Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Φαντάσματα

Μοιάζω πατημένη. Ε, δεν με λες και καλλονή. Eιδικά αν έχεις συνηθίσει πρόσωπα με οφθαλμικούς βολβούς τοποθετημένους εκατέρωθεν της μύτης. Τα βλέπω όλα μονόπλευρα. Εσείς; Εσείς που έχετε στερεοσκοπική όραση; Τη χρησιμοποιείτε ελπίζω, ε; Εγώ, έτσι γεννήθηκα, έτσι είναι τα παιδιά μου. Η άλλη όψη δεν μ’ απασχολεί. Στην άλλη όψη σέρνομαι, κρύβομαι, φωλιάζω. Είμαι φάντασμα. Το φάντασμα της άμμου. Με διακρίνουν μονάχα μάτια εξασκημένα. Με δείτε – δεν με δείτε όμως, είμαι εδώ. Εγώ και τα υπόλοιπα φαντάσματα.
 
Ναι, είμαστε πολλά.

Ο άνεμος

Την τελευταία μέρα στο νησί ο άνεμος κόπασε. Συνηθισμένοι, οι κάτοικοι του νησιού το αντιλήφθηκαν αμέσως και δεν παραξενεύτηκαν. Οι προσκυνητές με περισσή ευκολία το απέδωσαν σε θαύμα. Οι αλαφροΐσκιωτοι πίστεψαν ότι ο μεγαλοδύναμος απλώς κρατούσε την αναπνοή του. Οι πιστοί αποδέχτηκαν  τη θεία βούληση και αναστέναξαν. Οι τουρίστες ανακουφίστηκαν. Οι νοικοκυρές άπλωσαν ανέμελα τα ασπρόρουχα. Οι απόμαχοι στα καφενεία άκουγαν καλύτερα το συνομιλητή τους και του έδιναν πιότερη σημασία. Οι ψαράδες κατέβηκαν ως την προβλήτα και άρχισαν να ετοιμάζουν τα παραγάδια τους. Οι έφηβοι έβγαλαν τα ακουστικά και άκουγαν ξανά μουσική από τα ηχεία. Τα παιδιά ονειρεύτηκαν πάλι κάστρα με τάφρους και πύργους με πολεμίστρες απλωμένους στην άμμο. Οι ποιητές μάζεψαν τις λέξεις που ο αέρας είχε απιθώσει στις αυλές τους. Τα ξερολούλουδα πήραν ανασαιμό και ξεκίνησαν να μετράνε τις απώλειες. Ο κόκορας φούσκωσε από περηφάνια γιατί επιτέλους θα ακουγόταν παντού. Οι μαγείρισσες ξεμαντάλωσαν τα παραθύρια αφήνοντας προκλητικά τις μυρωδιές να ξεχυθούν στη γειτονιά. Τα αδέσποτα του νησιού επιτέλους θα εντόπιζαν ευκολότερα τα αποφάγια. Τα πετούμενα θα οσφραίνονταν ανεμπόδιστα τη λεία τους. Τα βράχια θα άρχιζαν να γλείφουν τις πληγές τους.  Κι οι παραθεριστές θα απολάμβαναν τα θαλάσσια μπάνια τους.

Εμείς πήραμε το πλοίο της επιστροφής, μέσα σε μια απίστευτη λαδιά καβαντζάραμε το καβο-ντ' Όρο, επιστρέφαμε στην πόλη ξαναβρίσκοντας το ανοίκειο τέλμα μας.

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Η ομορφιά του κόσμου

 Νύχτα 21ης Αυγούστου. Οι αρχαιολογικοί χώροι είναι ανοιχτοί. Για όσους είναι ανοιχτοί κι οι ίδιοι. Ο Λόρκα με τη φωνή του Κατράκη και συνοδεία ανδαλουσιανής κιθάρας ενώνει τη Μεσόγειο. Έτσι κι αλλιώς , τίποτα πραγματικό δεν τη χωρίζει. Το φεγγάρι εκτυφλωτικό στα τηλεσκόπια, μια καλλονή πάνω στα μάρμαρα. Είναι η νύχτα που αναρωτιέσαι. Οι άνθρωποι δεν είναι παρά κουκίδες σε μια ευθεία γραμμή του χρόνου. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να νικήσει το δίδυμο αδερφό του χρόνου, το θάνατο, παρά η ποίηση η γραμμένη σε στίχους, η σκαλισμένη στην πέτρα, η τραγουδισμένη, η αποτυπωμένη σ αυτό το ζευγάρι που φιλιέται στο φεγγαρόφωτο, η άναυδη φύση στη φωτογραφική του δικού μου ποιητή.


