Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Σ' αγαπώ μα δεν το κχέρεις

Είσαι 3,5 κι εγκυμονώ τον αδερφό σου. Αναρωτιέμαι πού θα βρω αγάπη για κείνον. Έχεις ποτίσει κάθε κλωστούλα, κάθε σταγόνα της καρδιάς μου.  Προσπαθώ να σε προετοιμάσω για το νέο ερχομό. Ανεπιτυχώς, αφού ούτε κι εγώ είμαι έτοιμη. Σου μιλάω για ένα καινούριο σύντροφο στο παιχνίδι. Ξεχνάω να επισημάνω πόσο μικροσκοπικά κι ανήμπορα είναι τα νεογέννητα. Σύντομα, όλα μου τα λάθη, θα μας συναντήσουν.

Ξεκινάς παιδικό σταθμό. Μαγκωμένος, ανόρεχτος, αλλά ποτέ δεν μου ‘χεις  χαλάσει χατίρι.
Σε λίγες μέρες έρχεται βιαστικός ο αδερφός σου. Επελαύνει καταλαμβάνοντας τον κόσμο μου. Τον ερωτεύομαι αναπάντεχα κι ολοκληρωτικά κι εσύ απ’ τη μια μέρα στην άλλη, γίνεσαι ο μεγάλος. Φεύγεις για το «σκολείο» με κλάματα. Νιώθεις εξορισμένος και γεμίζω τύψεις γιατί με φοβάμαι. Φοβάμαι πως σε διώχνω για να μείνω μόνη με το νέο μου έρωτα. Σκαρφίζεσαι ιστορίες να δείξεις το δίκιο σου. Ιστορίες για ένα άλλο κείμενο.
Μια μέρα, τα δάκρυα στερεύουν. Συνήθισες λέω και σου πιάνω κουβέντα την ώρα του βραδινού μπάνιου. «Βρήκες καινούργιους φίλους;» σε ρωτώ. Κοκκινίζεις. Ναι, δεν με γελούν τα μάτια μου. Κοκκινίζεις! «Για πες!» σε τσιγκλάω. Έχω μυριστεί θησαυρό. «Όχι φίλο αγόρι» απαντάς μετά από σκέψη. «Κορίτσι, λοιπόν; Πώς τη λένε;». «Σοφία.», «Ωραίο όνομα! Και παίζετε μαζί;» , «μας αρέσει η ίδια γόμα. Μας αρέσει να ζωγραφίζουμε με την ίδια γόμα.»Μάλλον δεν το κάνετε για χάρη της τέχνης, αλλά δεν σου λέω αυτό:  «Την ίδια στιγμή;» Γνέφεις πως ναι. Με κοιτάς μ’ αυτά τα μάτια τα μεγάλα σαν εβδομάδες-που λέει η Ζυράννα. Το συλλογιέσαι ώρα αυτό που θα πεις. Κόκκινος πάλι, το ξεφουρνίζεις: «Εγώ τη Σοφία την παντρεύτηκα μα εκείνη δεν το κχέρει.» Το «Ξ» σου είναι ακόμα «Χ» και τ' αγκαλιάζω κάθε φορά που τ' ακούω. Μου έρχεται να γελάσω για τον ερήμην αρραβώνα. Μου έρχεται και να δακρύσω. Είναι που ο έρωτας γιατρεύει σκάβοντας νέες πληγές.  «Πώς είναι η Σοφία;» σε ρωτώ. «Είναι 2, 5 χρονών. Έχει κίτρινα και στρογγυλά μαλλιά και ξέρει πολλά πράγματα».  Με τους αριθμούς τα πήγαινες πάντα περίφημα, με τις περιγραφές πάλι, θα πρέπει να κάνω ταμείο (γρου-γρου): 
Κίτρινα και στρογγυλά μαλλιά= είναι ξανθιά με μπούκλες. 
Τα άλλα τα κατάλαβα χωρίς μεταφραστή. «Δεν θα πω κουβέντα.» σου υπόσχομαι όσο πιο όμοια με σένα μπορώ να ψηλώσω. Χαμογελάς με ανακούφιση. Έχεις αποφασίσει πια να φυλάγεσαι απ' τις αγάπες. Να τις κρύβεις. Όσο μπορείς.

