Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Φωτογραφίες χωρίς αρνητικό

Ας βγούμε στην αυλή να βγάλουμε μια φωτογραφία


Μπορούν να μας σώσουν οι αρχαίες φωτογραφίες; Τότε που ο τεράστιος κόσμος χώραγε σε μια αυλή;
Για να δούμε.
Μην σας μπερδεύουν τα ζακετάκια. Είναι καλοκαίρι. Επάνω αριστερά, απλωμένες μπουγάδες σε υπαίθρια σκοινιά, στεγνώνουν ακόμα και στα Midlands. Στο πλάι, ο γραβατωμένος ξάδερφος απ’ τον οποίο έχω βουτήξει ένα αυτοκινητάκι. Πίσω μου –φράχτες- τρεις άνθρωποι. Μαμά, παππούς, θεία. Είναι η πρώτη και μοναδική φορά που είδα τον παππού. H συνάντηση θα με γεμίσει ενοχές. Περίμενα έναν αητό, ένα λεβέντη, όπως τον περιέγραφε, πάντα περήφανη, η μαμά. Αντίκρισα έναν γέρο μέσα στις πανάδες. Δεν τον ήθελα. Τζίριζα να ξεφύγω απ' τη λαχτάρα της αγκαλιάς του. Κι από τότε με σφάζουν τα λυπημένα μάτια.  Δεν είχα ευκαιρία να επανορθώσω τον τρόμο μου. Η ξενιτιά δεν θεραπεύει τους τρόμους. Τώρα που τον ξανακοιτάω, μου μοιάζει αητός, λεβέντης. Όταν είσαι πιτσιρίκι, ο κόσμος είναι τεράστιος, το ίδιο κι οι πανάδες. Μεγαλώντας εσύ, ο κόσμος μικραίνει και τα γεροντικά χέρια γίνονται φτερούγες.
Κοίτα πως απλώνεται και καλύπτει τις κόρες του. Τη μια που του στάθηκε ως το τέλος και τη μάνα μου που τον έκλαψε από μακριά. Μια ζωή οι αδερφές να διαφημίζουν την αγάπη του. Μια ζωή ν’ αγαπούν τους ίδιους άντρες και ν’ αγαπιούνται μεταξύ τους. Μια ζωή ν’ αναρωτιέμαι ποιαν αγαπάω περισσότερο. Εντάξει, στους αγώνες του είδους, κανείς χάνει γλυκά.
Στ’ αφιερώματα* του μαέστρου Βιβλιοθηκάριου όμως, όλοι κάτι κερδίζουν.
(Συγνώμη παππού. Μετράνε οι συγνώμες οι κλεισμένες στις παρενθέσεις;)
 της @nefosis


Kazinó
Τότε που η μικρή προσπαθούσε να πιάσει το βήμα των μεγάλων. Τότε που οι μεγάλοι ήταν τόσο μεγάλοι, γίγαντες σχεδόν, αλλά δεν τη φόβιζαν γιατί την έπιαναν σφικτά από το χέρι και βάδιζαν όλοι μαζί μες τη χαρά της σχόλης. Τότε που ξεκινούσαμε για τις εκδρομές με ταγιεράκια, κουστουμάκια και τα καλά ρούχα των παιδιών. Και γυαλιά ηλίου, πάντα. Και ψάθινα καπέλα, το καλοκαίρι. Εκδρομές κοντινές. Ημερήσιες· μόνο την Κυριακή που δεν δούλευαν οι πατεράδες μας. Κάθε Κυριακή. Με τους οικογενειακούς φίλους. Με τα παιδιά τους πλέον συναντιόμαστε  σε κηδείες και μνημόσυνα, αφού ξεμπερδέψαμε με τους γάμους και τα βαφτίσια. Μιλάμε για την υγεία των γονιών και τη δικιά μας. Για τις δουλειές μας. Ερωταποκρίσεις αυθόρμητες και τυπικές. Μέχρι που τη κουβέντα διαρρηγνύουν οι στιγμές από το παρελθόν. Οι αναμνήσεις που παραφυλάνε στη γωνία. Και, κάθε φορά, καταλήγουμε να αναπολούμε τις εκδρομές ή τα καλοκαίρια που περνούσαμε μαζί. Όταν Κυριακή πρωί-πρωί σκαρφαλώναμε περιχαρείς στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και αναχωρούσαμε προς άγνωστη για μας κατεύθυνση, συνήθως όμως για Πελοπόννησο· αγαπημένος τόπος που μοσχοβολούσε Ελλάδα μόλις διασχίζαμε τη διώρυγα. Τότε, κατεβαίναμε από το αυτοκίνητο για την αναμνηστική φωτογραφία. Και στην επιστροφή σταματούσαμε στο Καζινό για καφέ και γλυκό για τους μεγάλους και καραμέλες ή υποβρύχιο για τα παιδιά. Δεν μου άρεσαν τόσο οι καραμέλες όσο αυτή καθεαυτή η διαδικασία ξετυλίγματος. Το ασημόχαρτο που στραφτάλιζε. Και η αποκάλυψη της χρωματιστής καραμέλας. 
Μα πιο πολύ μου άρεσαν οι τουαλέτες του Καζινό. Ήταν οι πιο εντυπωσιακές από ό,τι είχα δει μέχρι τότε. Ζεστά παστέλ χρώματα που λαμπύριζαν κάτω από το φθορίζον φως. Εντοιχισμένοι σε μάρμαρο νιπτήρες και πλακάκια μέχρι το ταβάνι. Απαστράπτουσες βρύσες και υγρό σαπούνι που έρεε όταν αναποδογύριζες το μεταλλικό δοχείο. Για πολλά χρόνια αργότερα μου είχε μείνει η συνήθεια να επισκέπτομαι τις τουαλέτες, όπου κι αν πήγαινα. Έκρινα τα πάντα από τις τουαλέτες. Ακόμη το κάνω, πιο συγκρατημένα όμως. Στην εφηβεία και όψιμη νιότη ξεκίνησα να εστιάζω στα παπούτσια των ανθρώπων. Ήταν πολύ σημαντικό να μου αρέσουν τα παπούτσια τους. Τώρα πια, σε αυστηρότερη ηλικία, έχω προσθέσει και τα χέρια. Η τελική κρίση βαραίνει τα χέρια. Όλα κρίνονται από τα χέρια.
Οι γονείς μου είναι πολύ νεώτεροι από όσο εγώ σήμερα. Ακόμη τους νιώθω τεράστιους. Κι εγώ πάντα μικρή. Ανάμεσά τους.
Πώς το’πε εκείνος; «Πατρίδα μας η παιδική ηλικία».
της @roubinakiM 
* Για το αφιέρωμα με τίτλο "Μια παιδική φωτογραφία" στο οποίο συμμετέχουν επίσης:


Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Απόδραση

Κλέψτε μια στιγμή απ' τη βδομάδα κι αφήστε με να σας πάω μια βόλτα.

Να πάρουμε το καράβι.

Να ξαναδώσουμε στο κόκκινο τη λυτρωτική του θέση.

Να στολίσουμε τις πόρτες που περιμένουν φίλους.
Ν' απλώσουμε τα φτερά μας στον άνεμο, μέχρι να σπάσουν. Όμορφα ξοδεμένα.

Να δακρύσουν τα μάτια μας κοιτάζοντας τον ουρανό.
Ώσπου να κουραστεί ο ήλιος.


(Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα)


Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

Συντροφιές, σύντροφοι!


Αχ αυτές οι συντροφιές που έρχονται και φεύγουν από τα τέσσερα σημεία της πόλης
Που ανταμώνουν με αγκαλιές, σφικτές ως εκεί που δεν παίρνει άλλο
Που δεν είναι φίλοι, ούτε φιλενάδες, αλλά κάτι ανάμεσα
Που αφομοιώνουν παιδιά, μαμάδες, συζύγους, εχθρούς και φίλους
Που δεν έχουν κοινό και βρίσκουν όλα τα κοινά
Που έχουν ξεπεράσει τις στείρες κοινωνικότητες και επικοινωνούν με τα μάτια, με τα χείλη, με τα χέρια
Που κρέμονται ο ένας από τα χείλη του άλλου
Που ξεδιπλώνουν τις αναμνήσεις τους πάνω στο τραπέζι σαν το ποτήρι που αναποδογυρίζει από ανέμελη ατσαλοσύνη
Που γουργουρίζουν από χαρά όταν κάθε τόσο τους αιφνιδιάζει μια κοινή εμπειρία
Που δεν αφήνουν να πέσει καμιά λέξη κάτω μην και δεν προλάβουν να ξεφλουδίσουν τη δική τους ιστορία
Που ο ένας κεντάει το εργόχειρο που αφήνει κάτω ο άλλος
Που μοιράζονται τα μυστικά τους και τις αγωνίες τους, γιατί σημασία έχει να υπάρχει, να το θυμόμαστε, να το τρέφουμε, και να το μοιραζόμαστε.
Που νοσταλγούν μαμάδες, μπαμπάδες, θείους, θείες, αλλά κυρίως γιαγιάδες, γιατί οι γιαγιάδες κατέχουν όλη τη σοφία τουκόσμου 
Που οραματίζονται
Που χτίζουν μια νέα πραγματικότητα μ' ένα ανοικτό παράθυρο
Που γράφουν...γι’αυτά που πονούν, γι’αυτά που μέλλει να γίνουν, γι’αυτά που θυμούνται 
Που συλλαμβάνουν κόσμους άνισους και τους μοιράζονται μπας κι ισιώσουν 
Που προσυπογράφουν και σχολιάζουν
Που ευλογούν τα γένια τους εξίσου με αυτά των άλλων
Που ευγνωμονούν
Που το' χουν σκάσει από την καθημερινότητα ξεκοκκαλίζοντας το χρόνο που τους χαρίζεται
Που πίνουν τρώνε και γλεντοκοπάνε, όσο τους μένει χρόνος
Που αυτοσχεδιάζουν τα γλυκά τους και στήνουν τους ύμνους της παρέας 
Που δεν αποχωρούν αν δεν δώσουν το στίγμα της επόμενης συνάντησης
Που αγκαλιάζονται σαν να μην υπάρχει αύριο