Κι εκεί που λες πως χόρτασες την ομορφιά του κόσμου, βγαίνεις στη σιωπή λίγο παραέξω κι όλα ανατρέπονται. Η ποίηση των ανθρώπων δεν είναι παρά μια χλωμή απομίμηση αυτού του ασημένιου χαδιού που ανατριχιάζει στην επιφάνεια της θάλασσας στέλνοντας χαιρετίσματα στη σελήνη.
Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

Θάνατος παλληκαριού

(...) Τρία ξεροσκαστά γέλια ξέφυγαν από τα στόματα του Μάρκου, του Γιαννάκου και της Ταρίας, και μια φωνή, ένα «σκοτώθηκα» από το στόμα του Μήντρου.
«Καλά, αδερφέ, που σκοτώθηκες! Σήκω τώρα· μήπως χτύπησες;
Μωρέ σκοτώθηκα! Δεν μπορώ να σηκωθώ! Δε με πιστεύετε;»
Και μ’ ένα βογγητό τελείωσεν ο λόγος του, κ’ η φωνή χύθηκε παραπονιάρα, ραγισμένη, σα νάχε πάθει από πέσιμο κι αυτή. Κ ‘ έφτασε στ’ αυτιά τους η φωνή του τόσο λυπητερή, βαθειά βγαλμένη από φυλλοκάρδια, τόσον έξαφν’ αλλαγμένη· απ’ τον πόνο, ξεψυχισμένη, που τους περίχυσεν ιδρώτας και τους τρεις. Είδαν πως δεν ήταν χωρατά (...)
«Μωρέ Μήτρο!» μπόρεσαν μόνο να ξεφωνίσουν, κι έτρεξαν να τον πιάσουν, να του δώσουν χέρι για να σηκωθεί.
«Έτσι για το τίποτε· παραπάτησα…γλύστησα…να,  σε μια φλούδ’ απάνου· λεμονοκόμματο θα ήταν…να πάθω τέτοιο κακό…Αχ! Σκοτώθηκα!»
Κ. Παλαμάς,  Θάνατος  παλληκαριού (1901)

γύρω από το άψυχο κορμί του μαίνονται μάχες τρομερές
κάποια βέλη εξοβελίστηκαν με συγκαταβατική αδιαφορία
τα μμμ και τα μμε μηρυκάζουν τις συνήθεις συμβατικότητες
κάποιοι σκυλεύουν το νεκρό με τον ίδιο τόνο και ύφος που συζητάνε για τα νέα μέτρα
συγκρατημένο μένος
κάποιοι πάνε να αρπάξουν τα εύσημα
σαβάνωμα με κούφιες λέξεις
κάποιοι προσπαθούν να βρουν το δίκιο του συστήματος σε έναν άδικο θάνατο

κι εσύ που δεν ήξερες ότι αν ήσουν ξένος, μπορεί και να περνούσες απαρατήρητος
που δε γνώριζες ότι κάποια παιδιά από τις επώνυμες άκρες της πόλης το κάνουν παιχνίδι γιατί έχουν καβάντζα το χαρτζιλίκι για να πληρώσουν αν τους πιάσουν
δεν είχες μάθει ήξερες ότι πρέπει να φοράς κράνος, ακόμη και με το ποδήλατο, να έχεις φώτα στο μοτο-ποδήλατο, να φέρεις διακριτή σήμανση, να φοράς ζώνη, να οδηγείς προσεκτικά, να περνάς από τις διαβάσεις, να περιμένεις στη σειρά σου, να κοιτάς τη δουλειά σου, να θάβεις το δίκιο σου, να περπατάς φοβισμένος, να βρίσκεις τρόπους να υπεκφεύγεις, να γλυτώνεις από την εφορία, να τσαμπουκαλεύεσαι - ιδίως όταν έχεις λερωμένη τη φωλιά σου.

