Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Κίτρινο, ζωντανό και χαϊδεμένο


Ο γλυκια μου αυθορμητη
γη ποσο συχνα εχουν
τα ξεμωραμενα

δαχτυλα
ασελγων φιλοσοφων τσιμπησει
και
ψαχουλεψει

εσενα
, εχει ο ατακτος αντιχειρας
της επιστημης κεντηξει
τη δικη σου

ομορφια . ποσο
συχνα εχουν οι θρησκειες παρει
εσενα πανω στ ασαρκα γονατα τους
ζουλωντας και

ραπιζοντας σε πως επρεπε να συλλαβεις
θεους

(αλλα
πιστη

στο ασυγκριτο
ανακλιντρο του θανατου του δικου σου
ρυθμικου
εραστη

απαντας

σε αυτους μονο με

την ανοιξη

E.E. Cummings, LA GUERRE ΙΙ (μτφ σωκράτης λ. σκαρτσης)

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Τα δώρα του τώρα

Η εικόνα από δω.
Μισοσκόταδο ακόμα. Ρίξτε μια ματιά σ’ αυτό το υπόγειο που υποκρίνεται το σπίτι. Πίσω απ’ τα καγκελόφραχτα παράθυρα, πίσω κι απ' τα σκοροφαγωμένα παντζούρια κοιμάται μια ευτυχισμένη –νέα ακόμα- γυναίκα. Σε 5, 4, 3, 2, 1 δευτερόλεπτα θα πεταχτεί. Λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Θα το κοπανήσει μην σηκώσει τον κόσμο στο πόδι. Όπου κόσμος, οι σερνάμενοι μπόγοι βρωμόρουχων. Τους μυρίζεις πριν τους δεις. Στο δρόμο, στους διαδρόμους  των παρατημένων κτιρίων, στα διαρρηγμένα διαμερίσματα. Η ευτυχισμένη Τ. τινάζει από τα μέλη της τη νύστα κι αθόρυβα, με τη σοφία του φιδιού ενσωματωμένη στις κινήσεις, φοράει τα ρούχα της Δουλειάς. Άσπρο πουκάμισο, γκρι σακάκι, γκρι παντελόνι κι από πάνω ρίχνει μια λερή κουβέρτα. Πριν ξεκλειδώσει απαλά, καμπουριάζει. Κανείς που έχει τα λογικά του δεν βγαίνει στο δρόμο ευθυτενής. Μόνο αν βαρέθηκες τη ζωή σου, τραβάς την προσοχή. Σιγά μην μολογήσουμε πως έχουμε ακόμα Δουλειά. Σιγά μην επιδείξουμε πως επιβιώνουμε. Με προσοχή, η Τ. γίνεται αόρατη. Ένα με τους έρποντες νεκροζώντανους. Ξέρει πώς να προστατέψει τον εαυτό της. Υποκρίνεται πως είναι μία απ’ αυτούς. Άνεργη, άστεγη, ατάιστη, απόκληρη, ένα βήμα ή και μισό πριν το θάνατο. Ενώ δεν είναι παρά μια έμπειρη πλανεύτρα, μια προνομιούχα. Μια γυναίκα με Δουλειά. Θαυμάστε την καθώς ελίσσεται  μεταξύ νεκρών και ημιθανών, σκουπιδιών κι εγκαταλελειμμένων αυτοκινήτων.  Προσέξτε με πόση σβελτάδα θα φτάσει στην περιοχή έξω απ’ την πόλη. Ούτε μισή ώρα δεν θα της πάρει. Ξεκλειδώνει την κλειδαριά της παλιάς αγροτικής αποθήκης ρίχνοντας ματιές πίσω απ’ την πλάτη. Ευτυχία είναι το εκκωφαντικό της καρδιοχτύπι. Ποιος έχει ανάγκη τον έρωτα όταν κυλάει τόση αδρεναλίνη στο κορμί του;