Πώς το λέει το τραγούδι; “Μια συντροφιά που ζήσαμε αυτή είναι η ομορφιά” 

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

20 Φλεβάρη

Πριν από κάθε πορεία παίζουμε αγκωνιές με κάτι τσιριχτές φωνούλες. Έχουν χροιά μεταξύ Άδωνι και Ναγκίνι, του φιδιού του Βόλντεμορ. «Μην πας!» μου λένε, «η αστυνομία γίνεται όλο και πιο βίαια. Και τι ξέρεις εσύ απ’ αυτά; Μην πας! Δεν ξέρεις πως θα γυρίσεις.» Και πηγαίνω. Δεν είναι αποτελεσματικό, αλλά έχω μαλώσει με την αποτελεσματικότητα.  Κι εγώ και όλη η χώρα. Δεν πάω κόντρα στην πατρίδα, μην με ζορίζεις.

Η πορεία της 20ης Φεβρουαρίου ελάχιστα τροφοδότησε τις τσιριχτές φωνές με φρέσκο τρόμο. Λίγος κόσμος –λίγος σε σχέση με τον τυφώνα που μας χτυπάει- ελάχιστος παλμός, κανείς παρών από τους θυμωμένους συναδέρφους. Κάπου βρήκαν ξύδι φαίνεται και τους πέρασε η οργή για το πετσόκομμα των μισθών και την κατάργηση των συλλογικών μας συμβάσεων.
Εγώ ξύδι δεν βρήκα, συνάντησα όμως φίλους και χαζέψαμε, κουβεντιάσαμε, γκρινιάξαμε, φιληθήκαμε. Πράγματα απ ‘ τα παλιά δηλαδή. Τιμαλφή για τις μουτρωμένες μέρες μας.

Κι εκεί που η πορεία κόντευε να τελειώσει, με ελάχιστες εκρήξεις και μια αμελητέα αποφορά δακρυγόνου, σταμάτησε για λίγο μπροστά μας ένα αραιωμένο μπλογκ. Ένα πανό και πίσω του μερικοί σκόρπιοι, σαν μέλη φευγάτου συγκροτήματος. Ένας πιτσιρικάς με στρογγυλό πρόσωπο γεμάτο ακμή, παραζαλισμένο βλέμμα, σακάκι και πολύχρωμο κασκόλ, ανέμισε δυο σημαίες μιας διεθνιστικής συνιστώσας κι άρχισε να φωνάζει μόνος, ή μάλλον ν’ απαγγέλει με τάση προς  το τραγούδι, κάποια γνωστά συνθήματα, τα περισσότερα αντιφασιστικά. Τα ‘χε μέσα του κι ήθελε να τα πει. Μας κοίταζε όλους στα μάτια, όπως κοιτάνε τα πολύ μικρά παιδιά κι οι μεθυσμένοι. Κι εμείς τον κοιτάγαμε όπως κοιτάς τα πολύ μικρά παιδιά και τους μεθυσμένους.  Με ένα ανεκτικό χαμόγελο-φράχτη. Ως εδώ και μη παρέκει. Ένας κύριος του ζήτησε τη μία απ’ τις δύο σημαίες κι ο νεαρός του την έδωσε πρόθυμα. Ο κύριος απομακρύνθηκε ενθουσιασμένος ανεμίζοντας το λάβαρο της διεθνιστικής συνιστώσας. Ένας άλλος κύριος δίπλα μου, επέπληξε το νεαρό, γιατί κατά τη γνώμη του, τα άλλα έθνη δεν έχουν λόγο να βρίσκονται στη χώρα. «Εμείς εδώ είμαστε έλληνες», του είπε. Ο νεαρός απάντησε νηφάλια, συντρίβοντας τις υποψίες μου πως ήτανε φτιαγμένος: «Όλα τα έθνη χωράνε παντού. Κι όλες οι αντιλήψεις είναι αποδεκτές». Χαμογέλασε κιόλας, αποκαλύπτωντας μια οδοντοστοιχία που θα 'κανε τους ορθοδοντικούς να τρίβουν τα χέρια τους.
Ο κύριος δίπλα ξαναβούτηξε στην ξινίλα του κι ο νεαρός ξανάπιασε να φωνάζει ή ν’ απαγγέλλει ή μάλλον να τραγουδάει τ' αντιφασιστικά του συνθήματα. Και πάλι μόνος. Ανεμίζοντας την αστεία του σημαία και κοιτώντας στα μάτια τον ξινό διπλανό μου.