Σκόνταψες παληκαρά μου μεταξύ λογικής κι ευαισθησίας

Τρίτη, 13 Αυγούστου 2013

Να τους κακομαθαίνεις


Όσους αγαπάς, να τους κακομαθαίνεις. Γιατί είσαι εδώ αν όχι για να φιλάς, να στολίζεις, ν' ακουμπάς, να συγχωρείς, να χτενίζεις- αν είσαι μαϊμού, να ξεψειρίζεις- να σκεπάζεις αποκοιμισμένα κορμάκια, να εισπνέεις μυρωδάτα ρούχα, ν' απλώνεις αντιηλιακά, να μοιράζεις βλέμματα και σκέψεις-αγκαλιές, φιλιά και χάδια, ηλεκτρικά αγγίγματα και το θερμό σου λόγο; Σίγουρα δεν είσαι εδώ για να σαι ξινός και μέτριος. Μετρημένες να είναι οι δοσολογίες στις τούρτες, όχι στ' αγκαλιάσματα.
Λένε κάτι μίζερες, μικρές συμβουλές: (Να μην μιλάς στους ξένους. Να μην δείχνεις τα συναισθήματά σου. Να μην ανοίγεσαι. Να μην δίνεσαι ολόψυχα κι αν παρασυρθείς, μην-μην-μην το δείχνεις!)
Να γυρνάς το να ανάποδα. Να το κάνεις αν.
Κι αν μίλαγες στους ξένους; Κι αν σου απαντούσαν; (Δεν θα ήταν ξένοι πια.)
Κι αν δείξεις πόσο ποθείς; Πόσο θές ν’ αγγίξεις; Κι αν τους κακομάθεις; Κι αν τους πνίξεις στην αγάπη; Κι αν ξεχειλίσουν από δαύτην; Μήπως είστε τίποτα παραπάνω από δοχεία ενωμένα; Σωληνάκια στομωμένα στα «να» και «μην»;
Θα κάνω λάθη, λες. (Μπορώ να τ’ αποφύγω;)
Μπορείς να τα ελαχιστοποιήσεις, θα πεις. (Ξέρεις να μετράς; Και ποιος είναι το πρότυπό σου; Σε ποιο Μουσείο μέτρων και σταθμών το φυλάς; Από τι υλικό είναι φτιαγμένο το τέλειο και πόσο αντέχει στις κρούσεις, στα τραβήγματα, στην πίεση, στην κόπωση;)
Γι αυτό σου λέω. Να τους κακομαθαίνεις!

Μην θησαυρίζεις ζαρωμένες αγάπες. Γι αργότερα,  γι αλλού, γι άλλη στιγμή. Όλα αναπνέουν στο τώρα. Οι χτεσινές ανάσες έσβησαν κι οι αυριανές είναι αγέννητα έμβρυα. Περιμένουν ανενεργά, ξεφούσκωτα. Το αύριο ξεψυχάει στο άκουσμα της αναβολής. Σε φοβάται εσένα που φυλάγεσαι. Δεν θέλει να σε ξέρει. Θα το τσαλακώσεις, διπλώνοντας το ταχτικά. Τα «να» και «μην» δεν είναι αλφάδια αλλά ψαλίδια που σκίζουν τον αέρα των ψυχών.

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Να με ταξιδεύεις


δεν χρειάζομαι πολλά, το μυαλό μου να βαστάει, να μην γεμίζει σκοτούρες και να μπερδεύεται σε δίνες, να αλαργάρει που και που, και να χαζεύω τις αφίσες στις βιτρίνες των πρακτορείων ταξιδίων, κι αντί για το είδωλό μου στη τζαμαρία να μας βλέπω αγκαλιασμένους, σε χώρες μακρινές και ξωτικές με περίεργα ονόματα, να μας τριγυρίζουν με έντομα με μεγάλα φτερά και χρωματιστά σώματα και να μας κάνουν σκιά δέντρα με παχιά φύλλα κι απαγορευμένους καρπούς· να γυρίζουμε το νησί πιασμένοι χέρι-χέρι, να σκύβουμε και να μαζεύουμε κοχύλια που δεν πρόλαβαν την άμπωτη και να βάζουμε στ'αυτί μας ναυτίλους - το'χω δει στις ταινίες, για να μαθαίνουμε τ'απόκρυφα του κόσμου· κι όταν μας πιάνει το μεσημέρι να βουτάμε στη δροσιά ασημογάλαζων νερών αγναντεύοντας τις κοραλλιογενείς συστάδες, εμπόδια και προστασία από μοβόρικα ψάρια – κι αυτό από ταινία το'χω μάθει, να τρώμε ζουμερά φρούτα, φτύνοντας χάνω σε νοητή γραμμή τα κουκούτσια και να κάνουμε ευχή, πως θα φυτρώσουν τάχατις, κι ύστερα από χρόνια, όταν πια στη δύση της ζωής μας θα ξαναβρεθούμε στα ανιστόρητα τούτα μέρη να βρούμε καινούργια οπωροφόρα· να αράζουμε στις χορτάρινες αιώρες, σαν κι αυτή - από πλαστικό κορδόνι, που μου αγόρασες και μου κρέμασες στο μπαλκόνι, να μας παίρνει ο ύπνος αποκαμωμένους από τον έρωτα που νιώσαμε και τάχα ν'ανοίγω τα βλέφαρα για να σε θαυμάσω, αλλά να, πίσω σου αρχίζει να πέφτει σιγά-σιγά ο ήλιος και να βάφει τα σώματά μας σε έντονο βερυκοκί, και όσο βυθίζεται να παίρνεις όλο και πιο βαθιές ποχρώσεις, του ώριμου μάνγκο το πορτοκαλί, το κόκκινο της πορφύρας, το βυσινί της θάλασσας, κι όταν η νύχτα πέσει απαλά νοτίζοντας τα ρούχα και τις ανάσες μας να ανταμώσουμε βλεφαρίζοντας τον ουρανό, να θαυμάσουμε τον γαλαξία, να πάρουμε την πιρόγα και να απομακρυνθούμε γυρεύοντας το πέρα του κόσμου.