Λίγες μέρες μετά, καθώς φτάνω στο σχολείο, μου τραβάς το χέρι. Δίπλα μας, ένας μεγαλόσωμος μπαμπάς παραλαμβάνει μία τοσοδούλα μπέμπα. Ξανθούλα και μπουκλωτή. Η πιπίλα καλύπτει το μισό πρόσωπο. Έχει γείρει στην πατρική αγκαλιά γλαρωμένη (τσομπ-τσομπ). Μου τραβάς το χέρι να χαμηλώσω. Τρέμεις πουλάκι μου. Ψιθυρίζεις: «Η Σοφία». Εντάξει, το καταλάβαμε. 
H Σοφία ξέρει όντως πολλά πράγματα. Καταλαβαίνει ας πούμε, πως μιλάμε γι αυτή. Ανοίγει μάτια, μας κοιτάει. Χαμογελάει, βγάζει την πιπίλα, λέει στον μπαμπά: «Αυτή είναι η μαμά του.» Το λέει για μένα και σου ρίχνει ένα βλέμμα με μάτια μισόκλειστα που δεν είναι της νύστας. Ούτε των δυόμισι χρόνων είναι. Ξαναβάζει την πιπίλα, γίνεται πάλι μωρό και γέρνει στον ώμο του πατέρα της. Εκείνος μου κλείνει το μάτι. «Γεια σου συμπεθέρα!» Μπορώ τώρα να χαμογελάσω κι εγώ στο συμπέθερο; Μπορώ.
Είπα όμως; Δεν είπα κουβέντα. (Ε, ως τώρα.)

Ποστ γραμμένο για το αφιέρωμα στην πρώτη αγάπη. 
Στο ίδιο αφιέρωμα συμμετέχουν εξαιρετικοί μπλόγκερς. 

Ο ήχος του ανέμου: ο πρώτος έρωτας
Η ποδηλάτισσα: Πρώτη αγάπη

Έρωτες


Το παιχνίδι στην αυλή έδινε κι έπαιρνε. Οι δασκάλες φώναζαν να μαζευτούν στην τάξη, αλλά κανένα από τα παιδιά δεν έδειχνε να συγκινείται. Τα έδιναν όλα στο τρεχαλητό που λαχταρούσαν ολόκληρο το χειμώνα. Ήταν ένα από αυτά τα ανοιξιάτικα πρωινά, που νοιώθεις τη γλυκιά ανάσα της πλάσης, όταν ο ήλιος δειλά-δειλά αρχίζει να ζεσταίνει και πάλι τη γη. Τα πρώτα ζωύφια είχαν πάρει είδηση ότι μπορούν να περιφέρονται αμέριμνα χωρίς να ξεροσταλιάζουν. Απαλλαγμένες από τη χειμερινή τους βραχνάδα οι φωνές από τα μεγάλα ζουζούνια πλημμύριζαν το σύμπαν. Η επιστάτρια είχε αρχίσει να ουρλιάζει, όταν επιτέλους αποφάσισαν να την ακούσουν. Τα μεγαλύτερα παιδιά ξεκίνησαν να ανεβαίνουν στις τάξεις σε ομάδες, ενώ τα πρωτάκια έμπαιναν στη σειρά. Είχαν ξωμείνει αρκετά παρά πίσω όταν τυχαία της έπιασε το χέρι. Το ένιωσε σαν το δικό της, μικρό και απαλό. Την τράβηξε απότομα προς τα πίσω. Ξεχώρισαν από τα άλλα παιδιά και κρύφτηκαν κάτω από τη σκάλα. Της έκανε νόημα να κάνει ησυχία βάζοντας το δάχτυλό του στο στόμα. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά πιο δυνατά, ένοιωθε το φτερούγισμα. Καθώς έσκυψαν να δουν αν κάποιος από το πλατύσκαλο μπορούσε να τους δει, τσούγκρισαν τα κεφάλια τους. Πήγαν να γελάσουν δυνατά, αλλά έπνιξαν το γέλιο σφίγγοντας με το άλλο, το ελεύθερο χέρι τους το στόμα. Στην αυλή είχε πια απλωθεί ησυχία. Τότε έσκυψε και τον φίλησε. Απαλά, όπως τη φιλάει η μαμά της πριν κοιμηθεί. Της ανταπόδωσε το φιλί, στο στόμα αυτή τη φορά, όπως είχε δει να κάνουν στην τηλεόραση. Η κοτσίδα της αναπήδησε στο ρυθμό της καρδιάς της. Τα μάγουλά της είχαν γίνει κατακόκκινα, από τη φλόγα. Αντάλλαξαν κουβέντες τρυφερές, σε γλώσσα συμπαντική που ξεχνιέται όσο περνάνε τα χρόνια. Πριν επιστρέψουν στην τάξη πρόλαβαν να ορκιστούν αιώνια αγάπη. Υποσχέσεις που κρατάνε όσο η μνήμη των παιδιών.
Πριν χτυπήσει την πόρτα του γραφείου ένοιωσε την παρουσία της. Ίσως να ήταν και το υπερβολικό, όπως πάντα άρωμά της, που έβγαινε από τις χαραμάδες. Στο γραφείο του διευθυντή επικρατούσε ησυχία και ταραχή. Τα βλοσυρά μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. Τα δικά της, φουρτουνιασμένα γυάλιζαν. Έβαλε τα χέρια πίσω από την πλάτη της. Και περίμενε. Άρχισαν να μιλάνε κι οι δύο μαζί και δεν άντεχε να τους ακούει. Τα αυτιά της βούιζαν από την πίεση. Η καρδιά της χτυπούσε ανελέητα. Όταν το χέρι, το αγαπημένο, έπεσε πάνω στο παιδικό της μάγουλο, έκλεισε τα μάτια της για να το αποφύγει. Μόρφασε από τον πόνο. Τα δάκρυα ξεχύθηκαν. Γύρισε και κοίταξε το τζάμι του γραφείου του κυρίου διευθυντή. Της φάνηκε ότι, πίσω από το παράθυρο, πέρα στα σύννεφα που χαζολογούσαν στον ορίζοντα, ένα χαριτωμένο μουτράκι της χαμογελούσε.