Κι εγώ τον κοίταξα όπως κοιτάμε τα πολύ μικρά παιδιά. Με θαυμασμό και κάποια νοσταλγία.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Γράμματα στο άδειο πουκάμισο

«Μου λείπει. Μου λείπει πολύ. Μου λείπει το τσάι του κάθε φορά που πονούσε το στομάχι μου. Μου λείπει το τρίψιμο της πλάτης όταν έκανα μπάνιο. Μου λείπει η μανία του να διαβάζει τα γράμματά που έστελνα αλλού. Περισσότερο όμως μου λείπουν οι καυγάδες μας. Πόσο ωραία διαφωνούσαμε!Πώς ανασήκωνε το φρύδι κι έλεγε : Ωχ κι εσύ καρδιά μου…
Γι αυτό, όταν μου λείπει τόσο που τα δάκρυα δεν ξεπλένουν την απώλεια, του γράφω γράμματα. Του λέω πόσο τον αγαπώ. Και πόσο μ’ άρεσε που εκείνος μ’ αγαπούσε παραπάνω. Και μετά μαλώνουμε. Του θυμώνω για τις σκουριασμένες του ιδέες. Τα εξωφρενικά του επιχειρήματα. Του τα ανατρέπω όλα. Δε πα να σηκώνει όσο θέλει τα φρύδια. Και χώνω τα γράμματα στην τσέπη του πουκάμισου. Αυτού του καρό,  που έχω κρατήσει.
Το έλαβες το γράμμα του λέω. Τώρα διάβασε το.»
Θα νομίζεις πως είμαι τρελή, είπε η θεία που πρόσφατα έμεινε χήρα. Μόνη μετά από 50 χρόνια.
Αλλά, δεν νομίζω.

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

Ευτυχία

Κάπως τα κατάφερε και φέτος και κάθε δευτερότριτο βράδυ παίρνει προσωρινή άδεια και κατεβαίνει κοντά μας.  Σκαρώνει κανένα στιχάκι, το δίνει στο θεό και το ανταλλάσσει με μια ώρα και βάλε ελευθερίας. Γιατί πρέπει να μας τα πει όλα, όλα κι από την αρχή,
για του ξενιτεμού την πίκρα
Μέσα στην κρύα ξενιτιά
ο ήλιος δεν ζεσταίνει
παγώνουν και τα όνειρα
κι όσοι ξενιτευτήκανε
βγήκανε γελασμένοι.
…της μάνας τη σκέπη και φροντίδα
Ούτε χρήμα ούτε σπίτι
δε στεριώνει στη ζωή
αν δεν έχεις φυλαχτό σου
αχ, της μανούλας την ευχή.
…τη συζυγική αγάπη και αφοσίωση
Τι θα γίνω μες στη ζωή αν ξυπνήσω ένα πρωί
και κοιτάξω την
αγκαλιά μου από μέσα να λείπεις εσύ
…τη λαχτάρα της λεφτεριάς και το θάμβος της αντρειοσύνης
Κάπου εδώ, κοντά, τον πάνε,
χειροπέδες του περνάνε,
τις κοιτά, χαμογελάει,
δεν τρομάζει, δεν λυγάει.
…την ανάγκη που σε κάνει προς στιγμή να γονατίζεις, αλλά να μη σκύβεις το κεφάλι
Κανένα αποτέλεσμα
τα δάκρυα δεν φέρνουν
αψήφιστα πάρ’ τους λοιπόν
τους πόνους που σε δέρνουν
…τα πάθη και τις Ερινύες της
Μα κανένας δε μου φταίει
για το χάλι μου
σπάσιμο θέλει το κεφάλι μου
…τα παράπονα για μια ζωή που δεν θέλησε να έχει
Βρε μοίρα δεν κουράστηκες, να τυραννάς ακόμα,
ένα ταλαίπωρο κορμί, που το `χεις κάνει πτώμα
…τα βάσανα της ζωή της που έζησε
Στης καρδιάς μου το χειμώνα
φύτρωσε μια ανεμώνα
μα τι κρίμα δεν την πότισες και εσύ

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Γιόζμου


Ήταν η πιο ψηλή απ’ όλους μας. Η πιο καλλίκορμη ακόμα και στα βαθιά της γεράματα. Περίεργη καθώς ήμουν από μικρή, έψαχνα τα πράγματά της κι είχα ερωτευτεί μια χοντρή πλεξούδα μαλλιών. Την είχε κόψει στα νιάτα της, όταν αποφάσισε να υιοθετήσει ένα πιο μοντέρνο λουκ καρέ. Λαμποκοπούσε στο χρώμα του κοκκινελιού. Τόσο όμορφο κόκκινο δεν έχω δει σε δειγματολόγιο βαφών. Ούτε σε καμιά διαφήμιση.
Ούτε στη μητρική της γλώσσα, τα ρώσικα, ήξερε να γράφει και να διαβάζει. Ελληνικά δεν έμαθε ποτέ σωστά κι ας ήταν χρόνια στη χώρα. Παράκουγε λιγάκι κι αυτό την έκανε να χάνει και τις ηχητικές αποτυπώσεις των λέξεων. Έτσι η μοτοσυκλέτα γινόταν μοντσυκλέτα, ο άνθρωπος, άτρωπος, ο Θεός, ατεός και ο αητός, ατός.