αυτά κι άλλα πολλά σκεφτόμουν κι είχε περάσει η ώρα και μισοζαλισμένη έτρεξα να προλάβω το τελευταίο λεωφορείο που θα μ'έφτανε μέχρι το σταυροδρόμι να βαδίσω βιαστικά μέχρι το ανήλιαγιο ημισόγειο, να σφαλίσω με δύναμη την πόρτα στις έγνοιες, πριν με κατακλύσουν, μπας και με πάρει αμέσως ο ύπνος, να αφεθώ πονετικά τα χέρια του σαν να μην υπάρχει αύριο.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Σ' έναν κοραλλένιο κήπο στο βυθό

Oι κοραλλένιοι κήποι θα σε θαμπώσουν στο χρώμα.
 
Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
 
 Οι θησαυροί τους είναι καλοδουλεμένοι στη λεπτομέρεια.
 
Οι φτέρες εδώ, είναι κεντημένες με ασήμι.

 

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Στο νησί

Να’ μαι πάλι στο νησί, το λατρεμένο. Κι αυτός ο έρωτας να μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο. Να μην ξεθωριάζει, μα να γίνεται η αγκαλιά του θερμότερη. Μια που μεγαλώνω κι αναρωτιέμαι για πόσο ακόμα θα σκαρφαλώνω στα θυμαρίσια-αγκαθωτά-μοσχοβολιστά κατσάβραχα των ωραιότερων παραλιών, μια που δεν ξέρω αν του χρόνου θα τα καταφέρω να ‘ρθω. Αρχίζει κι ο έρωτας να παίρνει την χροιά του παράνομου, του πιο ποθητού. Αυτή η νύχτα μένει ή αυτό το καλοκαίρι μένει, δεν ξέρω τι να πρωτοπώ.