Συμμετοχή στο αφιέρωμα "πρώτη αγάπη" 
Στο αφιέρωμα συμμετέχουν ένα σωρό αξιολάτρευτοι μπλογκερς:


Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2013

Ζώα στα σύννεφα*


Ξύπνησα στο φθινόπωρο με την αψιά γεύση του αίματος στο στόμα… Αναπνέοντας χημικά κι ανασαίνοντας μπαρούτι. Με σειρήνες στο μυαλό και στο κεφάλι. Με ταραχή στην καρδιά και στο στομάχι. Τριγύρω πυροβολισμοί· διαρρηγνύουν την επίπλαστη ασφάλειά μου. Φυλλομετρώ πεδία μαχών και αμάχων. Η βία βουτηγμένη σε αίμα αθώων αναπαράγεται ανεξέλεγκτα και πρόστυχα. Πολλαπλασιάζεται ρουφώντας σαν βδέλλα ανεκτικότητα και ανθρωπιά. Νο way out! Γραμμένο σε σκληρές γλώσσες των νικητών, σε γλώσσες-δυνάστες. Νεκρός Θεός. Ο Θεός των πολλών. Που δεν είναι ο δικός μας. Νεκρανάσταση. Θρησκευτικά ή αρχαία; Ποιος είναι ο πιο νεκρός; Αυτός με το μαχαίρι στην καρδιά ή ο παρίας με το στιλέτο ανάμεσα στα μάτια; Ποιοι έχουν δίκιο λοιπόν; Οι γονείς ή οι δάσκαλοι; Οι μαθητές ή οι καθηγητές; Τους ρωτάω. Αντί απάντησης, αυτοί αρχίζουν να μετακινούνται, αποδημητικά.
Και να’μαστε πάλι μονάχοι, ανάλλαχτοι, παγωμένοι μπροστά στο κενό που δημιούργησε ένας καταρράχτης από καταναλωτικά αγαθά που πάψανε να στραφταλίζουν μπροστά στα μάτια μας. Κρεμώντας σακούλες με τρόφιμα δίπλα στα σκουπίδια, ολοένα και αραιότερα, ολοένα και λιγότερα. Λιγοστή η τροφή. Μόνο κάτι ψίχουλα περισσεύουν που μαζεύω με περισσή φροντίδα για τα στρουθία και τα άλλα, τα πετούμενα της πόλης. Όσα γλύτωσαν από τους γρήγορους οδηγούς της άδειας πόλης, της θερινής. Τριγυρίζουμε σε κηδείες και μνημόσυνα, ενώ έχουμε στερέψει από παρηγόριες κι από λόγια. Βρυκολακιάζουμε σε στάσεις εργασίας κι απεργίες κουφάρια, και το χαμένο συλλογικό μας κοιτάει από τον πάτο. Ανακυκλώνουμε συνειδήσεις και τραγούδια. Για να προσπεράσουμε ή ν’ αντέξουμε. Έχει καταλάβει κανείς άλλος; Έχει προλάβει να καταλάβει κανείς άλλος;
Έξω από την πόρτα μας ο καιρός στέκει αναποφάσιστος. Παρακαλάμε να βρέξει μπας και ξεπλυθούν οι αδικίες μας. Προς το παρόν μόνο οι αυτοκτονίες πέφτουν βροχηδόν· και κάποιοι οι άνθρωποι μέσα από τα σύννεφα. Κι η μάνα-γάτα σπεύδει να φάει παραμερίζοντας το αδύναμο παιδί της. Άσπλαχνος ο Σεπτέμβρης, μάτια μου. Κι άκαρδος.
 Όταν καμιά φορά η ύαινα βαρεθεί
ακούγονται οι σειρήνες της
και τότε αγέρωχη με το σπαθί της παίρνει
πάλι και πάλι τη νεκρή παρτίδα

Γελάει χαριτωμένα και σε λίγο
ξαναμοιράζει σε όσους ζωντανούς
την ίδια τράπουλα*
 Εσύ, το ξέρεις ότι η ύαινα δεν έχει θηρευτή;

