της RoubinakiM


(πατώντας στα λογάκια, πάτε κι εσείς μια βόλτα)

Επετειακόν

σήμερα το ιστολόγιο κλείνει 3 χρόνια…



ακολουθεί 3μερος εορτασμός

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

στα νοσοκομεία

το φάρμακο είναι σαν την αγάπη, αν πιστεύεις σε αυτό σε καθηλώνει”

Στα νοσοκομεία ο χρόνος κυλά τ'ανάποδα· προς το τέλος και την καταστροφή του. Κι όσο πιο γρήγορα τον θέλεις να περνά, τόσο πιο σθεναρά αυτός αντιστέκεται. Γιατί όσο πιο γρήγορα η κλεψύδρα σου αδειάζει, τόσο πιο σύντομα θα επιστρέψεις στο χωρόχρονό σου. Θεωρητικά προς μια καινούργια αρχή. Αλλά αυτό δεν το σκέφτεσαι τότε...γιατί το στοίχημα είναι να καταφέρεις να τη γλυτώσεις. Κι τότε, πάντα, τα ανούσια γίνονται ουσιαστικά. Οι ειλημμένες υποχρεώσεις εκμηδενίζονται. Τα όνειρα παραβλέπονται. Οι ξεχασμένες αποφάσεις επανέρχονται, έστω, μαζί με κάποιες σταγόνες ιδρώτα.

Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

Το φτερό του ελέφαντα


Κι εκεί που έβλεπα τους βουτηχτές για το σταυρό και τις ουρές των συνωστισμένων γιαγιάδων στον αγιασμό, θυμήθηκα τον Ντάμπο. Είναι δυο σκηνές απ’ την ταινία  που έχουν καταγραφεί στην προσωπική μου κινηματογραφική ανθολογία :
Στην πρώτη, οι ροζ ελέφαντες παρελαύνουν στο μεθύσι του αποσυνάγωγου Ντάμπο και  ένας απελευθερωτικός σουρεαλισμός εκρήγνυται στα μούτρα μιας εγκληματικά συντηρητικής Αμερικής. Η σκηνή αυτή δεν έχει πολύ σχέση με το θέμα του ποστ, αλλά είναι αριστουργηματική έτσι κι αλλιώς.
Η δεύτερη σκηνή είναι εκείνη της πτήσης. Ο ελέφαντας έχει κολλητό έναν πόντικα. Έναν άλλο απόκληρο του τσίρκου που δεν έχει πει την τελευταία λέξη. Με ένα τρυκ, βαφτίζει ένα διερχόμενο φτερό, μαγικό-τυχερό-ιερό και κάνει το παχύδερμο  να πετάξει. Το φτερό είναι η πίστη, δηλαδή το υποκατάστατο της αυτοπεποίθησης. Ο Ντάμπο πετούσε κι από μόνος του, αλλά του ήταν αδύνατο να εμπιστευθεί τις δυνάμεις του. Οι πάντες –πλην του πόντικα- τον αποθάρρυναν. Όπως, καλή ώρα εδώ, κάτι τύποι που γκρεμίζουν τις ουτοπίες και ρωτούν επίμονα: πες μου τι προτείνεις;

Σκεφτόμουν πόσο πολύ αναζητούμε ένα φτερό.  Κάποιοι από μας –πολλοί- είναι πρόθυμοι να ποδοπατήσουν το διπλανό τους για να τ’ αποκτήσουν. Μα με το άγγιγμα ενός σταυρού πεταμένου στα παγωμένα νερά, μα σε μια γουλιά αγιασμού, μα στο φλουρί της πίτας, μα στο συμβολικό κέρδος των χαρτιών. Ο ανταγωνισμός στην πίστη είναι παντού ολόγυρα. Και δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς τη συγγένεια του χριστιανισμού με τον ανταγωνισμό. Δεν υπάρχει παρά στην παραμορφωμένη εκκλησιαστική παράδοση. Να σταθώ τυχερός εγώ. Για σένα δεν με νοιάζει.  Αναζητούμε ένα γούρι μπας και πετάξουμε. Το ερώτημα είναι:  όταν πατάμε τον διπλανό μας, έχουμε την ικανότητα ν’ απογειωθούμε; Και αν την έχουμε, πόσο αξίζει μια μοναχική πτήση;

Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Το εκκρεμές

Κίνησε προς την πόρτα.
Κοντοστάθηκε.
Κάτι τον απασχολούσε.
Έκανε άλλο ένα βήμα.
Κοίταξε πίσω του σαν κάτι να θυμήθηκε.
Έπιασε την τραγιάσκα που του'χε αφήσει ο πατέρας και την έσφιξε πάνω του.
Δεν ήταν αυτό.
Σήκωσε τα μάτια κι οι κόρες του ξέφυγαν πάνω κι αριστερά στην προσπάθειά του να θυμηθεί.
Σκόνταψε πάλι στις σκέψεις του.
Δεν τον κρατούσε τίποτε εκεί μέσα. Η γυναίκα τον είχε αφήσει μήνες τώρα, παίρνοντας μαζί και το παιδί. Από συνήθεια όμως ήθελε να δώσει λόγο. Όπως έκανε όταν ήταν μαζί. Δεν μετρούσε τις φορές που έκλεινε το συνεργείο και πεταγόταν μέχρι το καφενείο για ένα γύρο μόνο.
Ένα ακόμη βήμα, πιο αποφασισμένο.
Γύρισε ξανά μετανιώνοντας. Το είχε υποσχεθεί στη μάνα του, από τότες που έφυγαν.
Σταμάτησε για άλλη μια στιγμή. Έξυσε το κεφάλι του πάνω από το καπέλο.
Αυτή τη φορά είχε λόγο. Του φαινόταν πολύ σοβαρός. Και ήθελε σε κάποιον να το πει. Κοίταξε τη φωτογραφία της μάνας που'μοιαζε να τον κοιτάζει βλοσυρά. Συνήθως δεν έπαιζαν Πρωτοχρονιάτικα γιατί δεν ήθελαν να σημαδευτεί η χρονιά του χαμένου. Αυτή τη φορά όμως θα έπαιζαν στη μνήμη του φίλου τους. Που τον έφαγε το μεροκάματο στην λαχαναγορά. Το μεροκάματο που ακουμπούσε κάθε Σάββατο βράδυ στο καφενείο.
Μόνο και μόνο γιαυτό θα πήγαινε.
Μια τελευταία φορά μόνο...στη μνήμη.




*Iστορία για το πρωτοχρονιάτικο φύλλο της Αυγής στo πλαίσιo blogo-αφιερώματος, μετά από πρωτοβουλία του Βιβλιοθηκάριου. Ακολουθεί το κείμενο της Nefosis. Συμμετείχαν επίσης με τις ιστορίες τους οι: Silentcrossing / Αναγεννημένη /  Καραντί / Αντιδρασέξ / Βιβλιοθηκάριος / PassionFlower / Ερυθρό Καγκουρώ / Μπανάνα / George Le Nonce  http://kizilkum.wordpress.com/

Προσμονή


Φωτογραφία του Λεωνίδα

Tο κορίτσι είναι μικρό. Παραμονή Χριστουγέννων κι έχει μείνει μόνη. Οι γονείς τής απέσπασαν την υπόσχεση να καθίσει ήσυχη. Βγήκαν για τα τελευταία ψώνια.
Έχει παρατάξει κουκλιά, ζώα, κύβους, στο πάτωμα. Λικνίζεται σε μια σιδερένια κούνια, που σύντομα δεν θα τη χωράει και λέει στα παιχνίδια να ησυχάσουν. Έχει σβήσει το φως. Τα μάτια συνήθισαν στο σκοτάδι. Ελέγχει το χώρο σαν γάτα. Δεν φοβάται. Μουρμουράει ένα αγγλικό τραγούδι. Δεν καταλαβαίνει τους στίχους. Εφευρίσκει  λόγια δικά της. Στ’ αυτιά της ακούγονται σωστά. Δεν διδάχτηκε το νόημα της θρησκευτικής γιορτής. Για κάποιο λόγο, περιμένει το φως. Γι αυτό έσβησε τις λάμπες . Να του κάνει χώρο. «Σε λίγο», λέει στα παιχνίδια, «θα ορμήσουν τα Χριστούγεννα στο δωμάτιο. Θα σας γυρίσουν ανάποδα. Θα σας ζεστάνουν ξαφνικά. Μερικά μπορεί να καείτε, αλλά δεν θα πονέσετε». Συμφωνούν; Φυσικά. Τα μικρά κορίτσια έχουν πάντα δίκιο. Το νοιώθουν άλλωστε πως κάτι έρχεται. Τρέμει ο αέρας. Τα κομμάτια του γίνονται άστρα. 

Λίγο πριν την έκρηξη, ακούγεται το κλειδί να γυρνάει στην πόρτα.
Το φως αποσύρεται. Η μικρή ταραγμένη ανάβει τη λάμπα και κάνει πως παίζει.

Πολύ καιρό μετά, κρατάει μια γωνιά στο μυαλό ολοσκότεινη. Περιμένει κάθε μεσάνυχτα Παραμονής το φως να την αναποδογυρίσει. Να την κάψει.


*Iστορία για το πρωτοχρονιάτικο φύλλο της Αυγής στo πλαίσιo blogo-αφιερώματος, μετά από πρωτοβουλία του Βιβλιοθηκάριου. Συμμετείχαν επίσης: Silentcrossing / Αναγεννημένη /  ΚαραντίΑντιδρασέξ / ΒιβλιοθηκάριοςPassionFlowerΕρυθρό Καγκουρώ / ΜπανάναGeorge Le Nonce./ Kizilkum  
Για το Χριστουγεννιάτικο φύλλο είχαν γράψει οι: Βυτίο / Τσαλαπετεινός / Ιφιμέδεια / Ποδηλάτισσα / Κυνοκέφαλοι / Ο Ήχος του Ανέμου