Απ’ όλες τις λέξεις που πρόφερε λάθος, μια την αγαπούσα πολύ. Το γιόζμου. Έτσι απέδιδε η γιαγιά μου το δυόσμο. Της άρεσαν πολύ τα φυτά. Η μάνα μου, που ποτέ δεν χώνεψε την πεθερά της, έλεγε πως αγαπούσε τις γλάστρες πιο πολύ από μας. Η γιαγιά σχολίαζε την κακία μ’ ένα «Χμ…» κι ένα ρούφηγμα της μύτης. Αν η κακία είναι άστοχη, δεν πονάει και δεν χρειάζεται ν’ ασχοληθείς.
Τ΄ αγαπούσε  όμως πολύ τα λουλούδια. Στο στενό μας μπαλκονάκι έθαλλαν δεκάδες κεραμικές γλάστρες με δαντελένια χείλια και τα πιατάκια τους γεμάτα νερό. Να μην της διψάσουν ποτέ τα παιδιά της. Απ’ όλα τα λουλούδια, το πιο χαϊδεμένο   ήταν ο γιόζμου. Κι όταν του έκοβε φυλλαράκια για ν’ αρωματίσει τους κεφτέδες, έσκυβε και του ψιθύριζε μυστικά στα καταπράσινα αυτιά . Κρυφάκουγα.  Δεν καταλάβαινα. Στα ρώσικα του τα ‘λεγε. Αλλά κι αν δεν έπιανα τα λόγια, το λόγο της αδυναμίας  τον ήξερα. Καμουφλάζ ήταν η παραφθαρμένη λέξη. Γιος μου ήθελε να πει και μας κορόιδευε. Στον μπαμπά μου ψιθύριζε τα γλυκόλογα. Στο μοναχοπαίδι της, μα δεν ήθελε να πυροδοτήσει παραπάνω  ζήλειες. Το ήξερε κι εκείνος και της έριχνε εκείνες τις συνωμοτικές ματιές όταν καθόμαστε γύρω απ' το τραπέζι. Μισά χαμόγελα κι αστεία στη γλώσσα τους που κανείς δεν μπορούσε να ξεκαρδιστεί μαζί τους, παρά μόνο εκείνοι οι δυο. Νομίζω πως γελούσαν με την προσφυγιά και την ορφάνια τους. Με τη φτώχεια και το θάνατο. Με όλα αυτά απ΄ τα οποία είχαν γλυτώσει. Με τα χαμόγελα του Χάρου που του ξέφυγαν μέσα απ’ τα δόντια. Και τους κοιτάζαμε κι  εμείς σαν χαζοί τρώγοντας μυρωδάτους κεφτέδες.


Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

Ο Σίβα χορεύει

Τρεις είναι οι σημαντικότεροι Θεοί του Ινδουισμού. Ο Σίβα, ο Βισνού κι ο Βράχμα. Ο Σίβα θεωρείται ο σημαντικότερος όλων. Πιθανόν οι ψυχολόγοι να τον χαρακτήριζαν διπολική προσωπικότητα. Είναι ο θεός της καταστροφής και της δημιουργίας.

 Όταν ο κόσμος βουλιάζει στη διαφθορά, όταν η δικαιοσύνη αποκτά οργουελικές αποχρώσεις, όταν η υποκρισία αντικαθιστά τη γονεϊκή και κοινωνική ευθύτητα, τότε ο Σίβα χορεύει.

Απλώνει τα χέρια και περιστρέφεται. Σαν δερβίσης. Σαν ιερός ρεμπέτης. Ότι βρίσκεται μπροστά του αναλώνεται, μα πίσω απ’ την πλάτη του οργιάζει η δημιουργία, η αναγέννηση.

Ο Σίβα  χορεύει, όταν τα θεμέλια του κόσμου έχουν πια σαπίσει. Σε σάπια θεμέλια τίποτα δεν μπορεί να στεριώσει. Κι όταν ο χορός αρχίσει, είναι πια αργά για μετάνοιες.
Θα έλεγε κανείς πως είναι ο θεός της επανάστασης. Ξέρω πως τ’ αποτελέσματα των επαναστάσεων είναι συζητήσιμα. Η τύχη των επαναστατών σκοτεινή. Αν πίστευα στον Ινδουισμό θα έλεγα πως άνθρωποι και κοινωνίες παρασύρονται σ’ έναν συμπαντικό χορό. Αυτό που καταστρέφεται εδώ, μπορεί να δημιουργήσει ευτυχία σ’ έναν τόπο μακρινό, σε μια άλλη χρονική στιγμή. Η Γαλλική επανάσταση άφησε τη Γαλλία στα συντρίμμια και στην ηγεμονία ενός νέου βασιλιά. Όμως τα κυκλικά κύματα της πέτρας που πέταξαν οι επαναστάτες κάλυψαν τον πλανήτη. Θέσπισαν αρχές και ιδανικά, ριζοσπαστικά όχι μόνο για την εποχή αλλά και για τις γενιές τους μέλλοντος. Φαίνεται πως οι επαναστάτες κι οι επαναστάσεις απλώνονται στα χέρια του Σίβα. Είναι τα χέρια του Σίβα. Και είναι τα κάρβουνα της φωτιάς. Οι πρώτοι που αναλώνονται. Χορεύουν εκτός τόπου και χρόνου και πέρα απ’ τις επιθυμίες και τα όνειρα των  μικρών ανθρώπων. Ο Σίβα χορεύει ποδοπατώντας τους νάνους. Τους νάνους της ψυχής.
 