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Σύντομο χαμόγελο

Kids at Play Painting - Kids at Play Fine Art Print - Robert Findley
Ένας σοφός γνωστός έλεγε: «Θες να μάθεις πόσο σ’ εκτιμούν οι φίλοι σου; Δες αν σ’ αγαπούν τα παιδιά τους.»
Κυκλοφορούν πολλοί περήφανοι γύρω μας. Για την πατρίδα, για τους προγόνους, περήφανοι στ΄αυτιά, στη μνήμη. Εγώ είμαι περήφανη για τις ζωγραφιές. Όχι τις δικές μου. Των πιτσιρικιών των φίλων μου. Έχουν κι αφιερώσεις. Γελαστές, μουτζουρωμένες αφιερώσεις, με γράμματα που θυμίζουν κακοποιημένα έντομα,στραβές καρδιές, χρώματα που βγάζουν μάτι, κι εκείνα τ' αναπάντεχα που σκέφτονται τα παιδιά.  Όταν κοιτώ τις ζωγραφιές μ' αρέσει να υπερβάλλω. Φαντάζομαι τους νεαρούς καλλιτέχνες ως πλάσματα που γλίστρησαν από αναγεννησιακά σύννεφα όπου δεν είχαν στηρίξει καλά τους αγκώνες του. Χαζεύω τα έργα τους και φτιάχνει η μέρα μου. Ακόμα και οι Δευτέρες δείχνουν καλύτερες. Ακόμα κι οι μέρες χωρίς ήλιο, οι θανατερές, φωτίζονται από στραβοκάνες πριγκίπισσες, δέντρα με μοβ κορμούς  κι ελικοειδή υπνωτικά λουλούδια .
Όλα αυτά για να πω στους φίλους μου, ότι και τα δικά μου παιδιά τους αγαπούν.
Και καλή Ανάσταση σε όλους.