*Από την ομώνυμη τελευταία συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη (εκδ. Κέδρος) «που βρέθηκε στα κατάλοιπά του έτοιμη προς έκδοση» και μου τη χάρισε ο ανώνυμος φίλος

**Η ελευθερία μου συνίσταται στο να είμαι αυτό που δεν θέλουν να είμαι
Mahmoud Darwish

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2013

Μέρα μαγική



Είναι κάτι μέρες που τους ευχήθηκε ένα σμήνος καλές νεράιδες. Είναι αυτές οι μέρες που το κακό στέκει πίσω από το μαγικό κύκλο. Το κύκλο των φίλων. Αυτή τη μέρα, τα σύννεφα θα δροσίσουν το δρόμο μας, μα δεν θα ρίξουν ούτε σταγόνα, οι πέτρες που θα μπουρδουκλώσουν τα πιτσιρίκια, θα είναι στρογγυλές και δεν θ’ ανοίξει καμιά σοβαρή πληγή, ο ζόφος της βδομάδας θα προσπεράσει τις σκέψεις και θα λουφάξει παράμερα. Όλα τα φαγητά θα πετύχουν. Τα γλυκά θα είναι αυτά που όλοι ορεγόμασταν. Τα άγνωστα πιτσιρίκια θα παίξουν λες και γνωρίζονταν χρόνια, οι μεγάλοι θα τα καμαρώνουν με συγκίνηση και περηφάνια. Σαν  όλα να ήταν παιδιά όλων. Στο τέλος, θα γίνουμε κι εμείς παιδιά: παππούδες, γονείς, μικρά και μαζί θα κάνουμε γκριμάτσες και γέλια και σωστές μαντεψιές. Και θα νικάμε. Θα νικάμε όλοι.
Ποστ αφιερωμένο στον οργανωτή (και στην απίστευτη οικογένειά του) μιας εκδρομής-ονειροπαγίδας και στους συνεκδρομείς-συνοδοιπόρους.
Οι φωτό είναι του Λεωνίδα.

Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Όλα με το μαχαίρι

Στην τρυφερή ηλικία των 14 χρόνων, είχα σημαδευτεί απ’ την ανάγνωση του «ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο». Θυμάμαι ακόμα κάποιες ιδέες του Ρεμάρκ που τότε με είχαν συνεπάρει. Ο Ρεμάρκ είχε πολεμήσει στα χαρακώματα του 1ου Παγκόσμιου πόλεμου ως γερμανός στρατιώτης. Αναρωτιέται συχνά, σ’ αυτό το αυτοβιογραφικό βιβλίο, τι έχει να χωρίσει με τους απέναντι. Με τα συνομήλικά του παιδιά απ’ τη Γαλλία, με  τα οποία ακούνε την ίδια μουσική, διαβάζουν τα ίδια βιβλία, εύκολα θα ερωτεύονταν το ίδιο κορίτσι (αν και αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε καυγά). Σε καιρό ειρήνης ο «εχθρός» απέναντι, μπορούσε να είναι ο κολλητός. Αυτή η σκέψη τον οδηγεί σε μια πρόταση, που πολύ την είχα χαρεί: Κάθε φορά που οι ηγέτες οδηγούν τους λαούς σε πόλεμο, να μην στέλνουν τους νέους να σκοτωθούν,  να μην βομβαρδίζονται οι πόλεις και οι άμαχοι, Να λύνουν οι αρχηγοί τις διαφορές τους σε ένα ρινγκ, παλεύοντας μέχρι θανάτου. Αν γουστάρουν και αν τους βαστάει να παραστήσουν τους ήρωες. Κι όλοι εμείς, οι μελλοθάνατοι τώρα πολεμιστές, να μπιζάρουμε και να στοιχηματίζουμε στις κερκίδες .
Πολλές φορές έκτοτε σκεφτόμουν, πως αν ποτέ γινόταν πόλεμος, αν τύχαινε να με πάρουν στρατιώτη (στην περίπτωση που στρατολογούσαν και τα κορίτσια), θα μου ήταν αδύνατο να σκοτώσω. Αν ο «εχθρός» ή ο «εισβολέας» ήταν κάποιος πολύ αξιότερος, πολύ πιο αξιαγάπητος από μένα; Πώς θα μπορούσα να το ξέρω; Πώς θα μπορούσα να στερήσω την ανθρωπότητα από ένα λαμπρό μυαλό ή από μια ψυχή αγίου;
Αν ο απέναντι ήταν το πιθανό μου φιλαράκι; Ίσως ο μελλοντικός αγαπημένος μου; Κατέληξα λοιπόν, πως όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι, αφού διεξάγονται μεταξύ πιθανών φίλων, αφού οι φίλοι -περισσότερο από κάθε άλλη ομάδα ανθρώπων- θα μπορούσαν να απαρτίσουν μια φυλή, πέρα από το χρώμα το δέρματος, τον τόπο που γεννήθηκαν, το σχήμα των ματιών τους. Όλοι οι πόλεμοι, λοιπόν, είναι εμφύλιοι.
Όλοι οι πόλεμοι;

