Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Καμιά ιδέα για να μην φαγωθούμε;

"Καλά όλα αυτά*, αλλά η σκληρή πραγματικότητα είναι μία. Δεν χωράμε σ' αυτό τον τόπο. Είμαστε πάρα πολλοί κι οι ξένοι πρέπει να φύγουν. Διαφορετικά σε λίγο θα φάμε ο ένας τον άλλο."
Το επιχείρημα το έχω ακούσει από κόσμο πολύ. Ο αριθμός των υποστηρικτών αυτής της φράσης, σε άλλες εποχές, θα ήταν τρομακτικός. Αλλά παλιά τρόμαζα στα θρίλερ. Τώρα απέκτησα αυτή τη μορφή ανοσίας που τι λες κι αναισθησία. Όλοι αυτοί που παλιά έλεγαν -ναι είμαστε πίσω σε σχέση με του δυτικούς, αλλά εμείς ρατσιστές δεν είμαστε- έχουν  δικαίωμα ψήφου και κανείς τους δεν είναι υποστηρικτής της αποχής. Όλοι αυτοί αδιαφορούν για τους μαχαιρωμένους μετανάστες,  όσα βίντεο, όσες φωτογραφίες κι αν τους δείξεις. Αδιαφορούν και για σένα και για μένα, αλλά ακόμα ντρέπονται να το πουν δυνατά. Ενδέχεται και να σε  μισούν. Γιατί είσαι δημόσιος υπάλληλος, γιατί είσαι ιδιωτικός με δουλειά, γιατί είσαι ελεύθερος επαγγελματίας και σίγουρα θα φοροδιαφεύγεις, γιατί είσαι άνεργος και καμιά φορά διαμαρτύρεσαι γι αυτό και μπορεί να τους κλείνεις το δρόμο για τη δουλειά/τα ψώνια/τον καφέ/το...σιγά μη σου δώσουμε λογαριασμό ρε φίλε.
Αλλά στ' αλήθεια τι σημαίνει αυτό το "είμαστε πάρα πολλοί;"

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Όλα βιαστικά


Μπαμπά...μπαμπά...μπαμπααά...μ'ακούς;
μ'ακούς εκεί κάτω;
ουφ έφτασα...να σου πω ένα γεια...πώς είσαι;
βιάζομαι όμως...είναι τόσα τα πράγματα...κι εγώ πάλι βιάζομαι...
πάντα βιαζόμουν όταν ερχόμουν να σας δω...
ξέρεις, η καθημερινότητα...το χρέος...κι η ευχαρίστηση που το εκπλήρωνα...
να ελέγξω τους λογαριασμούς που πλήθαιναν
να δω τη γαρδένια που άνοιξε
να φτιάξω τα κανάλια στην τηλεόραση
να ρυθμίσω την ώρα στο κινητό σου
κάποια ηλεκτρονική συσκευή που αποσυντονίστηκε...
μικρές-μικρές αγγαρείες για τις οποίες καμιά φορά βαρυγγωμούσα, γιατί μου έκλεβαν από την ώρα που αφιέρωνα για να σας δω και να τα λέμε, το χρόνο, τον μετρημένο, τον βδομαδιάτικο ..
και μετά, να μην ξεχάσω να πάρω όσα μου επιδιόρθωσες
να πάρω κι ένα πεπόνι ωραίο που μου αγόρασες
ό,τι σου ζητούσα-μερικές φορές κι επίτηδες φυσικά-το ήξερες, αλλά δεν έλεγες τίποτε, την επομένη φορά το είχες διεκπεραιώσει, αψόγως, όπως πάντα...καμιά φορά έκανες και λάθος, όσο βάραινε ο χρόνος και σου καρφώνονταν αλλόκοτες οι σκέψεις στο μυαλό, και σου 'βαζα τις φωνές, σαν τη μάνα μου κι εγώ...
αλλά κι εσύ βιαζόσουν τώρα πια...όλο και περισσότερο βιαζόσουν τελευταία, να προλάβεις να τα διεκπεραιώσεις όλα...κι εσύ βιάστηκες...πριν προλάβω να γυρίσω...δεν με περίμενες...έχασα μια αγκαλίτσα κι ένα φιλάκι στο μάγουλο...μα περισσότερο έχασα την ασπίδα μου...αυτή που με έκανε αδιάτρητη στα μάτια του κόσμου...ξέρω, μου το είπαν κι όλοι, η σκέψη σου θα με συντροφεύει, έτσι θέλω κι εγώ, κι από παιδί ξέρω ότι κανείς δεν μπορεί να με εμποδίσει να κάνω αυτό που θέλω...αυτό το πήρα από σένα, γιαυτό και σέβομαι την επιλογή σου, να πιέσεις τα πράγματα, να φύγεις ξαφνικά και γρήγορα, όρθιος και ανεξάρτητος, βιαζόσουν, δεν το κατάλαβες, αλλά και πάλι, κι αν την τελευταία στιγμή το μετάνιωσες;