Σημ. : Ο μόνος ειρηνικός επαναστάτης, μετά το Χριστό, ο Γκάντι, ήταν Ινδουιστής.

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Iστορίες γι' αγρίους αγγέλους

Οι φίλοι μου, μου το ‘χαν πει, ξέχνα…εχμ, άσχετο. Ας το ξαναπάρω απ’ την αρχή.

Οι φίλοι μου γνωρίζουν πως –μεταξύ πολλών άλλων- έχω ένα ψώνιο με τη φιλοσοφία. Κι επειδή η αρχή της φιλοσοφικής σκέψης ξεκινάει με τα συνήθη ερωτήματα: τι είναι ο άνθρωπος και ποιο είναι το νόημα της ζωής (εντάξει, αυτό το απάντησε ο Ντ. Άνταμς και είναι 42), η φιλοσοφία από γεννησιμιού της συμπορευόταν με τη θεολογία κι ενίοτε καπελωνόταν απ’ αυτήν. Τα φιλοσοφικά θέματα ξινίζουν τους αυτοαποκαλούμενους μη-κουλτουριάρηδες (απαξιωτικός χαρακτηρισμός παιδιά. Να τον επανεξετάσετε). Τα θεολογικά ξενίζουν πλέον, σχεδόν τους πάντες. Οπότε και δεν περιμένω να συνεχίσετε την ανάγνωση αυτού του άκυρου ποστ, επομένως μπορώ να γράψω ότι να ‘ναι από δω και κάτω. Χιχιχι! Εχμ…εντάξει. Πάντα ότι να ‘ναι γράφω, οπότε δεν θα υπάρχει και μεγάλη διαφορά.

Για τους περίεργους που συνεχίζουν την ανάγνωση, να ξεκαθαρίσω πως δεν έχω ακολουθήσει ακαδημαϊκές σπουδές  Θεολογίας. Είχα όμως κάποιους εξαίρετους δασκάλους. Η πρώτη ερώτηση που έκανα στον πρώτο μου δάσκαλο ήταν «γιατί υπάρχει ο άνθρωπος;» Και η απάντηση του ήταν ένας αρχαίος μύθος. Εκείνος μου τον διηγήθηκε με τρόπο συγκλονιστικό, εγώ θα μεταφέρω τα λειψά που κατάλαβα.

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

H κρίση είναι ευκαιρία για τις μαμάδες και τα παιδιά

Πρέπει να το 'χω ξαναγράψει. Στο χειρότερο μου εφιάλτη είμαι ακόμα μαθήτρια κι ο καθηγητής μόλις μας είπε "βγάλτε μια κόλλα χαρτί και γράψτε τ' όνομά σας!" Το όνομά μου; Και πως γράφετε αυτό το νέφωσις; Νέφοσις; Ναι φως κι εσείς; Μπα! Σύννεφο πηχτό. Ομιχλώδες κι απειλητικό. Και ούτε ακτίνα να μπορεί να το τρυπήσει. Ούτε μια στάλα γνώσης παρούσα. Ούτε μια ανάσα καθαρού αέρα. Κάπου εκεί ξυπνάω. Και όχι, δεν είναι οι σχολικές εξετάσεις ότι χειρότερο έχω βιώσει, αλλά είναι αυτές που φοράει πρόχειρα ο εγκέφαλος όταν αποφασίζει να με πνίξει στο άγχος. Γι αυτό δεν θέλω τα παιδιά μου να περάσουν το ίδιο βασανιστήριο. Ας ανακαλύψουν το δικό τους, μα γενιά-τη γενιά, ας ξεπερνάμε έναν-έναν τους περιττούς φόβους.