Ίσως όχι όλοι. Με αυτόν τον τύπο ας πούμε,  δεν θα μπορούσα να ήμουν φίλη. Γιατί βρε παιδί μου, άμα σε πληρώνει η χρυσή αυγή (με χρηματοδότηση ποίων αλήθεια;) να δολοφονείς ανθρώπους, ε όχι. Δεν υπάρχει περίπτωση να είσαι  φίλος. Είσαι εχθρός. Είσαι απέναντι , έξω, πέρα και  μακριά από κάθε εισαγωγικό. Αν η αστυνομία κάθεται και σε καμαρώνει να σκοτώνεις άοπλους,  τότε πώς θα εμποδιστεί η σύρραξη;  Και με ποια λογική θα βαφτιστεί εμφύλιος;

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

Ελεύθερη (;) στη Μακρόνησο

5.600 θεατές παρακολούθησαν την παράσταση «Ποιος τη ζωή μου», στη Μακρόνησο, βασισμένη στη ζωή του Μίκη Θεοδωράκη. Βρέθηκα ανάμεσα τους, παρέα με φίλους της καρδιάς.
Η παράσταση με συγκίνησε. Ναι, ήταν αγιογραφία, αλλά η ζωή του Μίκη -πριν τη μεταπολίτευση, υπήρξε  εναλλαγή δόξας και μαρτυρίου. Θυμίζει βίο μάρτυρα. Κι ας ήταν αμήχανη η μετέπειτα πορεία και οι επιλογές του. Ας συγκριθεί όμως μαζί του, όποιος έφτασε τόσες φορές κοντά στο θάνατο απαρνούμενος μια εύκολη ζωή.
Αλλά, για την παράσταση, έχουν μιλήσει ήδη πολλοί. Ήταν άλλωστε η τελευταία ευκαιρία να τη δεις κανείς και δεν έχει πολύ νόημα να προκαλέσεις το ενδιαφέρον όσων την έχασαν.
Να μόνο κάποιες σκέψεις καθώς περπατούσα στη Μακρόνησο.

Βαδίζοντας προς το αυτοσχέδιο θέατρο-πρώην λιμανάκι, είναι αδύνατο να μην ανασάνεις τις αναμνήσεις του χώρου. Η εικόνα είναι εδώ μα και δεν είναι ταυτόχρονα. Τα θυμάρια δεξιά κι αριστερά ευωδιάζουν, μα τους πήρε χρόνια να ξεπλυθούν από το αίμα των βασανισμένων. Τα φώτα του Λαυρίου δείχνουν ν’ απέχουν μερικές απλωτές. Όσο κοντά είναι το Αλκατράζ από το Σαν Φρανσίσκο. Το φεγγάρι χαράζει χρυσαφένιους δρόμους στην ήρεμη ράχη της θάλασσας, αλλά αυτή η ράχη έχει καταπιεί ανθρώπους στην αγριότητα ατελείωτων χειμώνων.
Ακολουθώ τα βήματα εκείνων που αρνήθηκαν να υπογράψουν δηλώσεις μετανοίας, μένοντας πιστοί στις αρχές τους. Γνωρίζοντας και εισπράττοντας το τίμημα. Είτε ασπάζεσαι είτε όχι τις ιδέες τους, δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις, την προσήλωση στα ιδανικά. Βαδίζω με σεβασμό. Τα χνάρια τους είναι πολύ μεγαλύτερα απ τα δικά μου.