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

Με αφορμή το θάνατο

Γιατί όταν κάποιος πεθαίνει, λέμε έφυγε, πέταξε, κοιμήθηκε; Λες και περιμένουμε να γυρίσει, να προσγειωθεί, να ξυπνήσει; Δεν θέλουμε να παραδεχτούμε τον αποχωρισμό. Δεν αντέχουν τα χείλη να σχηματίσουν τη λέξη. Τους αγαπημένους τους θέλουμε εδώ. Αν οι ψυχές φορούσαν πέπλα, θα τα είχαμε κουρελιάσει απ' το γάντζωμα.
Το σκεφτόμουν με αφορμή δυο πρόσφατες απώλειες. Και δεν σχηματιζόταν το άτιμο το ρήμα. Το οριστικό, που δεν παίρνει από λόγια, από παρακάλια, από ευχές, από προετοιμασία.
Πέθανε.
Και είναι πάντα ξαφνικό. Κι είμαστε μονίμως απροετοίμαστοι. Όσο και να χαζολογούμε, όσο και να φιλοσοφούμε, ο θάνατος μας τρακάρει μετωπικά και χωρίς ζώνη ασφαλείας. Θάνατος, ο απογυμνωτής (υπάρχει τέτοια λέξη;). Δεν σου αφήνει τίποτα. Ίσως μόνο την αγάπη. Ίσως τη μόνη μας άμυνα.
Τουλάχιστον ο Αποστόλης αγάπησε τη Μαρία. Φαντάσου όμως, πόσο αγάπησε η Μαρία τον Αποστόλη. Φαντάσου εκεί άμυνα.

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Μια άλλη εκπαίδευση. Μια άλλη ζωή

Αυτό το βίντεο για την αλλαγή στη φιλοσοφία της εκπαίδευσης, το είχα δει και παλιότερα.
Καταγγέλλει τη νοοτροπία που αντιμετωπίζει τα μικρά μας σαν φουρνιές παραγωγής –ανάλογα με την  ηλικία και όχι την ιδιαιτερότητα του καθενός- που διδάσκει βαρετά μαθήματα και μετά φαρμακώνει τα παιδιά για να τα θεραπεύσει απ΄ τη βαρεμάρα τους. Παραλαμβάνει ιδιοφυίες (ναι ιδιοφυίες) και τις μετατρέπει σε ζόμπι, εργάτες της παλιάς και μακαρίτισσας πλέον βιομηχανικής επανάστασης.
Το είχα δει πριν η κρίση καταπιεί και το τελευταίο ραβασάκι απ’ το χάσκον κουτί της Πανδώρας. Τότε που η ελπίδα αποτελούσε επιτρεπτή απόκλιση. Μου είχε θυμίσει το σύστημα Μοντεσόρι.  Όχι και τόσο πρωτότυπο μεν, μη εφαρμοσμένο σε ευρεία κλίμακα δε.
Το ξαναείδα σήμερα και σκεφτόμουν τις ελλείψεις σε καθηγητές, βιβλία, διάθεση στα δημόσια σχολεία. Την κατάρρευση ακόμα και της καταγγελλόμενης, παραδοσιακής εκπαίδευσης. Έπιασα τον εαυτό μου να νοσταλγεί τις τυποποιημένες ημιάχρηστες ώρες  της παλιάς διδασκαλίας των χασμουρητών και των βλεμμάτων πέρα απ’ το παράθυρο. Απ’ τ’ ολότελα… Και μετά τσαντίστηκα. Γιατί κατάντησα ν’ αποζητώ την προηγούμενη αρρώστια, αντί να ελπίζω και να διεκδικώ την υγεία.
Θα ξαναδώ το βίντεο. Αν θέλετε, παρακολουθείστε το κι εσείς.