Κυριακή, 8 Απριλίου 2012

Κλεμμένη ζωή


Την είδε να πλησιάζει με την άκρη του ματιού του. Ούτε που πρόσεξε τους άλλους τρεις δίπλα της. Έσκυψε έξω από το γκισέ για να βεβαιωθεί. Του φάνηκε ότι έλαμπε κι ας ήταν οκτώ το βράδυ. Βεβαιώθηκε πώς δεν υπήρχε άλλος να περιμένει μπροστά του κι έκλεισε απότομα το πορτάκι του γκισέ. Η ώρα που θα άρχιζε η παράσταση πλησίαζε. -Δε βαριέσαι, όσοι είχαν εισιτήριο, είχαν, οι άλλοι ας περιμένουν και λίγο. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του, τίναξε από ίδια ντροπαλοσύνη τα ρούχα του και σηκώθηκε. Εν τω μεταξύ από την κύρια είσοδο του θεάτρου εκείνη και οι φίλοι της είχαν μπει μέσα. Τώρα μόλις τους πρόσεξε. Δύο άντρες και μια κοπέλα, η κοινή τους φίλη, στα γενέθλια της οποίας την είχε, πριν από δύο χρόνια, γνωρίσει. Τους πλησίασε με μεγάλες δρασκελιές. Στάθηκε ακριβώς απέναντί της, ενώ οι υπόλοιποι άνοιξαν την τετράδα κοιτώντας προς το μέρος του-Γεια σας-Γεια σου Ανδρέα, είπε η κοινή τους φίλη. Τους χαιρέτισε αμυδρά κοιτώντας πάντα εκείνη, σαν να μην υπήρχαν οι άλλοι τριγύρω της. Συνέχισε να την κοιτάζει αποσβολωμένος σαν να την ζύγιαζε. Είχαν σχεδόν το ίδιο ύψος. Έγειρε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι, το άπλωσε κι εκείνη. Το έπιασε και το έσφιξε, άρχισαν να χαιρετιούνται. Πάνω-κάτω, πάνω κάτω τα χέρια τους δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν. Ψιθύριζαν ο ένας στον άλλον κοινοτοπίες, πώς είσαι; καλά είμαι, πώς και δουλεύεις εδώ, ο θείος μου έχει το θέατρο και με πήρε να βοηθήσω, τέτοιες εποχές καλά είναι. Συνέχιζαν να κρατιούνται σφιχτά και να κουνάνε πάνω-κάτω τα χέρια, οι άλλοι ίσως και να παρατήρησαν την παρατεταμένη χειραψία, ίσως και να ένιωσαν άβολα. Δεν τον ένοιαζε. Σημασία είχε που την ξαναέβλεπε ενάμισυ χρόνο μετά. Ένιωθε ότι η καρδιά του θα έφευγε από τη θέση της. Όλο του το κορμί έκλινε προς το μέρος της, εκείνη με φανερή προσπάθεια συγκρατούσε το δικό της ολόρθο. Οι κοινοτοπίες συνεχίζονταν, πόση ώρα κρατά το έργο, πώς πάει η ζωή, καλά, όμορφα, εσένα; και πάλι από την αρχή. Μέχρι που ένιωσε το ή τώρα ή ποτέ, και ο χρόνος στιγμή πάγωσε. Την τράβηξε προς το μέρος του και της έχωσε δυο φιλιά, σβουριχτά, δυνατά, αυθάδικα και στα δυο της μάγουλα, που βάφτηκαν κατακόκκινα, αλλά το απόλαυσαν. Απομακρύνθηκαν με αμηχανία και τα χέρια τους έπεσαν στο πλάι. Ακολούθησε μια στιγμή αμήχανης σιωπής που δεν καταγράφτηκε στο σύστημα των παλιών εραστών. Ο ψηλός άντρας δίπλα της, άπλωσε το χέρι και την αγκάλιασε πατρικά από τους ώμους. Τραβώντας την κτητικά προς το μέρος του, ανακοίνωσε: “Έχει χτυπήσει το τρίτο κουδούνι δεν το ακούσατε;” Έκπληκτοι και οι τέσσερεις, του γύρισαν την πλάτη και απομακρύνθηκαν προς την είσοδο της πλατείας.  