Γιατί λοιπόν, με τρομοκρατούσαν τόσο οι σχολικές εξετάσεις; Μα προφανώς, γιατί την εποχή που ήμουν μαθήτρια (και πολύ καλή), ίσχυε το ή ταν ή επί τας. Ή πας καλά στις Πανελλήνιες ή... Ή τι; Δεν χρειαζόταν καν να συνεχίσουν τη φράση.
Και να λοιπόν που ήρθε η εποχή που η συνέχεια αυτής της φράσης καταργεί τα διαζευκτικά. Είτε πας καλά στις εξετάσεις είτε όχι, χαμένος θα 'σαι. Γιατί τα Πανεπιστήμια θα υπολειτουργούν, γιατί οι καθηγητές δεν θα 'χουν πια καμία διάθεση να διδάξουν, γιατί οι συμφοιτητές σου ελάχιστα θα ενδιαφέρονται για τις ξεπερασμένες κι ανούσιες σπουδές και κυρίως γιατί, όσο και να προσπαθήσεις εδώ γλυκό μου αγοράκι (θησαυρέ μου), στην καλύτερη περίπτωση, θα βρεις μια ταπεινή, βαρετή και κακοπληρωμένη δουλειά. Όχι. Δεν σου τα λέω όλα αυτά ακριβώς έτσι, αλλά δεν θα σου δώσω ποτέ καμιά ασπίδα για να πας στο πόλεμο των εξετάσεων.
Και ώ του θαύματος! Αυτό δεν είναι ένα μονόπλευρα κακό σενάριο. Έχει και μια όψη απελευθερωτική. Κι επειδή τ' αγοράκια μου (οι θησαυροί μου) αγχώνονται πού και πού σαν τη μαμά τους και τα χάνουν και καμιά φορά γράφουν χειρότερα απ' όσο μπορούν και στενοχωριούνται, τα μάζεψα μια μέρα κι είπα να τους κάνω ένα αυτοσχέδιο σεμινάριο.

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

"Μάρτυρας του εαυτού μου"


"I held you, in peace
Everything was in place, and you
You sang to me, so quietly
You sang to me, so quietly
In the moonlight, I see you prone
In the moonlight, you turn into a blue dove
I thank you for the hope you gave me
I thank you for the hope..."
Sigur Rós - Svo Hljótt

'Ασπρα σεντόνια. Κόκκινοι λεκέδες. Όταν τα στριφογυρίζω μοιάζουν με νυφικά δεσμά. Μόνο που εγώ ποτέ δεν παντρεύτηκα. Μόνη μου ζω. Μόνη μου ζούσα. Μέχρι που σκόνταψα κουβαλώντας τις σακούλες από το σουπερμάρκετ.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

Άνθρωπος στη θάλασσα


«Ενημερώνουμε το επιβατικό κοινό, ότι η κυκλοφορία των συρμών έχει προσωρινά διακοπεί μεταξύ Ταύρου και Ομόνοιας λόγω εισόδου ατόμου στις γραμμές.»

Ώστε γι αυτό έχει τόσο κόσμο στην αποβάθρα, Παρασκευή βράδυ. Δεν είναι που ξεπεράσαμε τα δύσκολα κι άρχισαν πάλι οι Έλληνες να βγαίνουν. Το τραίνο έρχεται αλλά θα μας πάει μόνο ως την Ομόνοια. Κοιταζόμαστε όλοι μ’ ανησυχία. Ένας άνθρωπος στις γραμμές του τραίνου; Αν και στην ανακοίνωση μίλησαν για άτομο. Ναι, δεν μ’ αρέσει ν’ αποκαλούν τους ανθρώπους άτομα. Δεν είμαστε άτμητοι. Δεν είμαστε σε καμιά περίπτωση η ελάχιστη μονάδα συμπαγούς ύλης. Ειδικά όταν φτάνουμε να εισερχόμαστε στις γραμμές   του τραίνου, μπορούμε να γίνουμε χίλια κομμάτια. Μπορεί να ήμαστε χίλια κομμάτια πριν καν πατήσουμε στα ηλεκτροφόρα σίδερα. Αν ήμαστε σε καράβι, θα λέγαμε «άνθρωπος στη θάλασσα», όχι άτομο στη θάλασσα.

Οι συνεπιβάτες μου είναι τρομαγμένοι. Σκέφτονται πως  άλλος ένας από μας διαμελίστηκε απ’ το τραίνο που ξεπρόβαλε στην άκρη του τούνελ, αντί για το φως που αναμέναμε. Κι αν δεν ήταν ένας από εμάς; Ένας από μας τους ταπεινωμένους, τους ευρισκόμενους στη μέση της κλίμακας της εξαθλίωσης; Κι αν ήταν ένας απ’ τους άλλους, σκέφτομαι. Ένας άνθρωπος –όχι, όχι άτομο- που την είχε ήδη κατέβει την σκάλα κι επειδή εμείς στεκόμαστε λίγο παραπάνω, τον βλέπουμε σαν άλλο είδος και σε καμιά περίπτωση σαν το αυριανό μας εγώ. Αν ήταν το φάντασμα των μελλοντικών μας Χριστουγέννων;

