Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

Το κογιότ κι εγώ


Η συν μπλόγκερ μου, με μάλωσε γιατί δεν γράφω. Αν και –για τους γνωστούς/κοινούς λόγους- δεν έχω καθόλου διάθεση, της υποσχέθηκα πως θα γράψω για τον αγαπημένο μου ήρωα. Αυτόν:

Μ’ αρέσει γιατί δεν το βάζει κάτω. Έχει πάντα έτοιμο ένα plan B. Εξίσου αποτυχημένο με το Α, το C, το D, το E, το F, αλλά αυτό δεν ενοχλεί κανέναν. Τη γνωρίζουμε όλοι την κατάληξη, αλλά κανείς μας δεν χάνει το ενδιαφέρον του. Ούτε εμείς που παρακολουθούμε τις ιδιοφυείς του εμπνεύσεις και την αναμενόμενη και θεαματική τους κατάληξη, ούτε εκείνος που αν και κομματιασμένος, μπαρουτοκαπνισμένος ή και τα δύο, συνεχίζει ακάθεκτος να σχεδιάζει και ν’ αποτυγχάνει. Είναι από τους λίγους «κακούς» ήρωες που δείχνει συμπαθέστερος από το υποτιθέμενο θήραμά του. Ίσως γιατί το μπι-μπιπ τρέχει υπερβολικά και δεν του δίνεται η ευκαιρία να αναπτύξει το χαρακτήρα του –αν προλαβαίνει να έχει έναν. Ίσως γιατί, ο θεατής και το κογιότ, μένουν πολύ ώρα μαζί να γράφουν και να σβήνουν  πολύπλοκους μαθηματικούς τύπους μέσα στην έρημο, με αναπόφευκτη την ταύτιση (και την ηλίαση). Πώς να μην ανησυχώ για την τύχη του κογιότ; Αυτό είναι που θα συνθλιβεί, στα δικά του χέρια θα σκάσει η βόμβα, αυτό θα πέσει στο γκρεμό, θα τον ισοπεδώσει η μεγαλύτερη νταλίκα των αμερικανικών δρόμων.

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

post mortem

 Ήταν χειμώνας του 1980 όταν περιχαρείς είχαμε σκαρφαλώσει στον εξώστη του Αττικόν για να δούμε τον Μεγαλέξανδρο  συνεπαρμένοι από την περίτρανη βαρύτητα των συμβολισμών του. Ασφυκτικά γεμάτος ο κινηματογράφος, χαμηλόφωνοι και βαθυστόχαστοι οι περισσότεροι εκεί μέσα, κι εμείς, οι μικρότεροι, αμυδρά πολιτικοποιημένοι, μη θέλοντας να φανούμε αδαείς σοβαροφέρναμε. Μέσα στην απόλυτη σιωπή αφεθήκαμε να περιβλέπουμε το πολυσχολιασμένο πλάνο των 360ο και των 15 λεπτών. Και αδημονούσαμε να φτάσει στο τέλος, για να ξεσπάσουν οι συζητήσεις που θα διύλιζαν και θα κατέρριπταν συμβολισμούς και προθέσεις. Λίγο η αντίδρασή μου προς τους γονείς που ακόμη δεν είχαν χωνέψει τους Κυνηγούς-νομίζω πως ποτέ δεν συγχώρησε ο πατέρας μου την προτροπή της μητέρας μου να το δούνε, λίγο θέλοντας να κρατηθώ στο γενικότερο κλίμα της εποχής, συνέχισα να βλέπω τις ταινίες του Αγγελόπουλου. Μέσα σε πολιτικοποιημένη ευφορία λοιπόν είδα το Θίασο, την Αναπαράσταση  και τους Κυνηγούς, ζορίζοντας τους περισπούδαστους προβληματισμούς μου.

Η αποδόμηση της ιστορικής περσόνας, η λατρεία των νικημένων και ο χλευασμός των νικητών.
Ιστορία της Ελλάδας, ιστορία μιας ατέλειωτης προδοσίας, χαραγμένη σε πληγές που χαίνουν και αναβρύζουν νέο αίμα.
Κυκλικότητα στο χρόνο και στο χώρο σε μια γραμμικότητα παραστάσεων εγκλωβισμένη σε συγκεκριμένο, εύφορο για την εποχή του, ιδεολογικό υπόβαθρο.

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Η ζωή στη γη*

(*διαδικτυακό αφιέρωμα στον @moloch)

video

Όταν όλη σου η ζωή περνά μπροστά από τα μάτια σου φρόντισε να είναι γεμάτη!