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Νεκρός

Ξεκινάς τη μέρα γκρινιάζοντας ή απολαμβάνοντας την ανοιξιάτικη μπόρα. Πηγαίνεις στη δουλειά νυσταγμένη. Κουρασμένη. Προβληματισμένη πώς θα χωρέσεις τα πρέπει της καθημερινότητας. Διαβάζεις όμορφα , σοφά, εύστοχα κείμενα, πίνοντας τον πρώτο καφέ. Τσεκάρεις τα Mails σου, απαντάς, δουλεύεις. Γιατί μπορείς. Γιατί έχεις την πολυτέλεια. Έτσι λένε τελευταία. Πως πρόκειται περί πολυτέλειας. Μέχρι πρόσφατα, πολυτέλεια ήταν να έχεις γιότ, να πηγαίνεις κάθε τόσο διακοπές σε μέρη που δεν χρειάζονται photoshop για ν ομορφύνουν, ν’ αγοράζεις ρούχα ισόποσα ενός καλού μισθού. Αλλά ας μην πελαγοδρομείς για το τώρα και το πριν. Για τη σημασία των λέξεων. Είναι η εποχή των παραμορφωτικών καθρεφτών. Της έλλειψης κάθε μέτρου.  
Κι ύστερα, μέσα στην ηλεκτρονική ησυχία του γραφείου, του EXCEL , του PowerPoint, των PDF και του word, ακούγεται ένας πυροβολισμός.  Δεν τον ακούς στ’ αλήθεια, γιατί είσαι χιλιόμετρα μακριά απ’ το Σύνταγμα, αλλά τα αναμεταδιδόμενα νέα δημιουργούν την δική τους ηχώ. Κάτι  λέει για χρέη-χρέη-χρέη. Σταγόνες αίματος τινάζονται στους περαστικούς. Ανυποψίαστους τους περιγράφουν. Και ξαφνιασμένους. Κι αναρωτιέσαι αν κάνουν πλάκα. Αν υπάρχουν ανυποψίαστοι. Κι ύστερα έρχονται οι ψύχραιμοι. Τυχαίνει να είναι οι ίδιοι που υμνούν τις μνημονιακές αρετές και τη συλλογική ευθύνη. Να δούμε, λένε. Να μάθουμε. Να ρωτήσουμε. Να εξετάσουμε. Μιλούν για άτομο ψυχικά διαταραγμένο. Λες και σφύζουμε στους ψυχικά γαλήνιους. Οι ίδιοι ψύχραιμοι που χαρακτήριζαν τον Κορκωνέα ψυχοπαθή, άρρωστο και μεμονωμένη περίπτωση. Τι κουραστική αυτή η επανάληψη των προσώπων. Πόσο αναμενόμενη.
Πόσα χρειάζεται να ξέρεις;  Ένας άνθρωπος, μάλλον ηλικιωμένος, αποφασίζει ν’ αυτοκτονήσει. Δεν κλείνεται στο μπάνιο του. Ούτε καν στο σπίτι του. Η επιλογή του τόπου, η έκθεση της τελευταίας ανάσας στα μάτια του πλήθους, δεν αφήνουν και πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Ο άνθρωπος παίρνει ένα όπλο -προφανώς μη επιδοτούμενο- και πηγαίνει στην κεντρικότερη πλατεία της χώρας. Όλως τυχαίως, στην πλατεία μπροστά στη βουλή. Όλως τυχαίως, στην πλατεία όπου διεκδικήθηκε το πρώτο Σύνταγμα της χώρας. Την πλατεία της ελπίδας και των δακρυγόνων. Το καμάρι του Δημάρχου. Στην καρδιά του Ιστορικού Κέντρου. Στο Ιερό του τουρισμού. Και σημαδεύει στον κρόταφο διαπερνώντας όλα τα σύμβολα. Ανάμεσα στους περαστικούς.  Ένας πυροβολισμός σαν ράγισμα και σαν εναρκτήριο λάκτισμα. Όπως θες το βλέπεις.
Μπορεί να πεις πως ήταν βλαμμένος, πως τηλεμεταφέρθηκε μπροστά στο Κοινοβούλιο από εξωγήινους, πως  ήθελε να τραβήξει την προσοχή. Πως λαχταρούσε να σκεπαστεί με μια ασημιά κουβέρτα. Πως ήταν ερωτευμένος –και ξέρεις πόσο βαριά περνάνε οι γεροντοέρωτες. Αν είσαι ψύχραιμος , έτσι θα σκεφτείς. Και για να μην χανόμαστε, ψύχραιμος είναι αυτός που έχει ψυχρό αίμα. Αν το δικό σου είναι παγωμένο, η λέξη που ψάχνεις, είναι νεκρός.
Δεν είμαι ψύχραιμη. Δεν μπορώ πια να είμαι. Ούτε άλλη υπομονή έχω για αναλύσεις, γιατί όσα χιλιόμετρα, όσα γαλήνια πρωινά κι αν απέχω απ' το Σύνταγμα, ένας κρότος δρόμος είναι.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Σκόρπια ψέματα