Γρήγορα τα βλέμματα αλλάζουν. Απ’ την ανησυχία για την ιστορία και την τύχη του πιθανού αυτόχειρα γυρνάνε στην ανησυχία για τη χάραξη νέας διαδρομής. Σχέδια ανταλλάσσονται. Θα κατέβουμε Ομόνοια, θα πάρουμε το λεωφορείο –όχι το μετρό!- Όχι, θα κατέβουμε Αττική. Πρέπει να περάσουμε το τμήμα της διαδρομής Ομόνοια-Ταύρος. Πρέπει να περάσουμε το τμήμα της διαδρομής του ατυχήματος. Το ατύχημα το έχουμε προσπεράσει ήδη. Ήταν περαστικό το φάντασμα. Θα το σκεφτούμε ίσως αργότερα, που δεν θα είναι βράδυ Παρασκευής. Ίσως όμως και όχι. Ίσως να μη ξεχάσαμε τόσο γρήγορα το  «άτομο», γιατί προσέχουμε ο ένας τις αντιδράσεις του άλλου. Ή έτσι μου φαίνεται. Κοιταζόμαστε , νομίζω, λίγο στα μάτια. Μια κοπέλα ανακαλύπτει μια ηλικιωμένη κυρία και της προσφέρει τη θέση της. Συνάδερφοι που μόλις σχόλασαν και ταξίδευαν σιωπηλά στο σπίτι, πιάνουν κουβέντα. Χαμογελούν. Είναι Παρασκευή βράδυ κι εγώ σκέφτομαι πως θα κοιτάξω αργότερα στις ειδήσεις. Τώρα πάω να συναντήσω τους φίλους μου. Τα φυλαχτά μου απ’ τα τραίνα.

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

Πτήσεις Ι

Τελείωσες. Γυρίζεις πίσω. Έκανες όλα όσα έπρεπε, αντιμετώπισες ό,τι σε απασχολούσε, κατατρόπωσες αυτά που σε ταλαιπωρούσαν, τα τύλιξες όλα σε μια κόλλα χαρτί και τα έκλεισες προσεκτικά στο συρτάρι. Σηκώθηκες κι έφυγες. Αρχίζεις να το νοιώθεις καθώς απογειώνεσαι. Ανάταση. Αναγωγή. Αναθεώρηση.  Αναζητάς το θεό σου εκεί ψηλά. Κι αναρωτιέσαι αν η φυσική σου κατάσταση είναι να πετάς. Μεθάς εύκολα σε υποπίεση-κάθε τι έχει και την επιστημονική του εξήγηση, αυτή των ορθολογιστών και των πραγματιστών. Μόνο που εσένα αυτό δεν σε καλύπτει, γιατί ξέρεις όταν είσαι ερωτευμένος μεθάς εύκολα, όταν είσαι κουρασμένος μεθάς εύκολα, όταν είσαι στενοχωρημένος μεθάς εύκολα. Εν ολίγοις πάντα μεθυσμένος είσαι. Άνω-κάτω το στομάχι σου κι εσύ αφήνεσαι. Αναδιανομή. Αναδιάταξη. Αναπόληση. Αναζητάς τη γνώριμη μορφή της. Αυτή που σε αναστατώνει και σε ανακαταλαμβάνει. Και γεμίζει τα όνειρά σου ξανά και ξανά, ομορφαίνει το μέλλον σου, αυτό τουλάχιστον που βλέπεις πίσω από το επτασφράγιστο παράθυρο. Θέλεις να πνιγείς μέσα σε ροζ συννεφάκια, να βυθιστείς και να χαθείς μέσα της. Ενώ κοιτάς τον αέρα που υγροποιείται πίσω στο τζάμι. Καμιά μυρωδιά, μόνο δάκρυα που παγώνουν πριν καλά-καλά αναβλύσουν. 
Κοιτάς κάτω και το μυαλό σου μουδιάζει. Βλέπεις τις ψυχές που εγκαταλείπουν τη γη και αναρτώνται στο επέκεινα. Θέλεις να πετάξεις μαζί τους γιατί φοβάσαι να περπατήσεις πια στη γη. Μετακινείσαι. Μεταφέρεσαι. Ανάμεσα σε δύο πόλεις, ανάμεσα σε δύο όχθες, κι αποκάτω γκρεμός, μπρος ή πίσω, όπως και να γίνει θα πέσεις. Γιαυτό είναι καλύτερα να μάθεις να πετάς. Αναζητάς τη διέξοδο, τη διαφυγή, προετοιμάζεις προσεκτικά τη στιγμή που θα συμβεί. Να κρυφτείς πίσω από τα πρέπει με τα θέλω σου προτεταμένα. Ρωγμή στην πραγματικότητα, που γεμίζει με αέρα. Να καταφέρεις να αναπνεύσεις, να ανασάνεις ξανά, να παλέψεις την αναβλητικότητα, να συναντήσεις τις δυνατότητές σου, αναπόσπαστο κομμάτι της ολότητάς σου. Ανασύνταξη. Ανάδραση. Ανάνηψη.
Κι έπειτα προσγειώνεσαι, προσαρμόζεσαι, προσανατολίζεσαι, προσλαμβάνεις, προσβλέπεις, προσμένεις,
προς το παρόν…