Άραγε ν’ ατένιζαν τα φώτα απέναντι και να σκέφτονταν: "Να εκεί! Άνθρωποι ελεύθεροι"; Η μήπως,  οι λίγοι απ τους απέναντι να έδειχναν αυτά τα μυρμήγκια ν’ ανηφορίζουν το Γολγοθά, αντιγυρίζοντας το λόγο. Ποιος ήταν ελεύθερος;
Δεν είμαι παρά επισκέπτης. Ανήκω στους απέναντι. Αυτούς που σέβονται από μακρυά, αλλά δεν θα τολμούσαν ούτε μια μέρα της ζωής τους να περάσουν στο Ελληνικό Νταχάου. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Με τη διαφορά, πως το Νταχάου αποτελεί επισκέψιμο μνημείο. Η Μακρόνησος αφέθηκε να γίνει γκρεμίδι. Οι απόγονοι των Ναζί, που κάποιοι εθνικόφρονες τους αντιπαθούν σήμερα (τους απογόνους και όχι τόσο τους ναζί), αποδέχτηκαν το ρόλο τους και επιδεικνύουν την επώδυνη ιστορική μνήμη. Σύσσωμες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις της Ελλάδας θάβουν τη σύγχρονη ιστορία μας μέχρι ν’ απέχουμε τόσο απ’ αυτήν, ώστε να σου ξεφουρνίσουν εκείνο το ασυλλόγιστο: δεν έχει πια σημασία.
Κάποιο λίγοι επιζώντες –ως επί το πλείστον ανάπηροι απ τα βασανιστήρια- κι οι συγγενείς των θυμάτων, κάνουν τρισάγια στο στοιχειωμένο τόπο. Λες κι είναι μόνο οι οικογενειακές τους ιστορίες. Λες και οι θηριωδίες που διαπράχθηκαν εδώ δεν μας αφορούν όλους.
Αν μετά τη δικτατορία, θέλαμε στ' αλήθεια ν’ αλλάξουμε πορεία, αυτή η χαυνωτική λήθη έπρεπε να μείνει μακρυά. Μα έλα που βολεύει τόσο τις θεωρίες των ίσων αποστάσεων, των χαραγμένων με το διαβήτη (τη γνωστή εκφυλιστική νόσο μάλλον, παρά το γεωμετρικό όργανο). Έλα που ελλοχεύει ο κίνδυνος των προφανών ερωτήσεων.
Και να μαστε εδώ, χωρίς πνευματικούς ανθρώπους του μεγέθους ενός Θεοδωράκη και ενός Χατζηδάκη, να ακούμε με προσοχή τις προσεγγίσεις κάποιων ταλαντούχων μεν, κυνικών δε, τύπων. Οι λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι του σήμερα μοιάζουν τόσο μικροί δίπλα στους ανθρώπους του τότε. Αναλόγως μικροί είμαστε κι εμείς. Η εποχή αντίθετα, δεν είναι μικρή για να μας αντέξει.
Παρακολουθώντας την παράσταση, μ’ εντυπωσίασαν δύο τρία στοιχεία του νεαρού Μίκη. Το πρώτο είναι πως είχε όλα τα χαρακτηριστικά της νιότης. Ενθουσιασμό, αυταπάρνηση, ορμή, τόλμη, πίστη, ρομαντισμό, αίσθηση παντοδυναμίας. Οι σημερινοί λεγόμενοι πνευματικοί άνθρωποι, δείχνουν να γεννήθηκαν στραβωμένοι. Γεροπαράξενοι. Το δεύτερο χαρακτηριστικό του Μίκη ήταν πως επιζητούσε την συμπαντική αρμονία, θεώρηση που τον ανύψωνε από τη φραγκοφονιάδικη ματιά των «διαδόχων». Τέλος, ακόμα και στη μεγαλύτερη σκοτεινιά διέκρινε ελπίδα.
Δεν έχουμε σκοτεινιάσει αρκετά για να τη δούμε κι εμείς;

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Μικροί δραπέτες


Η εποχή του ΔΝΤ σήμανε το τέλος των δωρεάν αγαθών. Το δωρεάν λοιδορείται. Ποινικοποιείται και ενίοτε τιμωρείται με εκτέλεση.Τσαμπατζήδες εκπαραθυρώνονται και άνθρωποι του πνεύματος –σχεδόν- χειροκροτούν τους δημίους. Σ’ αυτό τον παράξενο χωρόχρονο της επικηρυγμένης χαράς, στον τόπο της άγριας φορολογίας που μόνο τον πρωταρχικό σκοπό της, την επιστροφή δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών δεν εξυπηρετεί, υπάρχουν ακόμα κάποιοι μικροί δραπέτες. Πράξεις ανθρώπων αποκομμένες απ τους ίδιους και γι αυτό ολότελα αθώες. Στιγμές αντίστασης. Ακαπέλωτες κι αυθόρμητες.
Τις συλλέγω σαν σπάνια πετράδια.

Ξύπνησα πολύ πρωί αυτό το Σάββατο κι ήταν ευκαιρία να τελειώσω εκείνες τις δουλειές-στοιχειά της βδομάδας. Περνώντας έξω απ το δωμάτιο των παιδιών σταματώ για το καθιερωμένο χάζεμα. Παλιότερα τους φύλαγα την ώρα που κοιμόντουσαν, μα από τότε που μπήκαν για τα καλά στην εφηβεία, αρκούμαι σε μια μακρινή ευχή. Τα πρόσωπά τους, σκληρά γυμνασμένα μπροστά στον καθρέφτη στην υιοθέτηση του κοινωνικά αποδεκτού cool ύφους, τώρα έχουν χάσει κάθε προσποίηση. Είναι δυο όμορφα και ήρεμα παιδιά. Όσο αυτά κοιμούνται, η αθωότητα ξαγρυπνά πάνω απ τα κεφάλια τους.

Στη λαϊκή ο μανάβης συζητάει με τη μητέρα του.
-          Να βάλουμε τα λεμόνια 20 λεπτά πιο πάνω;
-          Όχι!
-          Μα τι θα βγάλουμε;
-          Ότι βγάλουμε! 5 δραχμές. Ναι, δραχμές! Μην με κοιτάς έτσι!