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει...


Στους εθνικούς σου δρόμους/
λάστιχα σκασμένα και ζώα σκοτωμένα
Στου κράτους σου τους νόμους
όνειρα κλεμμένα, χαρτιά σημαδεμένα/.../
Πού'ναι το φως σου το κρυμμένο,
αυτό που χρόνια περιμένω;/
Εσύ που λες πως δεν πεθαίνεις.

Σεπτέμβρης, μήνας εσωστρεφής και μελαγχολικός. Κατ'ανάγκη τώρα πια. Ο επικήδειος των αναβολών. Μήνας εξελίξεων και οργάνωσης. Και αυτοί οργανώνονται. Πρέπει να κάνουν εντύπωση. Είναι οι πρώτες εικόνες που θα αντικρίσει ο αστός επιστρέφοντας στην καθημερινότητά του, αφήνοντας το θερμό, χαλαρό, ελληνικό καλοκαίρι ξοπίσω του.

ΕμπρησμόςΚουρείου ΜαχαίρωμαΤαξιτζή ΔολοφονίαΆνεργου ΞυλοδαρμόςΆστεγου ΣπάσιμοΠάγκουΛαϊκής ΚυνηγητόΚαθαριστήΠαρμπρίζ.

Και εμφανίζονται οι ακραιφνείς ψιθυριστές, οι όψιμοι λαθρακουστές, οι των πάντων χειροκροτητές, οι υποβολιμαίοι υποβολείς. Που τσουβαλιάζουν την ήρα με τα στάχυα. Που επαναλαμβάνουν τις αποτρόπαιες πράξεις στο διηνεκές. Και εκτός της προπαγανδιστικής επανάληψης, αρχίζουν να αντιπαραβάλλουν. Σε κάθε προμελετημένη επίθεση μία ακατανόμαστη βιαιότητα της άλλης πλευράς. 
“Τάγματα εφόδου”.Τάγματα ασφαλείας-κατ'ευφημισμό πάντα. Διακρινόμαστε για τους ευφημισμούς μας ως λαός. Είμαστε έθνος ανάδελφο, αλλά προπάντων πολιτισμένο. Έτσι πιστεύουμε και έτσι προσπαθούν να μας διδάξουν-στα σχολεία, που όπως πάντα, για άλλη μια χρονιά ξεκίνησαν με τις γνωστές ελλείψεις, το ίδιο αυτόν το μήνα. Μέσα στην πίκρα και τη μισαλλοδοξία.
Τα ακούς από μακριά. Τα διαβάζεις με γράμματα που ολοένα μικραίνουν και χάνονται, πνίγονται μέσα στο σιφόνι, κάτω από το νερό που το ξεχνάς και το αφήνεις να τρέχει..Και τριγυρίζεις στη μεγάλη πόλη που αντί για χωνευτήρι πολιτισμών, κατάντησε χωνευτήρι μαύρου κρέατος και σκουρόχρωμου δέρματος. Μυρίζει ψοφίμι και σαπίλα. Βρίθει από κουτιά μετακομίσεων και υπαίθριων αποθετών. Ξύλινα κιβώτια ενθυμημάτων και ντάνες ληγμένων προϊόντων.
Κοίτα πώς κατάντησε, να κοιμάται στο παγκάκι, τι ντροπή, θέ μου, μπροστά στα μάτια των σκυλιών μου, εκεί ακριβώς που βγαίνουν βόλτα.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν θέλω να πάω σχολείο