Photo από ecoview.gr
Συνάδερφος έδωσε 2 ευρώ για να ψηφίσει Βενιζέλο. Δεν είναι λαμόγιο. Δεν έχει ωφεληθεί προσωπικά από το ΠΑΣΟΚ. Λέει πως έτσι θα εμποδίσει την άνοδο της  Νέας Δημοκρατίας. «Είσαι φανατική» μου λέει. «Είσαι μ’ αυτούς που πετάνε γιαούρτια. Είναι ωραίο πράγμα αυτό; Έτσι θα σωθούμε; Με τις διαδηλώσεις;» Δεν έχει σύντροφο, δεν έχει παιδιά να υπερασπίσει ούτε αγαπημένους, μόνο μια τηλεόραση μόνιμα ανοιχτή και μια πολύ κακή σχέση με τα βιβλία.  
Χθες, περπατήσαμε με το γιο μου στον Εθνικό Κήπο. Διασχίσαμε το μονοπάτι με τις πέργκολες, προσπάθησε ν’ αγγίξει το βλέμμα την άκρη των γιγάντιων φοινίκων, χαμογελάσαμε στα ξαφνιασμένα σκυλιά που βρέθηκαν απ’ το διαμέρισμα του κέντρου στον κήπο.  Επιτέλους λίγος χώρος διαθέσιμος για σκανδαλιές και ερωτοτροπίες. Χαζέψαμε τα μωρά που φορώντας γυαλιά ηλίου, κουνούσαν χαρούμενα τα πόδια τα κρεμάμενα απ’ το παγκάκι, με γλειφιτζούρι στο χέρι και ύφος «αυτή είναι ζωή». Καταλήξαμε στο Ζάππειο. Έκθεση Βρετανικών Πανεπιστημίων. Ξέρει καλά αγγλικά. Πολύ καλύτερα από μένα, αλλά δεν τολμά να μιλήσει. Μ’ άφησε να συζητάω με τους καθηγητές γι αυτόν σε τρίτο πρόσωπο. Σαν ντροπαλό φάντασμα. Ο μελλοντικός μετανάστης. Έχει τρία χρόνια μπροστά για να τελειώσει το λύκειο, μα κι αυτός κι εμείς ξεκινήσαμε να προσαρμοζόμαστε στην ιδέα. Ήρθατε νωρίς μας είπαν. Τα πράγματα θ’ αλλάξουν ως την ώρα των σπουδών. Κανείς δεν ξέρει πόσο. Πόσο χειρότερα. Αλλά πάλι, ποτέ δεν είναι νωρίς για να μαθαίνεις. Αστραφτερά χαμόγελα. Χαμόγελα ξένων. Οι ντόπιοι ντρέπονται να χαμογελάσουν μην και κατηγορηθούν στη χώρα τη γεννήτρια ενοχών.
Είδα κι άλλα χαμόγελα. Πρόσωπα ευτυχισμένα. Ξένα πρόσωπα. Βόλτα στο Etoile. Νύχτωσε ώσπου να τελειώσω με τη δουλειά, μα η Champs-Élysées  είναι γεμάτη κόσμο κι ας κοντεύουν μεσάνυχτα. Η πόλη του φωτός αστράφτει στα μάτια των τουριστών. Την ονειρεύτηκαν, τη βρήκαν. Στις διπλανές λεωφόρους, τα μάτια των ανθρώπων δεν είναι τόσο φωτεινά. Σφίγγω την τσάντα καθώς περπατάω. Σηματοδότηση αναπνοών. Στην άνοδο χαμογελάτε κι ανασαίνετε βαθιά, στην κάθοδο σκοτεινιάζετε και κοιτάτε το πεζοδρόμιο.
Ένας κόσμος μαυρόασπρος περπατάει πλάι-πλάι. Σήμερα είμαστε ντυμένοι στα μαύρα. Άλλο χρώμα δεν πουλιέται στη χώρα Εκτός κι αν είσαι αλαφροΐσκιωτος.  Οι λευκοντυμένοι νοιώθουν τυχεροί. Μας κοιτούν με διακριτικότητα. Δεν είναι πρέπον να χαζεύεις τους ανάπηρους και τους χρεωκοπημένους. Κάποιοι απ’ αυτούς υποψιάζονται  πως απλώς παίρνουν σειρά. Κι εμείς στρέφουμε τη ματιά αλλού. Ας δούμε τους μετανάστες. Αυτοί είναι πιο άθλιοι από εμάς. Βρίσκονται ήδη ένα βήμα μπροστά μας.