Ζωή*


Τα κείμενα ξεχειλίζουν αναλύσεων, οι ειδήσεις  απειλούν, οι δρόμοι παγώνουν και γυαλίζουν αντανακλώντας χαμένα βλεμμάτα. Ο φόβος κάνει πάρτυ και σολάρει. Τα ουσιαστικά καταπλακώνονται από επίθετα που καταβροχθίζουν την ουσία τους, απομυζούν ενέργεια κι εγώ παραδίνομαι στους βρικόλακες των τρομοκρατών της ενημέρωσης και του σχολιασμού.
Υπάρχουν όμως κι αυτοί που ψιθυρίζουν. Μιλούν για νυχτερινές βόλτες σ’ απόκρημνα βουνά, για τα στοιχειά της φωτιάς  για παραπονιάρικα παιδικά μάτια  και για έρωτες αυτοκαταστροφικούς.
Κι αναρωτιέμαι  ποιοι να ‘χουν δίκιο;
Κι ύστερα το βλέμμα μου πέφτει σε ένα tweet, σ΄ ένα  ποστ , αυτού του πιτσιρικά που δεν  έχω συναντήσει και δεν έχω ανταλλάξει παρά μια-δυο κουβέντες μαζί του στο tweeter.  Και είμαι σίγουρη πως οι βολταδόροι, οι νεραϊδοπαρμένοι, οι χαζομαμάδες κι οι αυτοκαταστροφικοί έχουν δίκιο και δεν χρειάζεται καν να το αναλύσεις.
*Κείμενο γραμμένο για το διαδικτυακό αφιέρωμα με θέμα "ζωή στη γη" και έμπνευση τον

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Τα top 10*


Στο Φαούδι, αρέσουν τα παιχνίδια. Λογικό για ένα παιδί. Και είναι και πειραχτήρι. Αυτό βέβαια το δηλώνει απερίφραστα. Προκάλεσε λοιπόν -μεταξύ άλλων-  εμένα και τη RoubinakiM σε ένα παιχνίδι κατάρτισης λίστας αγαπημένων για το 2011. Πώς να χαλάσεις το χατήρι σε ένα πειραχτήρι;

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Αναδρομές/Καταδρομές


Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ' αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.1

Il tuo spirito devi cambiare
Non il cielo in cui vivi
La fuggia con cui continualmente
Viaggi di qua e di la non serve a nulla
E sai parche non trovi sollievo nella fuga?
Perché fuggi portandoti sempre dietro te stesso2

Καθυστερημένα πλην όμως πιστά στο καθήκον της.
Το κλείσιμο του κύκλου, το αρχίνημα του άλλου.
Λειτουργώντας σε μια δεύτερη φάση, μετα-βατικά, απαραίτητα.
Αισθάνομαι να έχω φτάσει σε αυτή τη εποχή της ζωής μου, που όλα γίνονται πιο ξεκάθαρα και οι συναλλαγές μου δεδομένες. Εν τω μεταξύ, στη χώρα που γεννήθηκα και συνεχίζω να ζω συνέβησαν πράγματα οριστικού χωρόχρονου και στριφογυρίζω στον απόηχο μιας παγκοσμιοποιημένης σαθρής κατάστασης που με ωθεί αδιάλειπτα και ανεξέλεγκτα, σαν καράβι ακυβέρνητο και απροστάτευτο.

Προσπάθησα να καταλάβω ποιος έχει δίκιο και άδικο και έμαθα ποιος αξίζει και ποιος δεν αξίζει.
Συνειδητοποιώ ποιον θα ήθελα πλάι μου, παίρνω τα γράδα μου και συνεχίζω.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Μια σειρά από ατυχή περιστατικά

Η αρχή μιας νέας χρονιάς είναι η συνηθισμένη εποχή απολογισμών. Βαρετών απολογισμών. Ομολογώ πως η χρονιά που πέρασε, όπως και οι περισσότερες από τις προηγούμενες δεν θα μπορούσαν να γεμίσουν ούτε τις μεσαίες νυσταγμένες σελίδες ανέμπνευστου μυθιστορήματος. Το πρίκουελ όμως αυτής της όλως τυχαίας και ασήμαντης ζωής, αυτό έχει πραγματικά κάποιο ενδιαφέρον. Μια και η αρχή της κάθε χρονιάς συμπίπτει με τα γενέθλιά μου, μου δίνεται πάντα μια ευκαιρία όχι για ν' απολογηθώ, αλλά για ν' απορήσω. Αν δεν βαριέστε, απορήστε μαζί μου.