Οι εφιάλτες μου έχουν να κάνουν με σχολικές εξετάσεις. Ή που θα γράφω διαγώνισμα αδιάβαστη ή που θα έχω βρεθεί σε αίθουσα μεταξύ αγνώστων ή που θα έχω καθυστερήσει κι όλο θα τρέχω και δεν θα φτάνω. Τόσα χρόνια μετά το λύκειο, με λες και τυχερή που ότι χειρότερο καταγράφηκε στο υποσυνείδητο έχει να κάνει με το άγχος των μαθημάτων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Και ήμουν και πολύ καλή μαθήτρια, όχι άριστη γιατί βαριόμουν να διαβάζω τα πάντα, αλλά με λαμπρές επιδόσεις σε ότι αγαπούσα. Αλλά ο εφιάλτης, εφιάλτης.
Θα πρέπει να μεταδίδω φρικτούς αρνητισμούς στα παιδιά μου, όσο κι αν προσπαθώ να παραστήσω την άνετη. Χτυπάει σήμερα το ξυπνητήρι μαζί με τα δόντια μου. Λες και τηλεμεταφέρθηκα στη Σιβηρία κι ενώ έτοιμη είμαι να φωνάξω «Δεν θέλω να πάω σχολείο», φοράω το κυριακάτικο χαμόγελο κι ετοιμάζω πρωινό με ευχές.

Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Ιερό και Όσιο (δεν έχω;)

Φωτογραφία του Λεωνίδα με την παλιά μηχανή
 Ναι, ξέρω. Οι διακοπές πάνε στο καλό και τώρα μόνο καλά δεν αντικρίζουμε. Άρα; Ή βλέπουμε πώς θ’ αντιμετωπίσουμε όσα έρχονται ή, τι;
Δηλώνω, πως δεν ξέρω πώς θα πολεμήσω. Ίσως και να ‘χω κάποιες ιδέες, αλλά δεν θα σας αρέσουν. Ούτε κι εμένα μ’ αρέσουν. Γι αυτό λέω να κοιτάξω προς τα πίσω. Σαν τις γριές. Για να μην βρεθούν φάτσα με το θάνατο, θυμούνται τα παλιά. Κι εγώ εκεί  γυρνάω. Μπορεί και να πάρω δύναμη. Κι οι γριές το ίδιο θα νομίζουν.
Πίσω στο νησί λοιπόν. Που είναι διάσημο για το στραβό το λόγο. Στραβός είναι για μένα τη στραβή. Για τους προσκυνητές της Παναγίας, μια χαρά λόγος είναι.
Βέβαια, αν το νησί ήταν διάσημο για τις ξερολιθιές και για τις πεζούλες και τις παραλίες και  για τα πενηντατόσα χωριά-πρότυπα σεβασμού στην κυκλαδίτικη παράδοση και για τους περιστερεώνες   και για την τέχνη του και για τους τεχνίτες του και για τον αέρα του και για τα βότανα και για τ’ αρώματα και για τα γλυκά και το κλίμα και τη δροσιά του, τότε θα ήταν Μύκονος στη θέση της Μυκόνου και δεν θα χτυποκαρδούσα από έρωτα βαρύ, κάθε φορά που διακρίνω απ’ το πλοίο τη μυτερή του άκρη, εκεί δα όπου τελειώνει η Άνδρος.
(Σταθμός. Ανάσα. Αυτή πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη πρόταση που έχω γράψει στο βλογ.)