Στο σπίτι κάποιος έχει ξεχάσει την τηλεόραση ανοιχτή και το παράνομο μεγαλοκανάλι ξεφορτώνει σκουπίδια στο σαλόνι. Κόβω φρούτα στην κουζίνα και τα χέρια μου κολλάνε για να πιάσω το τηλεκοντρόλ. Κολλάει και το μυαλό μου. Η αηδία έλκει τα ταπεινότερα ανθρώπινα ένστικτα. Αυτά που συμπεριφέρονται σαν μύγες. Βουίζουν οι μύγες της οθόνης, βουίζει και το κεφάλι μου. Και κει που λέω πως όλα συνηθίζονται κι η βρώμα και το ψέμα κι η αλλοίωση της πραγματικότητας κι αποχαυνωτικά βυθίζομαι στο βούρκο που έχει καταπιεί το σπίτι, ένας άγγελος τραγουδάει. Η φωνή δεν μοιάζει του κόσμου τούτου. Τα λόγια ηχούν ακατανόητα. Είναι σε μια γλώσσα που έχω ξεχάσει. Κλείνω την τηλεόραση κι η αποφορά αποσύρεται μαζί με τα ραδιοκύματα. Βγαίνω στο μπαλκόνι κι εντοπίζω τον άγγελο. Είναι η μικρομανούλα του κάτω ορόφου που νανουρίζει την μπέμπα της.

Η φωτογραφία είναι του Λεωνίδα

 

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Η παραμονή (ή don't be afraid of Maths)


Όπως όλες τις παραμονές της ζωής μου, δηλώνω πως θα κοιμηθώ νωρίς, λέω πάω για ύπνο και εννοώ πάω να φτιάξω την αυριανή μου μέρα. Να την πλάσω κατά το πως θέλω και επιθυμώ. Να τη ζουλήξω μέχρι να τη χωρέσω στα όνειρά μου. Δεν έχω άγχος. Μόνο γλυκειά προσμονή. Την προσμονή που κάνει την καρδιά να φτερουγίζει και το στομάχι να σφίγγεται. Κι όταν σβήσουν όλα τα φώτα, τότε ανοίγω τα μάτια της νύχτας, αρχίζω να καταλαγιάζω και καρφώνομαι στο ταβάνι. Εκεί εκτυλίσσεται το μαύρο θέατρο της ευσεβών πόθων μου.
Έτσι ήταν και όταν πήγαινα σχολείο. Φανταζόμουν ό,τι ήθελα να φανταστώ. Τους μελλοντικούς συμμαθητές, την αγαπημένη δασκάλα, το φωτεινό κτίριο με τα μεγάλα παράθυρα και τις μαρμάρινες σκάλες, τα αστεία που θα έλεγα, τις φάρσες που μου έμαθε η καλοκαιρινή παρέα, τα παιχνίδια της γειτονιάς που θα μετέφερα στο προαύλιο, το πρόγραμμα με τα μαθήματα που, από τα μεγαλύτερα ξαδέρφια, ήξερα ότι θα έκανα...και μαζί έναν ανεπαίσθητο φόβο για το δυσκολότερο μάθημα, την αριθμητική, μαζί με τις πράξεις, τα γινόμενα, τα κλάσματα, τους διαιρέτες, τους μιγαδικούς, τους αρνητικούς, τα σύνολα, τα ολοκληρώματα, τις εξισώσεις πρώτου και νιοστού βαθμού.
Κα τότε την ακούω-και πάντα θα ακούω-τη φωνή του πατέρα, που ξεχωρίζοντας ένα-ένα τα δάχτυλα του χεριού μου με καθησυχάζει, μην φοβάσαι, τα μαθηματικά είναι απλά, είναι μόνο δέκα αριθμοί, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 0, μόνο αυτούς αρκεί να ξέρεις και θα ξέρεις όλα τα μαθηματικά του κόσμου.

Το 27λεπτο φιλμάκι της Ντίσνεϋ είναι του 1959 και εξοικιώνει τα παιδιά με το μαγικό κόσμο των αριθμών (σε  δύο μέρη με ελληνικούς υπότιτλους)