Παρασκευή, 2 Αυγούστου 2013

Οι ευτυχισμένες μέρες της ζωής μας...και αν παρήλθον


Όταν βγήκε το TheWall τελείωνα το σχολείο. Ενηλικιωνόμουν σύμφωνα με τη νομοθεσία. Ο κόσμος ήταν μπροστά μου και ήθελα όλα να τα αφήσω πίσω μου ή μάλλον καλύτερα, να τα συνθλίψω. Είχα βρει το έργο που με αντιπροσώπευε. The Happiest Days of οur Lives. Έτρεξα και αγόρασα το βινύλιο. Έμαθα τα λόγια απ’έξω. Το νόημα δεν το καταλάβαινα πάντα, αλλά ένιωθα τη δυναμική του. Συνεπαρμένη από τη μουσική, βίωνα την ένταση του παιδιού που σκαρφαλώνει στη ζωή.
Όταν σε ωριμότερα χρόνια πολύ αργότερα είδα το έργο, ανέκτησα τις εικόνες που μου έλειπαν. Βρήκα κάποιους κρίκους που είχα (ξε)χάσει. Γοητεύτηκα από τον εμπνευσμένο συνδυασμό εικόνας/σχεδίων/φωτογραφίας/μουσικής. Οι φαντασιώσεις που συσσωρεύονταν πάνω στο λευκό τοίχο. Πόθος και λαγνεία. Βία και τρυφερότητα. Ταραχή και λύπη. Φόβος και κάθαρση. Η εικόνα της κατάθλιψης και της αυτοκαταστροφικότητας. Don't leave me now. Κάπως αποστασιοποιημένα άρχισα να το απολαμβάνω. Η τέχνη που απαλύνει τη δραματικότητα.
Does anybody else in here
Feel the way I do
Φαντασμαγορία και εφέ. Ιπτάμενα αντικείμενα και φωτεινοί πήδακες. Και ένα πάθος που ξεχειλίζει από τα σώματα των γερασμένων μουσικών. The Show Must Go On. 
Οι εικόνες βγαίνουν πλέον στην τρίτη διάσταση, μαζί κι οι εφιάλτες.
Ζώντας τους περισσότερους από αυτούς τώρα πια και στην καθημερινότητά σου, οι εικονικοί δεν σε τρομάζουν πια. Το μόνο που εύχεσαι βαθιά μέσα σου να εμφανιστεί κάποια αδυσώπητη μοίρα να καθαρίσει. Στο λευκό τοίχο αποτυπώνονται πλέον φιγούρες και ονόματα ανθρώπων που, για κάποιο παράλογο λόγο, όπως ο πόλεμος ή μια ξεχασμένη νάρκη, χάθηκαν.
Η μουσική διαπερνά τα αυτιά και ραγίζει το μυαλό σου. Με την άκρη του ματιού παρακολουθείς τα δεκαεφτάχρονα, παιδιά που δεν είχαν γεννηθεί όταν πρωτοκυκλοφόρησε το άλμπουμ, να χειροκροτούν, να ακολουθούν, να εντυπωσιάζονται. Ψιθυρίζουν λόγια που εσύ έχεις ξεχάσει ή μπερδεύεις. Και το μυαλό σου πηγαινοέρχεται μπρος-πίσω, πού ήμουν-πού είμαι-τι θα κάνω; What Shall We Do Now? Η ηλεκτρική κιθάρα, η πεμπτουσία της ροκ μουσικής, επιτελεί το σκοπό για τον οποίο είναι φτιαγμένη, σε ηλεκτρίζει. Και τη επόμενη στιγμή βρίσκεσαι να πατάς στα ακροδάχτυλα, έτοιμη να απογειωθείς.
Όμως μπροστά σου ένας τοίχος, μια στημένη τοιχοποιία, που παρότι γνωρίζεις ότι είναι τεχνητός, δεν παύει να σε σταματά. Another Brick in the Wall. Και παρακαλάς να βγει κάποιος να τον σπάσει, σε χιλιάδες κομματάκια. Ή έστω να τον διαβρώσει σιγά-σιγά κι αυτός απρόσμενα να σπάσει. Waiting for the worms. Μόνο ας μην με πλακώσει, γιατί δεν αντέχω τα μάρμαρα από τόσο νωρίς. 

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Παρείσακτοι

Το ποτάμι
Είναι ένα καλόβολο ποτάμι. Τρεις φορές έχουν εκτρέψει την κοίτη του. Όπου το πάνε, πάει. Τη μια δεν βολεύει τους αγρότες, την άλλη τους παραθεριστές με τα πάνω-στο-κύμα-σπίτια, την τρίτη βρίσκουν μια συμβιβαστική λύση. Κι αυτό εκεί. Να μην πνίγει κανέναν, όλους να τους αποδέχεται, να τους αρδεύει και να σχηματίζει στην εκβολή του κόσμους. Εκεί που κάθεται το καλοκαίρι, δεν έχει αρκετό νερό να βρέξει τα πόδια του στη θάλασσα. Πάνω από τρία μέτρα δεν το χωρίζουν απ το αλμυρό νερό κι αρκείται να σχηματίζει μια λιμνούλα-βιότοπο. Ξεδιψάνε τα πουλιά κι οι νυχτερίδες, βουτάνε τα βατράχια, κολυμπούν γυρίνοι και όλοι μαζί λένε τα δικά τους. Για τα καλοκαίρια και τα οικογενειακά. Φτερωτές μανάδες καλούν τα μικρά τους για φαγητό, ιπτάμενοι μπαμπάδες γυρνούν φορτωμένοι λάσπη και σκουληκάκια. Λαχταριστές λιχουδιές και σλπουφ-σπλαφ-κουάκ ολόγυρα. Για τους άτολμους τα καλοκαίρια είναι μια ουτοπία, για τους τολμηρούς είναι ο τόπος μόνιμης κατοικίας. Το παράθυρο στην επανάσταση που βλέπει μια ζωή άξια στους ταξιδευτές. Κι ας μην βρίσκεσαι πάντα στο ίδιο μέρος. Τα χελιδόνια για παράδειγμα, αναζητούν καλοκαίρια όλο το χρόνο. Αλλάζουν ηπείρους και δικαιώνονται.