Στα μέσα του 1916, ο τότε νεαρός παππούς Νο1, αγνάντευε με ανησυχία τα κτήματά του στα μικρασιατικά παράλια. Ο Δωδεκανήσιος πατέρας του ήταν ο μοναδικός νησιώτης που αγνοώντας τις θαλασσινές δραστηριότητες, επένδυσε την οικογενειακή περιουσία σε γη. Γη στο νησί δεν υπήρχε, μόνο πέτρες και βουνά. Έτσι αγόρασε χωράφια στην απέναντι ακτή. Κοντά ήταν. Πήγαινες κολυμπώντας αν χρειαζόταν κι οι άνθρωποι τακίμιαζαν εύκολα στο χώρο και στο χρόνο, λίγο πριν ανακατέψουν τον κόσμο διαφόρων μεγεθών ιδέες.
Ο παππούς Νο1 ήταν δαιμόνιος. Ψυχανεμίστηκε την επερχόμενη θύελλα και ως σωστός επιχειρηματίας αποφάσισε στα γρήγορα να ρευστοποιήσει την περιουσία και να τη μεταφέρει στο εξωτερικό σε σταθερό πολιτικο-οικονομικό περιβάλλον. Επέλεξε λοιπόν να επενδύσει στη μία από τις δύο υπερδυνάμεις της εποχής, τη Ρωσία -η Αμερική του έπεφτε πολύ μακριά.
Έτσι στις αρχές του 1917 έχτιζε ήδη τη μικρή αλλά φιλόδοξη βιοτεχνία παρασκευής ζαχαρωτών, καραμέλας και άλλων γλυκά υποσχόμενων προϊόντων, στην Αγία Πετρούπολη που δεν άργησε ν’ αλλάξει όνομα και όχι μόνο. Άλλαξε όμως με ρυθμούς πολύ ηπιότερους των σημερινών νεοφιλερεύθερων τυφώνων. Η κατάργηση της ιδιοκτησίας ξεκίνησε από πολύ ψηλά και καθυστέρησε πάνω από μια δεκαετία ν’ αγγίξει την όποια μεσαία - όπως θα λέγαμε σήμερα -τάξη. Στο διάστημα αυτό, ο παππούς Νο1 θα την είχε κοπανήσει από τη γη της επαγγελίας, αν δεν ερωτευόταν, ως φυσιολογικός νέος, μια ντόπια νεαρότατη και φλογερότατη κοκκινομάλλα. Η εν λόγω κοκκινομάλλα ήταν η συνωνόματη γιαγιά, την οποία γνώρισα ασπρομάλλα φέρουσα μοναδικό κειμήλιο μια εντυπωσιακή πορφυρή κοτσίδα, λάφυρο της νιότης της.  
Σύντομα γεννήθηκε ο μπαμπάς. Μίλαγε μόνο τη μητρική του γλώσσα κι έμαθε να πατινάρει στον πάγο πριν ακόμα περπατήσει, όπως όλα τα παιδιά του Λένινγκραντ. Πήγαινε στο σχολείο με τα παγοπέδιλα και πέρναγε καταπληκτικά όταν οι γονείς του αποφάσισαν να φύγουν για μια άγνωστη μικρή χώρα του Νότου. Οι τρεις δραπέτες έφθασαν στην Οδησσό όπου μπάρκαραν κουβαλώντας –μεταξύ άλλων αποσκευών- και ένα μπαούλο γεμάτο ρούβλια.  Χρόνια μετά, η γιαγιά θυμόταν πως ακόμα κι οι αφροί των κυμάτων της Μαύρης Θάλασσας ήταν σκοτεινότεροι της κόλασης στη γνωστή παγωμένη της έκδοση. Ένα μήνα κράτησε το ταξίδι και στη διάρκειά του, το ρωσικό νόμισμα υποτιμήθηκε τόσο, ώστε τα ρούβλια να γίνουν συνώνυμα των κουρελόχαρτων.  
 Όταν ο παππούς Νο1 με τη γυναίκα και το μικρό γιο αποβιβάστηκαν στον Πειραιά, ξεφόρτωσαν τα προσωπικά τους αντικείμενα, λίγες χρυσές λίρες και ένα μπαούλο  με παλιόχαρτα που  άξιζε όσο το απόβαρό του.