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

Ashes to ashes

     -          Κωστούλη, πάω για μπάνιο. Θα έρθεις να μου τρίψεις την πλάτη;
    -          Μα βέβαια! Φώναξε με.
Κι η θεία μου τον φώναζε. Κι εκείνος έτρεχε. Συνομήλικοι πενηντάρηδες ήταν τότε. Με φιλοξενούσαν στο σπιτικό τους στην Αγγλία.  Ήμουν πιτσιρίκα  και έβλεπα μια γυναίκα αξιολάτρευτη. Αποκλείεται να μην την αγαπούσες. Η θεία είναι απ’ τους ανθρώπους που σε διαβάζουν με μια πονηρή τσακίρικη ματιά. Κανένας λόγος να μην είσαι αληθινή μαζί της. Σκέτη ξεκούραση.
     -          Αν πεθάνεις  πρώτη, θ’ αυτοκτονήσω. Για ποιο λόγο να συνεχίσω να ζω χωρίς εσένα, της έλεγε.
Να μια δήλωση που δεν θα χρειαστεί να δοκιμαστεί. Ο θείος πέθανε σήμερα το πρωί. Κατάκοιτος τα τελευταία χρόνια. Μωρό αφημένο στα χέρια της. Κάθε τόσο μπαινόβγαινε στα πανάκριβα αγγλικά νοσοκομεία, μα μόλις πριν τρεις μέρες, ο πονόκοιλος διαγνώστηκε ως καρκίνος στα έντερα.  Στο ύστατο στάδιο. Α, ναι. Οι κάτοικοι της γηραιάς Αλβιόνας δεν έχουν σε τόση εκτίμηση το βρετανικό σύστημα υγείας.
Σήμερα τ’ απόγευμα έλαβα αυτό το SΜS που με λίγα λόγια συνόψιζε το θλιβερό μαντάτο.  Στο τηλέφωνο ήταν πιο αναλυτική «Να ‘ναι καλά η μορφίνη. Πέθανε σαν σπουργίτι. Του τραγούδαγα ένα σκοπό απ’ τα νιάτα μας κι είχε σκάσει στα γέλια με τη φωνή που έχω.»
Της είπα πόσο την αγαπάω. «Κι εγώ σε λατρεύω κοριτσάκι. Απ’ τη στιγμή που γεννήθηκες. Κι ας ήσουν σε άλλη χώρα. Κι ας έκανα χρόνια να σε δω. Ήξερα πως μου μοιάζεις.»
Να, κάτι τέτοια σου λέει στα ίσα. Χωρίς κλάματα. Με γέλια μου περιέγραψε τα σχέδια της για την αποτέφρωση.  Γιατί τα σιχαίνεται τα σκουλήκια. Κι εκείνη με τη δική του θα ενώσει τη στάχτη της και θα ζητήσει να τους σκορπίσουν στη Μεσόγειο. Δεν έμαθε ποτέ κολύμπι, αλλά σκοπεύει –μια μέρα- να μάθει για τα καλά. Μόνο μην ξεχάσουν να της φορέσουν το μαντήλι το ασορτί με το φόρεμα. Μια ζωή κοκέτα.

(Ήσουν πολύ τυχερός θείε μου)

Μια νύχτα στο Μουσείο

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω που να τ' ακουμπήσω
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
 έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.
Γιώργος Σεφέρης, Μυθιστόρημα


Νύχτα με πανσέληνο, νύχτα με φεγγάρι, νύχτα για βόλτες και ενδοσκοπήσεις, νύχτα στην Αθήνα. Πάλι. Τελείωσαν διακοπές, άρχισαν οι ρυθμοί. Πάμε πάλι. Πώς περάσατε; καλά; μετέωρο με υπονοούμενο. Καλό χειμώνα! Κι εσείς (πρώτοι). Πνίγομαι στο προάστιο. Βρήκα την αιτία, την αφορμή, ψάχνω τη διέξοδο. Θα κατέβω στο κέντρο. Τι υπάρχει; 82 αρχαιολογικοί χώροι ανοιχτοί στο κοινό, λέει το περιοδικό, παραπέμποντας στη σελίδα του Υπουργείου Πολιτισμού εις μάτην, τίποτε σχετικό δεν βρίσκω εκεί. Στραβοκαταπίνοντας προσπερνώ. Επιλέγω το μουσείο της Ακρόπολης και όχι το Αρχαιολογικό στην Πατησίων - τώρα πια με φοβίζει η περιοχή, είναι ακόμη νωρίς, τελώ σε μέθη και σε χαλάρωση διακοπών, έχω ξεσυνηθίσει την αγριότητα της πόλης, δεν θα μου πάρει όμως πολύ, τη βλέπω να έρχεται στα λόγια και στα γραπτά, την κοιτάω να μαίνεται αφρισμένη, κι εγώ πίσω από το φρούριό μου, ακόμη...