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

Πρώτη μέρα σχολείο

Ο μεγαλύτερος κατά πέντε χρόνια αδερφός μου είχε ξεκινήσει το σχολείο. Το απεχθανόταν. Κάθε πρωί έφευγε απ’ το σπίτι με κλάματα. Ένα-ένα αποσπούσαν δαχτυλάκια από γαντζωμένα αντικείμενα. "Άδραξε τη σταθερότητα του σπιτιού" έμοιαζε να είναι το μοτίβο των πρώτων σχολικών του χρόνων. Απορούσα. Για μένα το σχολείο αποτελούσε ένα όνειρο. Είχα νοητά ζωγραφίσει τους τοίχους με ζωηρά χρώματα. Γελαστούς ήλιους, φουσκωτά σύννεφα, λουλούδια. Χώρους να περιβάλλουν χαρούμενα παιδιά. Τους μελλοντικούς μου φίλους. Όλους και όλες όμορφους κι ευτυχισμένους. Η τάξη όπου λαχταρούσα να βρεθώ βρισκόταν δίπλα σ’ έναν κήπο χωρίς φράκτες. Το πιο πολύ μάθημα γινόταν έξω κι η δασκάλα... ω, η δασκάλα, ήταν ένας κλώνος της μαμάς και του μπαμπά. Είχε το βλέμμα της αγάπης, το χαμόγελο της παρηγοριάς και την παιχνιδιάρικη διάθεση, όπου κάθε νέα γνώση ήταν κοινή κατάκτηση εκπαιδευτή κι εκπαιδευόμενου, κατάληξη ενός τρεχαλητού, μιας μαντεψιάς, ενός κυνηγιού θηασυρού. Κι αυτό ήταν το σχολείο όπου ήθελα τόσο πολύ να πάω. Αυτό ήταν το σχολείο όπου ήμουν σίγουρη ότι θα βρεθώ. Ναι, η ανάμνηση είναι τόσο έντονη που την θυμάμαι ακόμα. Δεν έχω ιδέα πώς βρέθηκε στο μυαλό μου.
Τα χρόνια πέρασαν κι ήρθε η ώρα να πάω στη 1η δημοτικού. Με τη μαμά και τη γιαγιά στο σπίτι, δεν είχε υπάρξει η ανάγκη παιδικού σταθμού ή νήπιου. Η εικόνα του ονειρικού και απολύτως εφικτού κατά την φτωχή μου αντίληψη σχολείου βρισκόταν αμετακίνητη στο νου μου.
Η πρώτη μου επαφή με το σχολείο ήταν κάπως έτσι:

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Η τελευταία φορά



How beautifully leaves grow old.
How full of light and color are their last days.
John Burroughs
 
Το τελευταίο τσιγάρο. Αυτό των αναχωρητών. Το τελευταίο γεύμα. Αυτό των μελλοθανάτων. Η τελευταία ανάσα. Αυτή των πρωταθλητών. Η τελευταία βουτιά.  Αυτή των παραθεριστών. Το τελευταίο είναι και το γλυκύτερο και το ελκυστικότερο. Μόλις συνειδητοποιήσεις το τετελεσμένο, πυροδοτείται ο πόθος σου. Όταν σε περιορίζουν ξεκινάς την αντίστροφη μέτρηση για την κατάρριψη του περιορισμού σου. Κι αν η μαλθακότητα σε έχει κάνει αδύναμο, τόσο πιο λυσσαλέα αναζητάς το ανέφικτο.  Όταν οι δυνάμεις σε εγκαταλείπουν, τόσο πιο απεγνωσμένα θέλεις να ζήσεις. Κοιτάς απελπισμένα τους γύρω σου κι αρπάζεσαι από πάνω τους. Αν προλάβεις.
Αν τρέχεις πίσω από το χρόνο, ο χρόνος τρέχει ακόμα γρηγορότερα: αυτός είναι ο νόμος της κατανάλωσης, του ξοδέματος. Ό,τι κατακρατάς, σε κατακρατάει, ό,τι σε κάνει ιδιοκτήτη σε γερνάει: αυτός είναι ο νόμος της ενηλικίωσης. Προσαρμόζεσαι· αυτός είναι ο νόμος της ζωής, της επιβίωσης.
Την πρώτη φορά πατάς ανάλαφρα· καρκινοβατείς. Την  τελευταία  έχεις κάνει την επιλογή. Και αυτή σε ορίζει και σε βαραίνει. Η ιστορία σου παραμένει ο έσχατος ορίζοντας δημιουργίας και φθοράς, παραγωγής και καταστροφής,.
Φεύγοντας, θα θυμάσαι αυτό που χάνεις εντονότερα από όσο όταν το είχες. Εγκαταλείποντας τη θέση σου, θα αναπολείς ισόβια την τελευταία στιγμή. Η ύστατη εικόνα αέναα θα σε στοιχειώνει.
Κοιτάζω την έρημη παραλία.  Σβήνω απ’ την άμμο όλα τα χνάρια που με κυνηγάνε. Στο τέλος, σβήνω το τσιγάρο. Στην  τελευταία βουτιά μου για φέτος ρουφάω όσο πιο πολύ νερό αντέχω, μέχρι να γεμίσουν τα πνευμόνια μου. Κανείς δεν μπορεί να πνιγεί μόνος του. Τα αντανακλαστικά με σώζουν. Ευτυχώς.
 

(*H φωτό του Λεωνίδα…με τη μηχανή μου:)